Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Βιογραφίες

Στον Θάνο Ανεστόπουλο


Πρόσκαιροι είναι οι έρωτες των αιώνια ερωτευμένων.
Ολοι εμείς που ζούμε αιώνια ερωτευμένοι με τον έρωτα,
αναζητούμε πάντοτε ένα αντικείμενο του πόθου,
εκείνον που θα μας οδηγήσει στην αθεράπευτη έλξη,
στην υπέρτατη ηδονή, σ εκείνο το πάθος που αρχίζει από το κέντρο του κορμιού σου,
και τελειώνει στο μυαλό σου και στις λέξεις σου.

Ολοι εμείς που ψάχνουμε αιώνιους μυθιστορηματικούς έρωτες,
θα μεγαλώσουμε μια ημέρα και θα κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη,
θα αναπολήσουμε τα σώματα που μας άγγιξαν και θα χαμογελάσαμε με πικρία:
Τι κρίμα που κανένας δεν μας έμεινε εδώ,
τι κρίμα που τέλειωσαν όλα,
πριν καν προλάβουν ν αρχίσουν,
αφού όλοι εμείς οι ερωτευμένοι με τον έρωτα,
αποφεύγουμε όλους αυτούς τους παγωμένους ανθρώπους,
αλλά αντίθετα λατρεύουμε αυτούς με τις γδαρμένες σάρκες.

Και κάθε φορά  που είμαστε έτοιμοι να δώσουμε και το τελευταίο κομμάτι της καρδιάς μας,
σ αυτό το σημείο οι άλλοι έχουν ήδη τρομάξει ή έχουν πάψει να μας επιθυμούν πλέον.
Η φυγή μοιάζει να ναι το μόνο καταφύγιο τους.
Και για μας ο πόνος μοιάζει μονόδρομος.

Κι ύστερα εμείς ξεκινάμε πάλι απ την αρχή,
για να διαψευστούμε άλλη μία φορά,
γιατί ποιός ξέρει;
Κάθε νέα  φορά μπορεί να είναι η τυχερή μας .

Μα στο τέλος μένει ένα κρεβάτι γεμάτο αδιάφορους εραστές,
αναμνήσεις που μυρίζουν γιασεμί,
ανεπίδοτες ερωτικές επιστολές,
ανικανοποίητα ερωτικά αισθήματα
κι ένα σωρό συντρίμια
ατάκτως ειρημένα στα άδεια δωμάτια.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Στην Ομορφιά.

 Ξυπνάς τον πόθο.
Στέκεις στο κέντρο του σύμπαντος . 
Αιτία γέλιου γίνεσαι, 
αλλά και πίκρες και βάσανα φέρεις.  
Λικνίζεσαι εκεί στο φως, 
 όπως η πυγολαμπίδα στο μισοσκόταδο. 
Με άλικο χρώμα ντύνεσαι,  
σαν ηθοποιός σε μία σκηνή για δύο, 
θαμπώνεις τους θαμώνες του θεάτρου. 
Πειστικός μοιάζει ο μύθος σου
 ακόμα και στους πιο άπιστους.  
Αρχέγονη ερωτική παρουσία, 
για χάρη σου λαοί σφαγιάστηκαν. 

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Σύνθεσις

Έχεις την κατάλληλη δόση κυνισμού:
Αποτελείσαι από αδιάφορα στην τρυφερότητα κύτταρα.
Γνωρίζεις μονάχα τη λαγνεία.
Αδηφάγα ρίχνεσαι στην πάλη των εραστών.
Άπιαστος κι αδέσποτος,
πουθενά δε προσφέρεις τη καρδιά σου.
Μονάχα τη τέχνη σου απλόχερα χαρίζεις.

Έχεις όλα τα χαρακτηριστικά του ερωτεύσιμου τέρατος.
Είσαι άλλος ένας άνθρωπος έτοιμος να με κατασπαράξει,
για να ικανοποιήσει τις εγωιστικές του επιθυμίες.
Όμως, αυτή τη φορά δε θα υποκύψεις, Σώμα.
Μην αυτοεξαπατηθείς για άλλη μία φορά.

Προτροπή.

