Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικόνες.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικόνες.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Ερωτευμένη τα Χριστούγεννα

ξύπνησε μ' έναν τρομερό πονοκέφαλο χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο.
Κατέβηκε στην κουζίνα και έφτιαξε καφέ, πικρό, όπως πάντα.
Εψαξε για τα τσιγάρα της.- έχει καταφέρει να μην καπνίζει πολύ τελευταία.
Μετά πήρε το βιβλίο της κι άρχισε να μελετάει λίγο.
Κοίταξε έξω απο το παραθυρο.
Καθαρός ουρανός και βαριάς.
Ανοιξε την τηλεόραση,
άκουσε για ένα λεπτό ειδήσεις,
αλλά πάτησε το off,
γιατί δεν ήθελε να την ταράξουν τα κακά νέα.
Θυμήθηκε τις γιορτές που έρχονται
και το μίσος της γι αυτές,
επειδή κρύβουν μια υποχρέωση,
αυτή της ευτυχίας.

Ωστόσο, αυτή τη φορά,
η ευτυχία έχει πάψει να είναι υποχρέωση,
κι έχει γίνει ένα πραγματικό γεγονός.
 Κι ο κόσμος έχει λάμψει ξανά,
μετά απο πολλά χρόνια,
που είχε πεθάνει.
Φταίνε κάτι μελιά μάτια
και  κάτι ίχνη φωτός μέσα στο σκοτάδι,
μικρές ξανθές ανταύγιες της ομορφιάς
μέσα στην ασχήμια του γύρω κοσμάκι.
Είναι ένα πάλλευκο χέρι,
που έρχεται μάλλον κάποτε,
και μάλλον για μια φορά στη ζωή σου,
και σε τραβάει απ το λάκο,
σε ξυπνάει απ το λήθαργο
και τότε γίνεται άνοιξη ξανά :
αρχίζουν να σε περιτρυγυριζουν πεταλούδες,
η θάλασσα γίνεται γαλάζια,
 τα γιασεμιά ανθίζουν ξανά στο μπαλκόνι σου,
γιατί τα ποτίζεις επιτέλους ξανά,
μετά απο χρόνια που τα είχες αφήσει άνυδρα.

Το παράξενο και το μοναδικό γεγονός που σε ξαναγεννά,
δεν είναι ένα οποιοδήποτε χέρι που σου απλώνεται,
αλλά επειδή το συγκεκριμένο πάλλευκο χέρι σου δόθηκε,
ο ήλιος σε πλησιασε ξανά δυναμικά, χωρίς να λοξοδρομήσει,
όπως άλλες φορές.
 Και κάπως έτσι αρχίζει να κινείται η γη σου,
ο νους σου, το σώμα σου, κι αρχίζεις κι εσύ να περιφέρεσαι με χαρά έξω.
Κι αρχίζεις να κάνεις πραγματικότητα το αδύνατο,
όπως  να βλέπεις ανθισμένα τριαντάφυλλα στη μέση του χειμώνα,
κι οι γύρω σου να μην τα βλέπουν,
γιατί γι αυτούς η άνοιξη είναι ακόμα μακριά.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Stop-

συνταξιούχος σε εργατικό κέντρο,
με τριμμένο παντελόνι
και τρύπια παππούτσια. stop.

Πέμπτη ξεπουλιέται ο λαός.
Πέμπτη αυτοκτονούμε.
stop.

Κάποιοι βρίζονται απο κάτω. stop.

μου λείπει. stop.

μου λείπει κι αυτός. stop.

Η άφρο χώρισε . stop.

Ο κόσμος είναι μπουρδέλο. stop.

Μοναξιά, γαμημένη μοναξιά,
εσωτερική εξωτερική στις πόλεις. stop

Η Μαλβινάρα είναι θεά.stop.

Δε θα γίνω σαν κανέναν. stop.

Δεν θα είμαι μία. stop.

Πορεία στο δρόμο αύριο απόγεμα. stop.

Ψηλό κορίτσι φασώθηκε με Ιταλο. stop.

Βαρέθηκα να σκέφτομαι και να αναλύω τι νιώθω. stop.

