Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα χρόνια τα φοιτητικά... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα χρόνια τα φοιτητικά... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Stop-

συνταξιούχος σε εργατικό κέντρο,
με τριμμένο παντελόνι
και τρύπια παππούτσια. stop.

Πέμπτη ξεπουλιέται ο λαός.
Πέμπτη αυτοκτονούμε.
stop.

Κάποιοι βρίζονται απο κάτω. stop.

μου λείπει. stop.

μου λείπει κι αυτός. stop.

Η άφρο χώρισε . stop.

Ο κόσμος είναι μπουρδέλο. stop.

Μοναξιά, γαμημένη μοναξιά,
εσωτερική εξωτερική στις πόλεις. stop

Η Μαλβινάρα είναι θεά.stop.

Δε θα γίνω σαν κανέναν. stop.

Δεν θα είμαι μία. stop.

Πορεία στο δρόμο αύριο απόγεμα. stop.

Ψηλό κορίτσι φασώθηκε με Ιταλο. stop.

Βαρέθηκα να σκέφτομαι και να αναλύω τι νιώθω. stop.

Στριμωχτήκαμε στο λεωφορείο.
Επιβιώσαμε χωρίς παράπλευρες απώλειες.
stop.

Με καμάκωσες. stop.
Aνταποκρίθηκα λόγω ύψους. stop.

H πολιτική δικονομία είναι χάλια. stop.

Η νομική δεν σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. stop.

Εξω οι ψωνάρες απ τη σχολή. stop.

Μας κόβουν το φαί στη λέσχη. stop.

Να πάνε να γαμηθούνε οι τράπεζες κιοι ευρωπαίοι.
Ξεκινήστε. 

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

με αφορμή φωτογραφίες

Προς όλους:

Κοίτα, λοιπόν, τη νιότη μας.
τα προσωπά μας δες,
τι όμορφα που είναι,
αρυτίδωτα.
Κοίτα και τα κορμιά μας,
δυνατά, αντέχουν.
Κοίτα τα γέλια μας στη πορεία,
φέγγει ο κόσμος, όταν εμείς γελάμε,
κοίτα εκείνον τον αυθορμητισμό
και το πάθος.
Αστικοί κώδικες, άγχη για εξεταστική,
άγχος για το δυσοίωνο μέλλον,
έρωτες, ποτά και τσιγάρα,
πάρτυ ρεφενέ στα σπίτι,
εμπειρίες νέες.
Κοίτα, λοιπόν, τη νιότη μας,
κοίτα τι ξέγνοιαστα που μοιάζουν όλα,
τι κι αν εμείς σκοτεινιάζουμε ;
Κοίτα πως τρέχουμε στο μέλλον,
με ταχύτητα φωτός,
κοίτα το κόσμο,
γελάει.
Κοίτα τα σώματα,
μιλάνε.
Κοίτα λοιπόν τη νιότη μας,
γεύσου την όσο πιο πολύ μπορείς,
κι ας τους να λένε για μας.
Ας τους να μας κατηγορούν βολεμένους.
Ο ήλιος θα λάμπει,
έχουμε άστρο εμείς!
Εμείς μπορούμε,
θέλουμε και μπορούμε!
Είμαστε νέοι.
Γεμίσαμε έρωτες, λουλούδια, φθινόπωρα, μελαγχολίες,
αρώματα, πεσμένα φύλα.
Γερά μυαλά είμαστε:
Αντέχουμε!

Προς Ι.Σ

Κοίτα τη νιότη μου,
κι ασε με να παίζω σα μωρό με τα νερά της θάλασσας,
άσε με να τρέχω στη βροχή,
άσε με να υπερβάλλω,
Ασε με χαίρομαι και να κλαίω,
έτσι όπως εσύ δεν μπορείς...
Ασε με να υπάρχω έτσι,
μ'όλους τους πόρους του εαυτού μου.
Ασε με να μοιράζω ανάσες,
άσε με να μην συμφωνώ,
άσε με να σ' εμψυχώνω,
να μη σ' αφήνω να πέφτεις,
γιατί μπορώ.
Ασε με να πιστεύω στο σήμερα,
στο τώρα, μη μου ζητάς πίστωση χρόνου.

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Κομοτηνή~μια άλλη όψη.