Συγκρατήσου, είπα, Σώμα.
Δεν είναι καιρός για καινούριους κατακλυσμούς,
μήτε για νεοφερμένα δάκρυα
μήτε για νέες πληγές.
Εχουμε αλλάξει εποχή, είπα, Σώμα.
Συγκρατήσου.

Τώρα είναι της σποράς ο καιρός
κι όχι του θερισμού η εποχή.
Τώρα πια χρόνο δεν έχεις για άλλες καταστροφές,
ούτε απόθεμα δύναμης αρκετό έμεινε στις αποθήκες Σου.
Την τυφλή σου υποταγή ζητάω, Σώμα,
στην ιέρεια της Λογικής.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Ασε με στις μνήμες και τη νοσταλγία:
Θα κρεμάσω τους εραστές μου στο μπαλκόνι
και τα σπλάχνα τους στη θάλασσα του έρωτος θα ρίξω.
Θα σαλπάρω για άγνωστους ωκεανούς
και την ιερότητα του πόθου δεν θα προσβάλλω επουδενί.

Θα νοσταλγώ όσα ποτέ δεν ήρθαν
ή ήρθαν και χάθηκαν με το πρώτο φως της αυγής.
έτσι σε παράλληλους χρόνους θα ξεφύγω μέσα στις μέθης μου την παραζάλη.

Στη Θεά της Λαγνείας λάφυρο θα προσφέρω τα μάτια μου,
ώστε να μου φέρει και πάλι την αυθάδικη ομορφιά του δέρματος σου και των χεριών σου.

Κι άλλο ένα κονιάκ παρακαλώ.
Για να ποθήσω πιότερο την ποίηση του κορμιού σου, μήπως και σωθώ,
καταφέρω επιτέλους να πάρω τα πόδια μου και να σηκωθώ,
να φύγω από εδώ κάτω, από αυτήν την κόλαση της πραγματικότητας.
Γιατί αν η ομορφιά δεν είναι σωτηρία,
τότε κανένα έλεος δεν υπάρχει στον ανελέητο αυτό κόσμο.
Στους μοναχικούς διαδρόμους της ύπαρξης μας παρηγοριά είναι τα κορμιά που αγκαλιάζουμε.

Παρ αυτά.
Ηδυπαθής και μόνη συνεχίζω την περιήγηση σε μία φθινοπωρινή πόλη.

Απάνθρωπη μνήμη


Στιγμές ευτυχίας παλιές γυρνούν στα σκοτεινά σοκάκια του μυαλού 
με την πρώτη σταγόνα της βροχής. 
- Πόσες ιστορίες με φόντο τη βροχή έχουμε ζήσει εδώ κάτω; - 
Φευ! Είναι πια πεθαμένες στιγμές ετούτες που αναπολώ
κι ούτε πρόκειται να αναστηθούν 
- αφού ποτέ πια δεν θα σε αγγίξω - 

Τι τις θέλουμε άραγε τις αναμνήσεις;
Για να μας κόβουν σαν γυαλιά μήπως 
ή για να συνειδητοποιούμε τη ματαιότητα; 
Ετσι κι αλλιώς στο τέλος μόνος θα μείνεις. 

Αυτός εδώ ο τόπος δε βοηθάει στην αμνησία, 
όπως και κανένας άλλος τόπος. 
Ταξιδεύω. 
Ίσως έτσι μπορέσω να ξεχάσω το δέρμα σου. 
Μάταια επιβιβάζομαι και αποβιβάζομαι στο τρένο της αγάπης. 
Χωρίς εσένα οι διαδρομές παραμένουν αδιάφορες :
Συνεχώς ερειπωμένα κάστρα συναντώ και στέπες άγονες.
 τοπία άνυδρα και γυμνά. 
Σου το είπα: 
Η απουσία Σου με εξοντώνει. 
Κι όμως.  
Συνεχίζω να ταξιδεύω.
Από παράλογο πείσμα. 