Στριμωχτήκαμε στο λεωφορείο.
Επιβιώσαμε χωρίς παράπλευρες απώλειες.
stop.

Με καμάκωσες. stop.
Aνταποκρίθηκα λόγω ύψους. stop.

H πολιτική δικονομία είναι χάλια. stop.

Η νομική δεν σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. stop.

Εξω οι ψωνάρες απ τη σχολή. stop.

Μας κόβουν το φαί στη λέσχη. stop.

Να πάνε να γαμηθούνε οι τράπεζες κιοι ευρωπαίοι.
Ξεκινήστε. 

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Μάθαινε

Mάθε απ' έξω ένα σωρό τσιτάτα μεγάλων διανοητών.
Μάθε απ΄έξω κι ανακατωτά την ποίηση,
αποστήθισε στίχους και γράψ' τους μου,
για να με εντυπωσιάσεις
Δεν θα τα καταφέρεις.

Μάθε ν΄ακούς τον ήχο της βροχής,
την ποίηση της φύσης,
την ποιήση απ τη βουή της πόλης.
Εντυπωσιασε με!
Ακου την ποίηση των καφενείων,
εκεί μιλούν οι άνθρωποι του μόχθου.
Ανθρωποι καθημερινοί σαν εσένα κι εμένα,
άνθρωποι που πασχίζουν για την ζωή
κι όχι για την επιβίωση.
Ακου τα δικά μου απλά λόγια,
έτσι όπως ξεφεύγουν μέσα απ΄το νου μου
και γράφονται στα χαρτιά αυθόρμητα,
σχεδόν με απειλούν να τα γράψω.
Μάθε ν' ακους την τρυφερότητα των ανθρώπων,
να βλέπεις κάτω απ τη μάσκα,
να βλέπεις βαθιά στα μάτια.
Εκεί στις ασβεστωμένες αυλές των επαρχιών,
στα μπαλκόνια-σπιρτόκουτα των μεγαλουπόλεων,
στους καυγάδες των οικογενειών,
στις φωνές των εραστών,
εκεί είναι όλη η ποίηση γεννημένη.

Κοίτα πως τρέχουν να προλάβουν τα αστικά λεωφορεία,
στοιβάζονται στη σειρά μ' ένα τσιγάρο στο χέρι και περιμένουν,
να πάνε για δουλειά οι εργάτες.
Μέσα στον κατακαλόκαιρο ιδρώτας τους βρέχει,
μα το χαμόγελο εκεί μένει,
υπάρχει και σου θυμίζει
πως γι αυτούς αξίζει να γράψεις ένα ποίημα.

Μάθε να κοιτάς τις εικόνες που ξετυλίγονται μπροστά σου:
τις σταγόνες της βροχής στο τζάμι του αυτοκινήτου,
τα χέρια που μπλέκονται χωρίς να το καταλαβαίνουμε,
τ' αστέρια που κρέμονται απ τον ουρανό,
την ηλιαχτίδα που φωτίζει το δρόμο
ή το πρόσωπο ενός όμορφου νέου.
Μάθε να γεύεσαι κάθε στιγμή,κάθε άρωμα
 και να παρατηρείς κάθε πουλί που έρχεται στην αυλή σου.
Ποιός ξέρει;
Ισως να 'ναι το τελευταίο,
η μόνη σου αληθινή παρηγοριά.


Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Αύγουστος.

Ο Αύγουστος ήρθε. 
 Ηρθε μαζί με την πανσέλληνο,
τις μπύρες στην παραλία,
τα φορητά ραδιόφωνα,
τις ατάκτως ειρημένες σκηνές στο ΣεΪτάνι,
τις πέτρες της παραλίας που σου τρυπάνε τις πατούσες,
τα μελτέμια και τις θάλασσες τις αγριεμένες.

Ο μήνας των αμπελιών είναι εδώ,
τα σταφύλια κείτονται έξω απ την ένωση Αμπελουργών
και μυρίζουν κάτι παράξενο,
που εμείς το λέμε "σπιρτάδα".
Εποχή της ανθοφορίας του βασιλικού
μέσα στους τενεκέδες.
Τα καλύβια κόσμο θα γεμίσουν,
για να περιποιούνται οι εργάτες-αμπλελουργοί τ' αμπέλια.