H πόλη το χειμώνα συννεφιάζει,
είναι σαν να τη λησμόνησαν όλοι
και μόνο η βροχή τη θυμάται.
Ξυπνάει, ανοίγει τα μάτια της,
αλλά τα βλέπει υγρά,
την σκεπάζουν τα βαριά σύννεφα,
το κρύο είναι τσουχτερό,
κοιτάζει εμάς απο απόσταση,
με κείνο το φθονερό ύφος της,
γιατί να ζούνε;
Κι έτσι μας εκδικείται,
ανάβει τα κίτρινα φώτα της στην Βενίζελου,
αυτή που τόσες φορές μας μέθυσε με τα καμωματα της,
ζηλεύει που εμείς εκεί ζούμε και δεν το βάζουμε κάτω.
Κι ετούτη την πόλη την αγαπήσαμε κάποτε κι εμείς.
Ομως, μας ξέχασε, κι εμείς πάλι ξεχαστήκαμε στην αγκαλιά της,
λες κι είναι έρωτας ζωής.
Την βρίσαμε, την αποπήραμε,
μα εκεί καταλήξαμε πάλι,
εκεί στην απαίσια ασφαλεια της,
στα ίδια μέρα, στα ίδια θλιμμένα κι απελπισμένα μπαρς,
που μας καλούν να ακουμπήσουμε όλο μας το πόνο
και να τον μετατρέψουμε σε αλκοόλ.
Είναι τα ίδια μπαρς, που πριν κανα χρόνο και βάλε,
γνωρίσαμε τους φίλους μας, τους ανθρώπους μας,
αυτούς που μας πικράνανε και μας κανάνε να κλάψουμε
για εκείνο που δεν ελπίζαμε ποτέ,
οτι δηλαδή καμιά φορά στη ζωή,
υπάρχουν κι άνθρωποι που σ΄ αγαπάνε έτσι, χωρίς όρους.
Είναι τα χρόνια μας αυτά, τα φοιτητικα μας,
που νιώθω πως κοντεύουν να περάσουν,
και στη σκέψη αυτή δακρύζω.
Είναι τα χρόνια μας, τα πιο καλά μας χρόνια,
τα εικοσι μας χρόνια, που θυσία τα κάνουμε σ'αυτή τη πόλη.
Πόσο μελαγχολική αυτή η πόλη,
ολόκληρη είναι ένας χωρισμός,
ένα τελευταίο φιλί,
κι ύστερα, μια νοσταλγία.
Σαν να σε ειρωνεύεται αυτή η πόλη,
το κάθε της σοκάκι σου σκάει ένα σαρδόνιο γέλιο,
ένα "καλά να πάθεις", σαν να σε εκδικείται,
σαν εραστής που τον απάτησες.
Αυτή η πόλη, σαν ανέραστη γυναίκα,
σου ρουφάει το αίμα,
όσα κι αν της δώσεις πάντα θέλει κάτι παραπάνω,
γυρεύει να σε εξουθενώσει,
στιγμή δεν σ' αφήνει να χαλαρώσεις,
να ευχαριστηθείς,
πάντα σου πετάει και μια θλίψη στο πιάτο,
"πάρε να χεις σου λέει",
κι ύστερα σου ανάβει τα κίτρινα φώτα στη Βενιζέλου,
κι εσύ περπατάς μεθυσμένος,
απο το κρασί ή απο τα φώτα ή απο την ατμόσφαιρα,
δεν ξέρεις.
Αφορμές πάντα έχει για σε κάνει να νιώσεις τον ρυθμό της,
τον δικό της γριζο ρυθμό,
αυτόν που σου βάζει το μαχαίρι στο λαιμό,
κι ο,τι κι αν κάνεις δεν θα γλυτώσεις ποτέ.
Οσο μακριά κι αν πας, την αναζητάς,
τι κι αν κάθε πρωί με το ζόρι ανοίγεις το παράθυρο ;

Είναι αυτή η πόλη που δεν σ'αγκάλιασε ποτέ,
δεν ήταν ποτέ φιλόξενη στη χαρά,
μόνο σε μεγάλες θλίψεις,
άνοιξε τις ποδάρες της,
χωρίς αιδώ και φειδώ.
Ναι, είναι καριόλα,
σε καταδυναστεύει,
δε σ'αφήνει να χαμογελάσεις,
μόλις σε δει,
έρχεται εκεί,
στέλνει τους γνωστούς συνομώτες της,
τα φώτα της,
να σου θυμίζουν πως ο,τι ζεις
είναι ψέμα,
είναι προσωρινό,
είναι σαν να κάνεις έρωτα μ'έναν άγνωστο για ένα βράδυ,
και ξέρεις, οτι το πρωί, όλα θα ναι τελειωμένα,
και θα φροντίσεις να έχεις φύγει νωρίς νωρίς,
μη ξημερώσει και χρειάζονται εξηγήσεις.
Ετσι κι η πόλη αυτή,
σαν μια γυναίκα της βραδιάς,
ξελογιάστρα, με τα κραγιόνια της και τα χρυσαφικά της,
σαν άντρας μελαγχολικός στέκεται και σε κοιτάζει,
και ληγόνεται,
και θέλει κι άλλο,
κι άλλη ζωή, κι άλλο κορμί,
αχόρταγη στέκει,
έτοιμη να μας κατασπαράξει,
να μας χώσει βαθιά στα σκέλια της,
να μη ξεφύγουμε απο αυτή.
Εχει το τρόπο της η καριόλα,
μας βουλιάζει,
μας λησμονεί,
μας φτύνει,
αλλά στο κάθε βλέμμα που μας ρίχνει,
θέλουμε να γυρίσουμε πίσω,
σαν άντρα που ερωτευτήκαμε πολύ.




Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ομίχλη.-κομοτηνη

Ομίχλη.
Ξεπηδάει ένα σύννεφο, είναι σαν καπνός στους δρόμους.
Τα φώτα φαίνονται αχνά, θολά.
Τα κίτρινα φώτα της νύχτας ξεθωριάζουν.
Η ομίχλη φαίνεται κίτρινη.
Τα δέντρα θροίζουν.
Κίτρινα φύλλα κειτονται σαν νεκρά σώματα στους δρόμους.
"Καμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διεύρυνσης", σκέφτομαι.
Μια σκιά μαύρη στην οδό Αθανασίου Διάκου.
Κίτρινα φώτα και ομίχλη.
Και εκεί στο απέναντι μπαλκόνι να λαμπυρίζουν κάτι αστέρια λαμπερά,
γιορτινά, σημάδια μια χαράς.
Κίτρινη η γιορτινή χαρά, κάλπικη, βασισμένη στην αδηφαγο κατανάλωση
Κίτρινα φώτα κι ομίχλη και σκιές στους δρόμους.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

ο αέρας που παίρνει τα μαλλιά,

λίγο ούζο,

και θάλασσα,

μια θάλασσα δική μας φουρτουνιασμένη η ζωή μας..

μπλε βαθύ

και αστέρια πολλά αστέρια

κι ηλιοβασιλέματα,

ατέλειωτα ηλιοβασιλέματα,

κι ο δρόμος..

ο δρόμος που σβήνει κι είναι και τ άλλα,

όλα τ'άλλα που ξεκινούν απ την αρχή...

και τα μάτια σου κάπου εκεί απέναντι στον δρόμο που χάνεται...\

κάπου εκεί στην άσφαλτο χάνεσαι κι είσαι δίπλα μου...

κι εγώ ναυαγώ στα μάτια σου

και σε παίρνω απ το χέρι

κι εσύ με κλείνεις στην αγαλιά σου

μα ναυαγώ..

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

"παλιώνουν οι άνθρωποι.,.. "

και νομίζεις πως ζεις...
ΝΟΜΙΖΕΙΣ πως αγαπάς,νομίζεις πως ερωτεύεσαι...
όλος σου ο κόσμος ένα μαύρο κουτί, ένα σπίτι,τέσσερις τοίχοι και η μουσική.
ένα ραδιόφωνο να παίζει μέρα-νύχτα,τσιγάρα σωρός,μπύρες,βιβλία ιταλικών,ένας έρωτας στην Ιταλία... κάθε βράδυ το τηλέφωνο,μουσική,τσιγάρα,καπνός,μελαγχολία...
η ζωντάνια λείπει,τα μάτια σου σκοτείνιασαν,η ζωή σου πάλιωσε...
"παλιώνουν οι άνθρωποι.. " δε ζεις πια,μόνο περνούν οι μέρες,έτσι η μια διαδέχεται την άλλη χωρίς καμιά ουσία,χωρίς καμιά φιλία..έτσι,υψώνεις τείχη τεράστια γύρω σου για να μην μπορέσει κανείς να δει την ομορφιά και την ασχήμια σου,το αγνωστο σου,το τέρας σου,την πεντάμορφη...κανένας,μέσα σ ένα μικρό παραμύθι νομίζεις οτι ΖΕΙΣ,ενώ στην ουσία περνάει η ζωή σου χωρίς κανένα χρώμα,ετσι άοσμα,βαρετά και ηλίθια,αφήνεις τον χρόνο να σε γερνάει...γιατί.."παλιώνουν οι ανθρωποι.." γιατί βιάστηκες να τα ζήσεις όλα και τώρα τίποτα δεν σου έμεινε ή έτσι νομίζεις...
και δεν ξέρω αν υπάρχει τίποτα πιο άθλιο απ το να μην σ ενθουσίαζει τίποτα, απ το να είσαι πάντα στη μέση,πάντα στο ροζ και στο γκρι... λυπάμαι για σένα.. γιατί... "παλιώνουν οι άνθρωποι..."

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

"κι είναι κι οι άνθρωποι που τρέχουν μες στις πόλεις,ξένοι μες στους ξένους...κι είναι κι άλλοι που σ αγκαλιάζουν και σε μαθαίνουν"



μέσα στην τρελή βροχή κατεβαίνω απο ένα λεωφορείο..κομοτηνή-αθήνα..διασχίζοντας ολόκληρη την ελλάδα σχεδόν σ ένα τοπίο βρόχινο,μελαγχολικό,συννεφιασμένο,ρομαντικό..η βροχή που πέφτει κι ακούς το "σι-σι-σι"...και ταυτόχρονα την μουσική...μηδενίζω αποστάσεις και λυτρώνομαι απο την αιώνια λογική που δέσμια με κρατά.
εν πάση περιπτώσει έλα να ζήσουμε την τρέλα μας και τ όνειρο το άπιαστο...
μια διαδρομή, ένα ταξίδι με καρδιά,με μυαλό, με λαχτάρα για να σ αντικρίσω μέσα στο πλήθος το απρόσωπο..