Απάνθρωπη μνήμη


Στιγμές ευτυχίας παλιές γυρνούν στα σκοτεινά σοκάκια του μυαλού 
με την πρώτη σταγόνα της βροχής. 
- Πόσες ιστορίες με φόντο τη βροχή έχουμε ζήσει εδώ κάτω; - 
Φευ! Είναι πια πεθαμένες στιγμές ετούτες που αναπολώ
κι ούτε πρόκειται να αναστηθούν 
- αφού ποτέ πια δεν θα σε αγγίξω - 

Τι τις θέλουμε άραγε τις αναμνήσεις;
Για να μας κόβουν σαν γυαλιά μήπως 
ή για να συνειδητοποιούμε τη ματαιότητα; 
Ετσι κι αλλιώς στο τέλος μόνος θα μείνεις. 

Αυτός εδώ ο τόπος δε βοηθάει στην αμνησία, 
όπως και κανένας άλλος τόπος. 
Ταξιδεύω. 
Ίσως έτσι μπορέσω να ξεχάσω το δέρμα Σου. 
Μάταια επιβιβάζομαι και αποβιβάζομαι στο τρένο της αγάπης. 
Χωρίς εσένα οι διαδρομές παραμένουν αδιάφορες :
Συνεχώς ερειπωμένα κάστρα συναντώ και στέπες άγονες.
 τοπία άνυδρα και γυμνά. 

Σου το είπα: 
Η απουσία Σου με εξοντώνει. 
Κι όμως.  
Συνεχίζω να ταξιδεύω.
Από υπερβάλλον πείσμα. 

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Αμοργός, 06/08/2016

 Απέραντο γαλάζιο
Απέραντος ο ορίζοντας
των ανθρώπων γύρω μας./
Θάλασσες είμαστε
που μοιραία συναντιόμαστε.
Κι ο ένας βυθός στοργικά
 το άλλο του κομμάτι αγκαλιάζει .

Αγρίεψες απ τις σκέψεις επί του αιώνιου ζητήματος
των ανθρώπων :
Η εξόντωση της μοναξιάς γεννά τον έρωτα-
ετούτη την παραφροσύνη.
Αυταπάτες καλοκαιριού τρέφουμε όλοι.

Μονάχοι περιηγούμαστε σε μεγάλα καλοκαίρια,
σε κορμιά υγρά
- άγονοι τόποι που επιθυμούμε να εξερευνήσουμε.
Κόπος που άλλοτε αξίζει
κι άλλοτε ματαίως πηγαίνουμε και συναντάμε την κόλαση. 

Παραμύθια

Μόνο παραμύθια ζούνε μες στο νου μου: 
Ας ήταν να υπήρχε ο ανθός της λησμονιάς
που να γίνεται αφέψημα γλυκό
στα χείλη να το φέρω κι ο,τι με πόνεσε να απαρνηθώ
Να φιλέψω κι εσένα, ώστε έτσι υποχθόνια να  σε πλανέψω. 

πώς καταντήσαμε έτσι ; 
Να ζούμε με τα ευχολόγια και τη μυθοπλασία, ενώ η άνοιξη στέκεται δέκα χειμώνες μακριά ;


Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

Συναίνεσις

Ενα κορμί αχόρταγο στην ηδονή,
μία στάλα κολακείας,
ένα πέλαγος αβάσταχτης μοναξιάς,
ελπίδες για συνταίριασμα δύο κόσμων
ή έστω η ανάγκη για αυτοεξαπάτηση
η γοητεία του  απροσδόκητου γεγονότος
 αρκούν για να ενδώσει κανείς στο πάθος.

Ερώτημα

Μαγευτική η όψη σου, απόκοσμη, παρόμοια, θαρρώ, με των Αγγέλων...



Την τόση ομορφιά Σου,αγάπη μου,  πού  να την ξοδεύεις ;
 Και Που σκορπιέται άραγε τούτη η αέναη γοητεία ;
Εκείνα τα μακριά, τρυφερά δάχτυλα ποιο πρόσωπο ν΄ αγγίζουν ;
Κι εκείνα τα σπινθηροβόλα μάτια πού άραγε να καθρεφτίζονται ;
Κι εκείνο το ηλιοφώτιστο χαμόγελο σε ποιά μάτια το χαρίζεις ;

Πού την σκορπάς, αγάπη μου, την τόση εμορφιά σου ;


Απώλεια.