Στο Μπάλο, ανάμεσα απο τις κορφές του Κέρκη,
θα ξεπροβάλλει ένα κόκκινο φεγγάρι
και θα περνάς απο τα βράχια,
νομίζοντας πως βρίσκεσαι στο διάστημα.
Θα μαγευτείς απ' αυτή τη νύχτα.
Θ' ανοίξεις το παραθυρό σου και θα κοιτάζεις
τα φώτα της μικρής σου πόλης,
αμυδρά να φωτίζουν
μπροστά στο μεγαλείο της σελήνης.
Οι ελάχιστοι τουρίστες
θα κοιτούν εντυπωσιασμένοι γύρω-γύρω,
αυτή τη νύχτα,
μοιάζει να βγήκε απο το ποίημα του Σολωμού
και να σου μια Φεγγαροντυμένη θα περνάει
απ το μυαλό του καθενός,
για να τον σώσει απο την αιώνια ανθρωπινη καταδίκη της μοναξιάς.

Θα στέκει έρημο το νησί,
σαν μια βραχονησίδα ακατοίκητη,
στη μέση του Αιγαίου,
με τα τριζόνια να γεμίζουν τα βράδια.
Ενίοτε τα τζιτζίκια θα τραγουδούν τον έρωτα τους.
Θα διακόπτεται το τραγούδι τους απο τα ελάχιστα περαστικά τροχοφόρα.
 Η νύχτα θα κατηφορίζει, μαζί με το Φεγγάρι,
το καφενείο της πλατείας θα γεμίσει,
και τα καραφάκια θα έρχονται άδεια,
για να φεύγουν γεμάτα.

Το καράβι ερχόμενο απο τον Πειραιά,
θα σφυρίζει την άφιξη κάποιων ξένων.
Στο λιμάνι θα αναμένουν ματαίως κόσμο,
για να κάνουν τζίρο μεγάλο.
Τα δύο-μπαρ-μπαλκόνια θα παίζουν Rihana και Πάολα
και τα φώτα θα ζαλίζουν, μαζί με την ηχορύπναση.
Οι σύλλογοι στα χωριά θα οργανώσουν πανηγύρια
κι όλα θα κυλάνε ήμερα.
Ημερα και βίαια παράλληλα,
σαν μια παράτονη μπάντα,
που σε ξυπνάει Κυριακή πρωί.


θα περάσει κι αυτός ο Αύγουστος, 
χωρίς καμιά απόχρωση, 
θα έχει και μια ανάμνηση παλιά, 
σαν ξεθωριασμένο κόκκινο μαντήλι στα μαλλιά, 
κι εσύ θα περιμένεις ξανά τον έπομενο Αύγουστο,
κοιτώντας τα καράβια στο μουράγιο να αναχωρούν.
Θα περάσει κι αυτός ο Αυγουστος, 
έτσι μόνος κι αβοήθητος, 
σαν άντρας που σ΄ ερωτεύτηκε,
κι εσύ τον απέρριψες. 
Θα τελέψει ο μήνας ετούτος, 
κι εσύ θα κοιτάζεις ακόμα το δρομάκι
να εξαφανίζεται μέσα στο φως του καυτού ήλιου. 



Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Κομοτηνή~μια άλλη όψη.