και μετά αλλάζουμε στάσεις του μετρό και λεωφορεία... και φτάνουμε σπίτι ΜΑΖΙ μετά απο μήνα που ζήσαμε χωρίς... κι η Αθήνα είναι η πόλη που όλοι βιάζονται κάτι να προλάβουν, ίσως την μοναξιά που παραμονεύει σε κάθε στενό και σε κάθε λεωφόρο.. πρόσωπα χλώμα, απρόσωπα πρόσωπα, το άγνωστο, το τρομακτικό άγνωστο που σε καλεί να το κάμεις γνωστό...μία γλυκιά παραίσθηση,σαν όνειρο.
Αθήνα, πόλη των φωτεινών επιγραφών, πόλη-μητέρα του πολιτισμού, θεσμοκοιτίδα της τέχνης, πόλη πλανεύτρα και μαγική,φωτεινή,ίσως και μουντή, πόλη υπέροχη,σαν ερωτας απαγορευμένος.

και μετά το σπίτι ζεστό,γεμάτο απ το γέλιο σου και τις ζωγραφίες σου...και το βράδυ μακρύ, γεμάτο κουβέντες,για να προλάβουμε τον χρόνο πριν μας προλάβει εκείνος. μπύρες,τσιγάρα, μουσική... απόλαυση θεική κι η παρέα μου μαζί μου... πρόσωπο γνώριμο κι αγαπημένο,φωνή γνωστή κι όμορφη.. ένα βράδυ που καμιά μας δεν κοιμηθηκε... και κλείσαμε πολλές φορές τα φώτα... μα μετά μια κουβέντα,ένα βιβλίο που διαβασαμε μαζί και δυνατά.. πεφτουμε για ύπνο,μα είναιχάσιμο χρόνου και ξεσκεπαζόμαστε..

μετά εσπρέσο στην ταράτσα με θέα την ακρόπολη-ω μαγικό αιώνιο μνημείο,αγαπημένο,κυοφορον δέος και τιμή...
χορεύουμε μαζί με θέα την ακρόπολη και δεν έχει ακόμη ξημερώσει,μαζί με θέα τις ταράτσες,με θέα αυτό το γλυκό χάος, που κατα παράξενο τρόπο δεν θες να το τακτοποιήσεις και μετά... βόλτα για όπου βγει... μια καλημέρα ζεστή κι ο,τι βγει κι όπου βγει... έτσι στο άγνωστο... στην Αθήνα...στην πρωτεύουσα,στην τόσο αγαπημένη και μελαγχολική ελληνική πρωτεύουσα κι είναι μαζί σου!!!!

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

"αδεια η ψυχή μου, το δωμάτιο άδειο.. "

σ' ένα απέραντο άδειο δωμάτιο.. αυτό της ψυχή σου..
δεν υπάρχει φως της στιγμής, μόνο φως του μέλλοντος.
τεράστια δυσαρέσκεια γυρνά γύρω γύρω,
μετά έρχεται η Οργή για το λάθος και σου βάζει μαχαίρι στο λαιμό.
Πρέπει ν αλλάξεις. Θες ν αλλάξεις.
Η δύναμη εξασθενημένη σκεπάζεται με χοντρές κουβέρτες. Εχει πυρετό και κρυώνει.
Γιατί την άφησες να παγώσει;
Ενα είδωλο-φάντασμα χορεύει στον απέναντι καθρέφτη. Ισαίσα που διακρίνεται μέσα στο πηχτό σκοτάδι.
Ενας φόβος πάντα υπαρκτός, το πέρασμα του χρόνου που σκοτώνει. Ισως και την αθωότητα που αιμοραγεί..
Αγωνία και λιγη Νοσταλγία σου χτυπούν την πλάτη.
Η Ανία έρχεται απειλητικά κατά πάνω σου και συ με το γέλιο προσπαθείς να την τρομάζεις. Τρομάζεις το κενό για ν απομακρυνθεί, μα επιστρέφει.

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

πρωιμη νοσταλγία..

Η γειτονιά μου με τα μικρά ανηφορικά στενάκια,
τις γλάστρες στα μπαλκόνια,
τις καρέκλες και τα τραπέζια στις αυλές
και τις ηλικιωμένες γερόντισες που μιλούν...

Εκείνη η βιολέτα που φύτρωσε πάνω στον τοίχο τον ασβεσωμένο, τον πάλλευκο...

Και μετά τα φώτα του δήμου που χλωμιάζουν...