Η απώλεια πρέπει να ναι μέρα Κυριακή
και να ναι ώρα βραδυνή, 
με πηχτό σκοτάδι που καλύπτει τη γη,  
Ουρανός χωρίς φεγγάρι
κατάμεστος με σύννεφα που κρύβουν τ'  αστέρια. 
Κι ούτε οι σκιές δε φανέρωνονται τη νύχτα κείνη, 
μονάχα οι αναμνήσεις μεταμφιέζονται σε νύμφες 
που ξαφνικά φωτίζουν τα μεσάνυχτα, 
ώστε να ματώσουν την πληγή.

Η απώλεια πρέπει να χει γεύση του ποτού της μοναξιάς: 
Στιφή, βαριά, με έντονο αλκοολ. 
Γεύση πικρή σαν του τσιγάρου τον καπνό. 
Κι η απώλεια δεν αστειεύεται. 
Δεν βολεύεται με καμία θλιβερή μουσική, 
με κανένα εξευγενισμένο άσμα.
Θέλει σκυλάδικο η απώλεια, ή έστω ένα βαρύ λαικό
κι ένα καφενείο μικρό στην άκρη της πόλης, 
παρέα με τους περιθωριακούς θαμώνες, 
τους εξουθενωμένους απ΄ το μεθύσι. 

Εις ανάμνησην



Tα  στοιχεία της γης όλα επάνω σου έλαμπαν: 
Το μοιραίο πέλαγος που στη δίνη  του αδηφάγα με κατάπινε, 
η γη η εύκαρπη, διψασμένη, αλλά και ζωογόνα, με έθρεψε. 
Η φωτιά , που πυροδότησε τα σωθικά μου
Μελτέμι ένα απομεσήμερο τ'  Αυγούστου,
που  δρόσευε το κορμί μου στ' αποκορύφωμα του θέρους. 


 Κι ήσουν το Φως των οφθαλμών μου το λαμπρό,
 τ' απάτητο το περιγιάλι, το  δύσβατο κι ερημικό...


Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Κυκλάδες

Το τοπίο είναι απλό κι έρημο.
Βράχια άγρια υψώνονται μπροστά μας,
αγκαλιάζουν την ακρογιαλιά,
η θάλασσα πήρε από χθες εκείνο το χρώμα που με σκοτώνει:
Μπλέ βαθύ, σαν τα παράθυρα των κυκλαδιτικων σπιτιών.
Ενα μπλέ που μεις του Βορείου Αιγαίου δεν το συναντάμε.

Γυμνές πέτρες στέκονται περήφανες,
ρουφάνε καλοκαιρινό φως,
λαμπερό ήλιο,
και τον κρατούνε ως να πέσει το βράδυ.
Ερωτοτροπία το φωτός με τις πέτρες.

Αυγουστιάτικο καυτό μεσημέρι,
την ώρα που ξεσηκώνονται τα  μελτέμια ,
η θάλασσα αγριεύει.



Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Ιουλιος μήνας

Aκινητοποιημένα όνειρα στο ημίφως.
Ζεστός αέρας μπαζει απ τα παράθυρα.
(Άλλο τίποτα ζεστό δεν υπάρχει. Χλιαρές μόνο ζωές τριγύρω )
κι η μία σκέψη να διαδέχεται την άλλη:
Εικόνες όλες συγκεχυμένες και διαδοχικές:

Φωτιά στη μέση του δωματίου.

Λάσπη στην άλλη άκρη.
Και πέρα μακριά στις κρεβατοκάμαρες των ανθρώπων
σαν κεράκια λιώνουν τα κορμιά...

Κι έτσι πέρασε κι αυτός ο μήνας:
Σαν βήξιμο, 
σαν φτέρνισμα, 
σαν μία φευγαλέα μέρα,
επώδυνη κι ηδονική- 
μα τι στον κόσμο δεν έχει τίμημα; 
Κι η ηδονή έχει το πιο μεγάλο. -

Ακινητοποιημένα όνειρα στο σαλόνια των διαμερισμάτων, 
κάτω απ τα λευκά καλοκαιρινά σεντόνια, 
οι ανθρώποι αγαπιούνται, 
αγαπιούνται κι αυταπατώνται, 
νομίζοντας πως εξόρισαν μία για πάντα τη μοναξιά τους. 
Φεύ! Αυταπάτες! 
Αλλά γι αυτές θα μιλάμε τώρα ;

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

η θέα.