H πόλη το χειμώνα συννεφιάζει,
είναι σαν να τη λησμόνησαν όλοι
και μόνο η βροχή τη θυμάται.
Ξυπνάει, ανοίγει τα μάτια της,
αλλά τα βλέπει υγρά,
την σκεπάζουν τα βαριά σύννεφα,
το κρύο είναι τσουχτερό,
κοιτάζει εμάς απο απόσταση,
με κείνο το φθονερό ύφος της,
γιατί να ζούνε;
Κι έτσι μας εκδικείται,
ανάβει τα κίτρινα φώτα της στην Βενίζελου,
αυτή που τόσες φορές μας μέθυσε με τα καμωματα της,
ζηλεύει που εμείς εκεί ζούμε και δεν το βάζουμε κάτω.
Κι ετούτη την πόλη την αγαπήσαμε κάποτε κι εμείς.
Ομως, μας ξέχασε, κι εμείς πάλι ξεχαστήκαμε στην αγκαλιά της,
λες κι είναι έρωτας ζωής.
Την βρίσαμε, την αποπήραμε,
μα εκεί καταλήξαμε πάλι,
εκεί στην απαίσια ασφαλεια της,
στα ίδια μέρα, στα ίδια θλιμμένα κι απελπισμένα μπαρς,
που μας καλούν να ακουμπήσουμε όλο μας το πόνο
και να τον μετατρέψουμε σε αλκοόλ.
Είναι τα ίδια μπαρς, που πριν κανα χρόνο και βάλε,
γνωρίσαμε τους φίλους μας, τους ανθρώπους μας,
αυτούς που μας πικράνανε και μας κανάνε να κλάψουμε
για εκείνο που δεν ελπίζαμε ποτέ,
οτι δηλαδή καμιά φορά στη ζωή,
υπάρχουν κι άνθρωποι που σ΄ αγαπάνε έτσι, χωρίς όρους.
Είναι τα χρόνια μας αυτά, τα φοιτητικα μας,
που νιώθω πως κοντεύουν να περάσουν,
και στη σκέψη αυτή δακρύζω.
Είναι τα χρόνια μας, τα πιο καλά μας χρόνια,
τα εικοσι μας χρόνια, που θυσία τα κάνουμε σ'αυτή τη πόλη.
Πόσο μελαγχολική αυτή η πόλη,
ολόκληρη είναι ένας χωρισμός,
ένα τελευταίο φιλί,
κι ύστερα, μια νοσταλγία.
Σαν να σε ειρωνεύεται αυτή η πόλη,
το κάθε της σοκάκι σου σκάει ένα σαρδόνιο γέλιο,
ένα "καλά να πάθεις", σαν να σε εκδικείται,
σαν εραστής που τον απάτησες.
Αυτή η πόλη, σαν ανέραστη γυναίκα,
σου ρουφάει το αίμα,
όσα κι αν της δώσεις πάντα θέλει κάτι παραπάνω,
γυρεύει να σε εξουθενώσει,
στιγμή δεν σ' αφήνει να χαλαρώσεις,
να ευχαριστηθείς,
πάντα σου πετάει και μια θλίψη στο πιάτο,
"πάρε να χεις σου λέει",
κι ύστερα σου ανάβει τα κίτρινα φώτα στη Βενιζέλου,
κι εσύ περπατάς μεθυσμένος,
απο το κρασί ή απο τα φώτα ή απο την ατμόσφαιρα,
δεν ξέρεις.
Αφορμές πάντα έχει για σε κάνει να νιώσεις τον ρυθμό της,
τον δικό της γριζο ρυθμό,
αυτόν που σου βάζει το μαχαίρι στο λαιμό,
κι ο,τι κι αν κάνεις δεν θα γλυτώσεις ποτέ.
Οσο μακριά κι αν πας, την αναζητάς,
τι κι αν κάθε πρωί με το ζόρι ανοίγεις το παράθυρο ;