Το φεγγάρι στέκεται πάνω απ την πόλη και την γειτονιά μου.. και φωτίζει τον ουρανό.. και τα σπίτια..
Ολα τυλίγονται στο φως του και πέρνουν μια άλλη μυστηριακή όψη.
Επειτα το φεγγάρι αιχμαλωτίζεται στα σύννεφα και μένω έκθαμβη να σκέφτομαι " μα Θεέ μου, πού βρέθηκε τόση ομορφιά.. "

Η πλατεία απο κάτω γεμάτη φοιτητές, γεμάτη νέους... Ζωή και ηρεμία..
Ολα κυλούν τόσο γαλήνια..
Μια μικρή γλυκιά μελαγχολία πανιέται στο τοπίο, που σε οδηγεί στην απέραντη γαλήνη..

Και εγώ, σκέφτομαι πώς θ αποχωριστώ αυτόν τον τόπο που τον αγάπησα.
Θα μου λείψουν ακόμη και τα πρόσωπα των φοιτητών που έβλεπα κάθε μέρα και τυχαία μπορεί να ήξερα τ ονομα τους.
Θα μου λείψουν οι φίλοι, τα γνώριμα πρόσωπα, οι γλάστρες, τα στενά, η μυρωδιά, η θάλασσα, οι γονείς μου, οι δρόμοι... Αχ οι ρίζες.. είδες τι κάνουν οι ρίζες; ο ΤΟΠΟΣ μου, το νησί μου, εδώ που μαι οικεία και ξένη μαζί...

Τον έχω αγαπήσει αυτόν τον τόπο, το κάθε του λουλούδι, το κάθε στέκι μου κρυφό, τον κάθε βράχο, την καρέκλα του Ρίτσου, τα βότσαλα, τον βοριά που πηρουνιάζει, την ηρεμία του, τα χωριά του...

Θα μου λείψει το καλύβι της φίλης μου που πηγαίναμε χειμώνα και το χώμα μύριζε απο την βροχή.. και μετά χανόμαστε μέσα στο δάσος με κουβέντες χαζές.. μα ήταν τόσο όμορφα..
Κουκουνάρια, λίγο χιόνι, το τζάκι που έκαιγε, το παράθυρο που έχει θέα ένα γυμνό δέντρο κι απο κάτω εκείνο το χρώμα των φύλλων, εκείνο το φθινοπωρινό..

Η αγριεμένη θάλασσα τον χειμώνα ήταν λες και μου μίλαγε. Ξαπλωνα στην άμμο με τ ακουστικά κι άκουγα και τον μελωδό να κροταλίζει..

Συγκίνηση.. μια μιρκή συγκίνηση.. υγραίνονται τα μάτια μου... Ο ΤΟΠΟΣ μου.. τα μέρη μου..

Είναι κάτι σαν νοσταλγία, όσο κι αν θεσ να φύγεις, όσο κι αν ξέρεις πως ανοιγεις φτερά..



Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Θανάσης Γκαϊφύλλιας Ματιές (Καβάλα και Κομοτηνή)

(Πώς λοιπόν αγαπάμε τις πόλεις; Για μένα είναι τόσο απλός ο τρόπος. ΑΠο ένα τραγούδι, απο μια όμορφη εμπειρία, απο μια γλυκιά ανάμνηση... Την Θεσσαλονικη την έχω αγαπήσει μέσα απ τα λόγια ένος παλιού μου Ερωτα, την Χίο λόγω γλυκόπικρων αισθημάτων... Την Νάξο και την Πάρο για τα γυμνά τους τοπία και για τις ξεχωριστές ίσως και και άσχημες μνήμες.. Την Κομοτηνη αρχίζω να την αγαπώ μέσα απ τα τραγούδια που της έχουν γράψει.. Την αγαπώ σιγά-σιγά για την ζεστασία που σου προσφέρει, για την ιδιαίτερη παραδοση της,για εκείνον τον αέρα της Ανατολής...με τις μυρουδιές απο τις λιχουδιές που σου σπάνε τη μύτη.. Κι όχι μόνο γι αυτό, μα και για άλλα, που θα σας τα πω μια άλλη φορά με πιο ωραία λόγια.. )