Μὰ τώρα αὐτὸς εἶναι ἁπλὸς θεατὴς
Ἀνώνυμος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος

Ανοιχτή μπαλκονόπορτα βλέπει σ έναν συννεφιασμένο ουρανό,
σ ένα σκονισμένο μπαλκόνι. 
Το μικρό τραπεζάκι, χωρίς τραπεζομάντηλο, 
κι οι καρέκλες χαλασμένες. 
Μόνο η πολυθρόνα είναι εκεί. 
την θυμάσαι αυτή τη πολυθρόνα; 
Ανήκε σ έναν φίλο από τα παλιά, 
μου την είχε αφήσει σπίτι, αλλά θα την έπαιρνε πίσω.
Τελικά την ξέχασε. - 
ή την άφησε επίτηδες, για να τον θυμάμαι; 
μήπως έχει τύψεις που εξαφανίστηκε χωρίς καμία εξήγηση; -
Βεβαίως και δεν θα μάθουμε ποτέ. 
Τι σημασία έχει άραγε τώρα ;
Ο αποχωρισμός είναι η φυσική κατάληξη των ανθρωπίνων σχέσεων. 
Καμία εμπάθεια. 

Τοπίο ανιαρό από τη μπαλκονόπορτα. 
Τζάμια βρεγμένα από τις σταγόνες, 
μηχανοκίνητα κορνάρουν, ένας κίτρινος γερανός κινείται ρυθμικά πάνω κάτω. 
Η Ροδόπη απέναντι συννεφιασμένη, κρύβεται από τα σύννεφα.
Κοιτάζω έξω σκεπτόμενη...
Το σπίτι είναι μεγάλο κι όμως δεν με χωράει. 
Η πόλη είναι μεγάλη κι όμως  δεν με χωράει. 
Καμία πόλη ως τώρα δεν μου έφτασε,
ούτε άνθρωπος.
Εσύ είσαι μακριά, αλλά δεν με φτάνεις. 
Κι εδώ να είσαι, πάλι μακριά είσαι.
πού είναι το σημείο που δύο μικρόκοσμοι ανταμώνονται ; 
στο σημείο μηδέν μάλλον. 
Τόσοι ανιαροί μικρόκοσμοι τριγύρω...
κι εσύ αναμένεις τον άλλο σου μισό μικρόκοσμο, 
παρ όλο που ξέρεις πως δεν υπάρχουν άλλα μισά.

Ανώφελη που είναι η αναμονή,
Αφού κανείς δεν θα σε σώσει, λοιπόν,
Ο σώζων εαυτόν σωθήτω....
 Με κατάλαβες; 

Κι αυτή η μελαγχολία, η αίσθηση του ανολοκλήρωτου ενυπάρχει στο χώρο, 
εμφανίζεται μέσα σ αυτό το μεγάλο σπίτι, 
που φορές-φορές γίνεται το καταφύγιο μου, 
κι άλλες φορές η φυλακή μου. 
Φυλακές με τοίχους δεν υπάρχουν,
μόνο φυλακισμένα μυαλά. 
Ακατάστατο σπίτι, παρατημένα βιβλία, παρατημένα ρούχα και σημειώσεις 
στον καναπέ. 
Παρατημένος κι ο εαυτός κάπου ανάμεσα σε μελαγχολικες βαθιές σκέψεις
Κι ακόμα αναρωτιέμαι αν ο Σαρτρ το έθεσε σωστά: 
" η κόλαση είναι οι άλλοι" ; 
Γιατί αυτή η βαριά κατηγορία να τους βαρύνει; 
Είναι άδικο. 
Η κόλαση είμαστε εμείς. 
Εμείς κι άγγελος, εμείς κι ο διάβολος.
Εμείς η νύχτα, εμείς η μέρα, 
εμείς η χαρά, εμείς η θλίψη. 
Σήκωσε τώρα το φορτίο σου με υπομονή και θάρρος,
για να βγάλεις φτερά, να οδηγηθείς στον δικό σου παράδεισο.