Είναι αυτή η πόλη που δεν σ'αγκάλιασε ποτέ,
δεν ήταν ποτέ φιλόξενη στη χαρά,
μόνο σε μεγάλες θλίψεις,
άνοιξε τις ποδάρες της,
χωρίς αιδώ και φειδώ.
Ναι, είναι καριόλα,
σε καταδυναστεύει,
δε σ'αφήνει να χαμογελάσεις,
μόλις σε δει,
έρχεται εκεί,
στέλνει τους γνωστούς συνομώτες της,
τα φώτα της,
να σου θυμίζουν πως ο,τι ζεις
είναι ψέμα,
είναι προσωρινό,
είναι σαν να κάνεις έρωτα μ'έναν άγνωστο για ένα βράδυ,
και ξέρεις, οτι το πρωί, όλα θα ναι τελειωμένα,
και θα φροντίσεις να έχεις φύγει νωρίς νωρίς,
μη ξημερώσει και χρειάζονται εξηγήσεις.
Ετσι κι η πόλη αυτή,
σαν μια γυναίκα της βραδιάς,
ξελογιάστρα, με τα κραγιόνια της και τα χρυσαφικά της,
σαν άντρας μελαγχολικός στέκεται και σε κοιτάζει,
και ληγόνεται,
και θέλει κι άλλο,
κι άλλη ζωή, κι άλλο κορμί,
αχόρταγη στέκει,
έτοιμη να μας κατασπαράξει,
να μας χώσει βαθιά στα σκέλια της,
να μη ξεφύγουμε απο αυτή.
Εχει το τρόπο της η καριόλα,
μας βουλιάζει,
μας λησμονεί,
μας φτύνει,
αλλά στο κάθε βλέμμα που μας ρίχνει,
θέλουμε να γυρίσουμε πίσω,
σαν άντρα που ερωτευτήκαμε πολύ.




Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Φωτογραφία.




Οι γυμνές λέξεις.


Οι γυμνές ψυχές.


Η σιωπή είναι η μόνη γύμνια.


Η ανάγκη η μόνη κινητήριος δύναμη της ανθρωπότητας.


Ο άνθρωπος κρατάει, όσο μια βόλτα σε μια άδεια παραλία.


Οι ουρανοί συννέφιασαν και δακρύζουν.


Τα σύννεφα μοιάζουν με μάτια των ανδρών.


Αποτυπώνουν μια βαθιά, αντρική θλίψη.


Την απέραντη αντρική μοναξιά,


αυτή που οι γυναίκες δεν θα νιώσουμε ποτέ.


Θέτουμε τις ζωές μας σε λογάριθμο.


Αγορά, όλη η ζωή μας είναι μια αγορά.


Αγορά εργασίας, αγορά προσωπικότητας,


εξισώσεις προσφοράς και ζήτησης.


Τα φώτα πέφτουν,


το αλκοόλ ρέει.


Ένα Κυριακάτικο πρωινό,


σαν χειμωνιάτικο εισβάλει βίαια από το παράθυρο.


Κάτι πεταμένα χαρτιά στο τραπέζι,


ο Φρειδερίκος διακηρύττει την θέληση για δύναμη.


Φιλοσοφικές αναζητήσεις,


μια διαδρομή χωρίς τέλος.


Καμιά θάλασσα δεν φαίνεται στον ορίζοντα.


Κι όμως οι γλάροι θα πετούν προς τον ήλιο,


που κάπου θα βασιλεύει.


Κάπου σε κάποιο νησί,


άνθισαν τα γιασεμιά,


ασβεστώνουν οι νοικοκυρές τις αυλές.


Χαϊδεύει το κύμα τα βράχια.


Και έχουν γεύση αρμύρας τα φιλιά.






ΠΌΛΗ.






Εδώ τόμοι ξεχασμένοι,


αμάξια που τρέχουν,


βρωμιά,


αστικά λεωφορεία.


Τρέχεις να προλάβεις.


Δεν έρχονται οι γλάροι,


ούτε ο φάρος ανάβει.


Ξεχαστήκαμε εδώ.


Μας λησμόνησαν όλα.










Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Σαμου Εικόνες.