Ματιές στις πόλεις που πεθαίνουν

Που δε γεννήθηκαν ακόμη

Και πάντα κάτι περιμένουν

Σαν τον φαντάρο αλλαγή

Ματιές στις πόλεις που αραδιάζουν

Τραπέζια έξω και φωνές

Υποστολή σημαίας πρώτα

Κι ύστερα μένουνε βουβές

Πάμε μια βόλτα αλαμπρατσέτα

Καβάλα και Κομοτηνή

Λέω στη γοργόνα άμα ζει

Κι αυτή μου λέει πάντα μαζί

Πάντα μαζί

Ματιές στις πόλεις που γεννιούνται

Με φωτεινές επιγραφές

Κι ύστερα χάνονται τις νύχτες στις μοναξιάς τις μουσικές

Κρατώ στην τσέπη μου δυο λέξεις

Για να τις δώσω αμοιβή

Σ όποιον μου πει ποια είναι η πόλη

Που τρέμει μέσα στη βροχή

Πάμε μια βόλτα αλαμπρατσέτα

Καβάλα και Κομοτηνή

Λέω στη γοργόνα

άμα ζει

Κι αυτή μου λέει πάντα μαζί

Πάντα μαζί

Ματιές στις πόλεις που ανάβουν

Σα φαναράκια τις γιορτές

Κι ύστερα πάλι τρεμοσβήνουν

Και μεγαλώνουν οι σκιές

Ψάχνω να βρω το πρόσωπό σου

Μα δεν το βρίσκω πουθενά

Χάθηκε μέσα σε λιμάνια

Και καπνομάγαζα παλιά

Πάμε μια βόλτα αλαμπρατσέτα

Καβάλα και Κομοτηνή

Λέω στη γοργόνα άμα ζει

Κι αυτή μου λέει πάντα μαζί

Πάντα μαζί

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Φιλοσοφική ή Νομική κ ένα σημείωμα στον Κ. Μάνεση.

Aποφάσεις ζωής... Εκείνο το βράδυ του μηχανογραφικού πόσο είχα αμφιταλαντευτεί.. Ο έρωτας κι η λογική.. Η καρδιά και το μυαλό.. μια αιώνια μάχη σ ένα πεδίο που ο ένας ή ο άλλος υπερισχύει. Κι όμως κάποιες φορές πρέπει να τα συμφιλιώνεις...

Λοιπόν Νομική ή Φιλοσοφική; Αιώνιος ο δεσμός με τα βιβλία..
Ενας δεσμός όπως αυτός που έχουμε με το ζωογόνο νερό.
Φιλοσοφικα, παιδαγωγικά, ιστορικά, μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, σαπουνόπερες, ψυχολογικού ενδιαφέροντος βιβλία.. Ο,τι και να πεφτε στα χέρια μου πάντα δεν έφευγε έτσι, χωρίς να το καταβροχθίσω. Πάντα άνοιγα μια αγκαλιά για το Βιβλίο. Μια αγκαλιά τεράστια, ιερή σχεδόν. Κάθε Βιβλίο και ένας άλλος διαφορετικός Ερωτας. Η ποιήση με συνεπήρε τα τελευταία δυο μου χρόνια. Διψούσα γι αυτήν, σαν το χώμα που ζητά την βροχή το φθινόπωρο. Ηθελα κι εγώ να υψωθώ, να ερμηνευσώ τον άνθρωπο και ν την ψυχή μου κι ίσως να την γιατρέψω.. Ιατρείο ποιήσεως παραφράζοντας την εκπομπή του Δευτερου " ιατρείο ασμάτων" . Οσο έχω ερωτευτεί την Ποιηση δεν ερωτεύτηκα κανέναν..

Κι υστερά πόσο θα επιθυμούσα να την σπουδάσω.. Φιλοσοφικη... Πόσες φορές μπήκα στην ιστοσελίδα του Καποδιστριακού; Τα μαθήματα με ανατριχιαζαν κυριολεκτικά.. Μόνο και μόνο οι τίτλοι τους με παίρναν απ το χέρι και μ οδηγούσαν σε τόπους ηλιόλουστους μα και φθινοπωρινούς.
Απο τα 12 μου έλεγα " θα σπουδάσω στην φιλοσοφική".
Μια επιθυμία βαθιά χαραγμένη κάτω απ το πετσί μου, μες στην ψυχή μου και πιο κάτω απ αυτή.

Μετά ήρθε η Νομική. Ο θείος πορωμένος με την σπουδή του Νόμου με επηρέζε. Κι έτσι τ ονειρο της φιλοσοφικής πήγε περίπατο. Η Νομική ήταν τ ανέφικτο για μένα, το θεοποιημένο, το πιο υψηλό. Μόνο και μόνο γι αυτό έπρεπε να την πετύχω. Γιατί φίλοι μου, την αποτυχία δεν την σηκώνει η πλάτη μου εύκολα. Ζορίζεται(ζορίστηκε ήδη πολύ). Μια σχολή που σ ανοίγει πόρτες στον κόσμο, οξύνει την σκέψη, την υψώνει, σου προσφέρει πολλές δυνατότητες.Κι εδώ είναι η λογική.

Επειτα, δεν τα χα και της τιμής μου να πάω πιο κάτω. Πρέπει να υψωνόμαστε όσο πιο ψηλά αντέχουμε. Και να σου πω κάτι; Εγώ άντεχα.. κι αφού άντεχα, καλώς διάλεξα. Μετά, είναι κάτι που μ αρέσει..

Πνεύμα ελεύθερο, παράξενο κι αναρχορχοαυτόνομο,(sollicitus animus) δεν ξέρω αν θ αντεχα να λέω στα παιδιά όσα άκουγα εγώ. Γιατί ξέρεις, όταν ερωτεύεσαι την Ποιηση σε λογάριθμο δεν την βάζεις κι εύκολα. Μάχες ατέλειωτες με τον εαυτό μου θα γινόταν κι όλο αυτό θα περνούσε στα παιδιά.. κι ίσως να τους επηρέαζα αρνητικά. Πώς εγώ θα συμβιβαζόμουν με το μοντέλο ανθρώπου-μηχανής που θα μου ζητούσαν αυτοί(ποιοί αυτοί; οι κυβερνήσεις, κοινό μυστικό) να διαμορφώσω; Κι όλο αυτό που χω μέσα μου πώς θα το διoχέτευα μέσα απ το καθηγητηλίκι;
Κι η δική μου η φιλοδοξία πως θα ικανοποιούνταν; Και θα περίμενα έναν ΑΣΕΠ να με διορίσει; Γιατί;
Κι έτσι λοιπόν ο έρωτας κι η λογική συμβιβαστηκαν και βρήκαμε όλοι την χρυσή τομή.
ΣΟφά έχω διαλέξει νομίζω. ΝΟΜΙΖΩ λέω. Ο χρόνος, Ο θΕός χρόνος θα ξεδιαλύνει τα πράγματα κι όλα θα κυλήσουν ορθόδοξα για ανορθόδοξα. Εξαλλου, η ζωή είναι ένα ρίσκο, ένα ταξίδι στ' αγνωστο. Κι εγώ τ αγνωστο το λατρεύω.

Υ.Γ. Διονύση(επετρεψε μου τον ενικό), αν διαβάσεις ποτέ, να ξέρεις πως αν γινόμουν ποτέ καθηγήτρια θα σουν το προτυπο μου.. Κι όταν όλοι κατακρίνουν τους καθηγητές των σχολείων(και δικαίως κάποιες φορές, γιατί απλά είναι άψυχοι και προσιδεάζουν στους καβαφικούς δημοσίους υπαλλήλους) εμένα το μυαλό μου πάει αμέσως σ εσένα. Μια όμορφη εξαίρεση μέσα σ ένα σύστημα που καταρρέει αβοηθήτο. Και ξέρεις, αυτές οι εξαιρέσεις, όπως εσύ, είναι αυτές που αλλάζουν τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος αλλάζει στα σχολειά, όσο κι αν αυτοί τα εξευτίλισαν, γιατί τους βολεύει. Συνέχισε έτσι. Θέλω να σου πω ένα μεγάλο Ευχαριστώ και για τις αναρτήσεις που με βοηθούσαν, μα και γιατί μου θύμιζες πως ανάμεσα στα συντρίμια ανθίζει πάντα ένα λουλουδάκι! Να σαι πάντα καλά! Για άλλη μια φορά, καλή σχολική χρονιά! (Περιτό να σου πω πως σε σύστησα και σε ένα ακόμη φετινό "τριτάκι" )

Κι είμαι σίγουρη πως θα πάρεις πάλι απ το χέρι τους φετινούς σου μαθητές και θα τους βγάλεις στην χώρα που όλα τα ηλιοβασιλέματα είναι πολύχρωμα, θα τους οδηγήσεις σ εκείνον τον τόπο που η Τέχνη συναντά την Ψυχή κι έτσι δεμένες κόμπο συμπορεύονται μέσα στον Κόσμο, στον κόσμο που κοσμεί, κι όχι σ αυτόν τον κόσμο που νοσεί και πεθαίνει κάθε μέρα αργά και βασανιστικά. Σ εκείνον τον κόσμο που οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι, με ψυχή και καρδιά αδούλωτη.. Ξέρεις, εσύ να του δείξεις κι άλλο κόσμο, Ανθρώπινο και πάνω απ όλα ευαίσθητο, μυστικό μα και πασίγνωστο.. γιατί για μένα μια λειτουργία της Τέχνης είναι να άρει την ψυχή μας στους Ουρανούς της λευτεριάς...

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Κομοτηνή- Αθήνα( "αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που χάνεις )

Ανοίγω έναν υπολογιστή κι έχω την ψευδαίσθηση πως όλος ο κόσμος είναι στα πόδια μου. ΕΝα κουμπί και μπορείς να λύσεις κάθε απορία. Ευκολα διαβάζεις τις ειδήσεις, διαβάζεις σχόλια, μαθαίνεις νέους καλλιτέχνες, νέους ποιητές, βλέπεις τα καλλιτεχνικά προγράμματα.
Ναι, γι αυτό το τελευταίο ήθελα να μιλήσω.