1
Να μαι πάλι εδώ μαζί σου.
Να μαι πάλι εδώ να στέκομαι μπροστά σου και να σε κοιτάζω για ώρες.
Κάθε στιγμή σαν πρώτη.
Κάθε στιγμή μαγική.
Εδώ μπροστά συο μετά απο τόσο καιρό, μόνη,
ν αφουγκράζομαι τον βρυχηθμό σου, αδηφάγα.
Να αποθηκεύω κάθε γαλάζια σου εικόνα για το μέλλον,
που θα ρθει χωρίς εσένα.
Εδώ αι΄'ωνιο Αιγαίο στο απέραντο συο γαλάζιο,
ξανά βρέθηκα.
Κι αυτός ο κρύος φρέσκος αέρας,
μου παίρνει τα μαλλιά
κι την αρμύρα σου την γεύονται ξανά τα χείλη μου.
Φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Το πάθος της αντάρας,
το πάθος της στιγμής,
σαν τους ερωτευμένους,
σαν το αίσθημα του θυμού,
εδώ θεριέβεις
κλι αγριεύεις μπροστά μου.
Εδώ μπροστά στα μάτια μου συντελείται
ένα θαύμα.
Και ξανά ο ουρανός που πήρε τα χρώματα του δειλινού,
γίνεται ένα μ' εσένα.,
Σ ερωτεύεται.
Και φτιάχνετε μαζί ένα τοπίο, υπέροχο.
Γεννάτε κάτι νέο, το Εξαιρετο, την Τελειότητα.
Κι έτσι να βρέθηκα πάλι εδώ μπροστά σου,
στην καρέκλα του συντρόφου,
να σε κοιτάζω και να συλλογιέμαι...
πόσο μου έλειψες
και να νιώθω ξανά, αυτή την αρχέγονη ΕΔλευθερία
που φέρει μέσα του το βαθύ μπλε του Αρχιπελάγους.
Χαιδέυω κάθε ήχο σου, κάθε κύμα που σκάει,
κάθε βλέμμα που μου ρίχνεις,
επικριτικό.
"Γιατί με ξέχασες; ",και ρίχνεις πάνω μου σταγόνες του κυματός σου.
Ετσι με θυμό.
Ομως να είμαι ξανά εδώ, στο βασιλειο μου, στο εγώ μου και στο μαζί.


Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ομίχλη.-κομοτηνη

Ομίχλη.
Ξεπηδάει ένα σύννεφο, είναι σαν καπνός στους δρόμους.
Τα φώτα φαίνονται αχνά, θολά.
Τα κίτρινα φώτα της νύχτας ξεθωριάζουν.
Η ομίχλη φαίνεται κίτρινη.
Τα δέντρα θροίζουν.
Κίτρινα φύλλα κειτονται σαν νεκρά σώματα στους δρόμους.
"Καμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διεύρυνσης", σκέφτομαι.
Μια σκιά μαύρη στην οδό Αθανασίου Διάκου.
Κίτρινα φώτα και ομίχλη.
Και εκεί στο απέναντι μπαλκόνι να λαμπυρίζουν κάτι αστέρια λαμπερά,
γιορτινά, σημάδια μια χαράς.
Κίτρινη η γιορτινή χαρά, κάλπικη, βασισμένη στην αδηφαγο κατανάλωση
Κίτρινα φώτα κι ομίχλη και σκιές στους δρόμους.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Πορτρέτο.

Μυρίζει πλαστικό μαλλί,
καμμένα απο τα φτιασίδια.
Εχει κάτι τ'αγοραίο και το φτηνό .
Πίσω της είναι ένα ερωτευμένο ζευγάρι
κάθεται κι αρμενίζει γαλήνια το πέλαγος.
Εκείνη είναι σαν μια παράφωνη νότα
μέσα σε μια μουσική συμφωνία,
στο μουσικό κομμάτι της φύσης και του έρωτα.
Δεν μπορεί να εναρμονιστει στο ρυθμο τους,
σαν να τα ξεπουλάει όλα για ενα-δυο βρώμικα βράδια.

Κι όμως τα μάτια της καθώς ατενίζουν το πέλαγος
μακραίνουν απ την πραγματικότητα.
θυμούνται.
Αναζητούν ματαίως την αγάπη,τη μεγάλη,
κι τον Ερωτα, εκείνον τον Θεό,
που ποτε΄δεν την ευχαρίστησε για τις θυσίες της.