Κοιτάζω τα πάντα να συμβαίνουν στην Αθήνα.
Θυμάμαι οτι απ τα 15 μου, όταν άρχισα δηλαδή να ψάχνω περισσότερα πράγματα για την τέχνη, όταν ανακάλυπτα ποιητές, μουσικούς κλπ, ονειρευόμουν πως θα ζούσα ως φοιτήτρια στην Αθήνα ξοδεύοντας τον χρόνο μου μέσα στα βιβλιοπωλία, στις συναυλίες, στα δισκοπωλεία, στα θέατρα(τα μεγάλα σχολειά όπως τα λέω), στις διάφορες εκθέσεις.. Ηλπιζα να κυνηγήσω κι εκείνο το παιδικό όνειρο της δημοσιογραφίας... Ναι μάλιστα.
Είχα σχεδόν σκηνοθετήσει την φοιτητική μου ζωή με φόντο την Ακρόπολη, τον Μοναστηράκι με τα παράξενα ρούχα και τα παλιτζίδικα, του ζητιάνους, τους ανθρώπους που απρόσωποι τρέχουν με μάτια αδιάφορα, τα αδέσποτα σκυλιά στους δρόμους, την φασαρία. Είχα σκηνοθετήσει την φοιτητική ζωή κάπου εκεί στο Θησείο παρέα με μερικούς γνωστούς που σπουδάζουν στην Πρωτεύουσα..Μ είχα φανταστεί να κυκλοφορώ ξένη μέσα στους ξένους και κανείς να μην με χαιρετά ούτε κι εγώ κανέναν και να μένω μόνο να παρατηρώ τους ανθρώπους - αριθμούς να τρέχουν.
Κι όμως όταν κάνουμε σχέδια, ο "Θεός" γελάει.

Μετά όλοι, φίλοι γνωστοί, άγνωστοι, περαστικοί, θέλησαν να με πείσουν πως η Κομοτηνή θα είναι το ιδανικό για μένα. Μα ΜΑΤΑΙΑ!
Βρηκα μια πόλη ζεστή, ήσυχη, γεμάτη με νέους, γεμάτη μυρωδιές, γεμάτη ανθρώπους πολυλογάδες.
Μια πόλη γεμάτη μουσουλμάνους, Ρομά με τους ντόπιους να υπολειπονται κουλτούρας... Μια πόλη χωρίς θάλασσα.
Οπως και να χει ένας τόπος διαφορετικός, ένας τόπος ξεχασμένος, με τους μιναρέδες, τις μαντίλες και σαφώς τις αρβύλες των στρατιωτικών και τις μπλε στολες των μπάτσων.
Μια πόλη με τεράστια αγορά, μια πόλη με ωραίες εκκλησίες και με κλειστόμυαλους ανθρώπους, επαρχιώτες με την στενή έννοια του όρου..
Βρέθηκα άξαφνα σε μια πόλη που δεν μπορούσες να δεις ηλιοβασίλεμα, γιατί η θάλασσα δεν υπάρχει για να δει τον ήλιο να βυθίζεται..
Συνάντησα μια πόλη περιτριγυρισμένη απ την Ροδόπη, συννεφιασμένη πόλη, σχεδόν μελαγχολική, με μεγάλες πολυκατοικίες,λιγοστά φώτα και υγρούς δρόμους.Ο αέρας της Ροδόπης σε διαπερνούσε και κρύωνες,ένώ τα δέντρα έφερναν μια ευχάριστη ψύχρα..

Επειτα, πήγα στην σχολή. Δέος με πλημμύρισε, καθώς μόνο τότε κατάλαβα πόσα είχα πετύχει. Πέρασα απ την τεράστια αυλή, κοιταξα τα κομματικά συνθήματα στους τοίχους( το πιο όμορφο η ΠΚΣ "αυτοί που μας παίρνουν το βιβλίο μας κατηγορούν πως μείναμε αγράμματοι ή κάτι τέτοιο του Μπρέχτ) . Μετά ανέβηκα τα σκαλιά, νιώθωντας τόση μικρή μα και τόσο τεράστια παράλληλα.Να, σαν να πατάς στα πόδια σου και ταυτόχρονα να σαι μερέωρη. Το άγνωστο εισέβαλλε σε κάθε μου κύτταρο και άρχισε να με συνεπαίρνει. Ημουν εγώ! Εγώ στην Νομική; Ναι ΕΓΩ στην ΝΟΜΙΚΗ! Είχα πατήσει στην σχολή-φάντασμα. Πάντα έτσι την έβλεπα. Το μακρινό όνειρο, ο θησαυρός, το Υψηλό, το Απιαστο,το Μεγαλύτερο. Ετσι το ένιωθα και τώρα; Τώρα ήμουν μέσα
! Αναψα ένα τσιγάρο εκεί κοντά στα κομματικά τραπεζάκια. με πιάσαν τα κοράκια τν κομμάτων. Ευγενείς, ωραίοι και μπλαμπλάδες και πρόθυμοι. Μόνο που εγώ ξέρω τα παταμύθια τους.

Ναι, Είμαι στην ΝΟμική.

Μετά σκέφτηκα πως θα μπορούσα και καλύτερα. Η ΑΘήνα, το άπιαστο, το ακατόρθωτο για πολλούς και για μένα. Απέτυχα, σκέφτηκα, σκέφτομαι ακόμη. Η σκέψη να ξαναδώσω πολύ έντονη, μα η μάνα μου θυμώνει νευρικά.
Και τα ονειρά μου για την Αθήνα; Η χαμένη μου περηφάνια...
Μα τι τα θες; Αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που χάνεις.. σαν έτοιμος απο καιρό, σαν θαρραλέος ( κι άλλη φορά να πιστεύεις στον εαυτό σου, τώρα τράβα τα! )