επιστροφή απο Ικαρία,17-8-11

Εικόνες δρόμου

Είμαστε τότε παιδιά και το πιο συνταρακτικό, που μας συνέβαινε ήταν ένας ζογκλέρ στην πλατεία του χωριού.
Τώρα που μεγαλώσαμε συναντάμε καθε μέρα πολλά συνταρακτικά γεγονότα.
Τους σκοτωμένους απο τροχαίο στην Πατησιών,
τα πρεζάκια κατεστραμένα, θυματα του εαυτού τους και του συστήματος,
εύκολοι στόχοι,εξιλαστρήρια θύματα της κρατικής τρομοκρατίας.
Ερχόμαστε αντιμέτωπο κάθε μέρα με τους πεινασμένους στη στάση του μετρο,
τους απόκληρους της ζωής,που δεν τους δόθηκε ποτέ μια ευκαιρία ή τους δόθηκε και την πέταξαν.
Πηγαίνουμε σε πορείες στο Σύνταγμα των εξαθλιωμένων εργατών,
που ενα ΔΝΤ, ένα κράτος ανύπαρκτο, ένα τέρας καπιταλιστικό, τους οδηγεί σε πόλεμο με τους ΜΑΤατζήδες.
Κάθε μέρα βλέπουμε μια πόλη που καίγεται,
ανθρώπους που τρέχουν χάνοντας την μάχη με τον χρόνο,
στους δρόμους πεθαμένες συνειδήσεις και ξεφτισμένα οράματα.
Πακιστανοί μετανάστες,έρμαια της εκμετάλλευσης του κεφαλαίου κυκλοφορούν με θλίψη κι αγωνία στα μάτια.
είναι αυτοί που πονάνε και που προσεύχονται στον Αλάχ για κάτι καλύτερο.
Απ'την άλλη μερά οι γραβατωμένοι,οι κυριλέδες,αυτοί οι "κύριοι",που κάποιες φορές είναι τα μεγαλύτερα καθίκια.
Ζούμε σε μια πόλη που πεθαίνει.
Ολα καίγονται.
Επαναστάσεις μικρές πλανιούνται στον αέρα σαν πυγολαμπήδες
μέχρι να συμβεί η μεγάλη έκρηξη.
Εως τότε περιμένω κοιτώντας στο κενό ή ανάβοντας φωτιές στα σκοτεινά δρομάκια.

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

νιώθω μέσα μου το Αιγαιο να αγριεύει...
μια θάλασσα βαθιά κι αγριεμένη μέσα μου με ταξιδεύει και με γαληνεύει.
θάλασσα γαλάζια και μπλε... το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου την ώρα που ο ήλιος υψώνεται στον ουρανό σαν τον μέγα αρχαιοελληνικό αρχιερέα...
κι έπειτα ο ουρανός που παίρνει τα χρώματα του ονείρου την ώρα που ο ήλιος χορεύει κι ερωτεύεται την θάλασσα κι η θάλασσα τον ερωτεύεται τον ουρανό και τον μαγεύει με τα τερτίπια της...
πολλές φορές με συνάντησα στην άκρη των βράχων, όταν ατένιζα το ατέλειωτο πέλαγος με νοσταλγία περισσή για όσα δεν ήρθαν...
τα σύννεφα έβαψαν για ακόμη μια φορά τον ουρανό γκρίζο κι έπειτα το φως του ήλιου με τα χρώματα της χίμαιρας ξεπρόβαλλε μέσα απ τα σύννεφα, σαν οπτασία, σαν ελπίδα μεγάλη...
Αγάπησα την ομορφιά και τα χρώματα του δειλινού και της αυγής, που σε μεταφέρουν σε κόσμους αληθινούς...
μα πώς η ομορφιά να περιγραφεί με λέξεις που μοιάζουν λιγοστές....;

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

σκηνικο α'

τσαλαπατημένες ανεμώνες στον δρόμο,ήλιος,θάλασσα,πλακόστρωτα, άνθρωποι ίδιοι και διαφορετικοί. χρώμα παντού τριγύρω.

σκηνικο β'

ξανά μια μορφή μπροστά σου μόνο που τώρα την κοιτάζεις αλλιώς,αποξενώνεστε, γιατι εσυ θέλησες.

σκηνικό αιώνιο

οι πεζοί με προσπερνούν,κάτι απ τα μάτια σου ψάχνω,μάταια απ οτι φάνηκε.
περνούν τόσο αδιάφορα πρόσωπα απο μπροστά μου,μα η δική σου η μορφή είναι χαμένη,γιατί λείπεις...κι είναι τόσο άδειο το νησί χωρίς ΕΣΕΝΑ.

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

πρωιμη νοσταλγία..

Η γειτονιά μου με τα μικρά ανηφορικά στενάκια,
τις γλάστρες στα μπαλκόνια,
τις καρέκλες και τα τραπέζια στις αυλές
και τις ηλικιωμένες γερόντισες που μιλούν...

Εκείνη η βιολέτα που φύτρωσε πάνω στον τοίχο τον ασβεσωμένο, τον πάλλευκο...

Και μετά τα φώτα του δήμου που χλωμιάζουν...

Το φεγγάρι στέκεται πάνω απ την πόλη και την γειτονιά μου.. και φωτίζει τον ουρανό.. και τα σπίτια..
Ολα τυλίγονται στο φως του και πέρνουν μια άλλη μυστηριακή όψη.
Επειτα το φεγγάρι αιχμαλωτίζεται στα σύννεφα και μένω έκθαμβη να σκέφτομαι " μα Θεέ μου, πού βρέθηκε τόση ομορφιά.. "

Η πλατεία απο κάτω γεμάτη φοιτητές, γεμάτη νέους... Ζωή και ηρεμία..
Ολα κυλούν τόσο γαλήνια..
Μια μικρή γλυκιά μελαγχολία πανιέται στο τοπίο, που σε οδηγεί στην απέραντη γαλήνη..

Και εγώ, σκέφτομαι πώς θ αποχωριστώ αυτόν τον τόπο που τον αγάπησα.
Θα μου λείψουν ακόμη και τα πρόσωπα των φοιτητών που έβλεπα κάθε μέρα και τυχαία μπορεί να ήξερα τ ονομα τους.
Θα μου λείψουν οι φίλοι, τα γνώριμα πρόσωπα, οι γλάστρες, τα στενά, η μυρωδιά, η θάλασσα, οι γονείς μου, οι δρόμοι... Αχ οι ρίζες.. είδες τι κάνουν οι ρίζες; ο ΤΟΠΟΣ μου, το νησί μου, εδώ που μαι οικεία και ξένη μαζί...

Τον έχω αγαπήσει αυτόν τον τόπο, το κάθε του λουλούδι, το κάθε στέκι μου κρυφό, τον κάθε βράχο, την καρέκλα του Ρίτσου, τα βότσαλα, τον βοριά που πηρουνιάζει, την ηρεμία του, τα χωριά του...

Θα μου λείψει το καλύβι της φίλης μου που πηγαίναμε χειμώνα και το χώμα μύριζε απο την βροχή.. και μετά χανόμαστε μέσα στο δάσος με κουβέντες χαζές.. μα ήταν τόσο όμορφα..
Κουκουνάρια, λίγο χιόνι, το τζάκι που έκαιγε, το παράθυρο που έχει θέα ένα γυμνό δέντρο κι απο κάτω εκείνο το χρώμα των φύλλων, εκείνο το φθινοπωρινό..

Η αγριεμένη θάλασσα τον χειμώνα ήταν λες και μου μίλαγε. Ξαπλωνα στην άμμο με τ ακουστικά κι άκουγα και τον μελωδό να κροταλίζει..

Συγκίνηση.. μια μιρκή συγκίνηση.. υγραίνονται τα μάτια μου... Ο ΤΟΠΟΣ μου.. τα μέρη μου..

Είναι κάτι σαν νοσταλγία, όσο κι αν θεσ να φύγεις, όσο κι αν ξέρεις πως ανοιγεις φτερά..



Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

είναι που ονειρευονται πως φεύγουν για ταξίδια...


θάλασσα, μυρίζει θάλασσα αγριέμενη.
γαλάζια σκούρηνε το χρώμα της ξαφνικά
Η φωνή της αγρίεψε.
Τα κύματα γλύφουν τα βράχια με τις λευκές γλώσσες τους.
Ο ήχος της σαν φωνή ενός παρανοικού ερωτευμένου,
σαν γυναίκα αγριέμενη.
Ο ουρανός γκριζάρισε και τα σύννεφα του πήραν χρώματα παράξενα, ερωτικά, μελαγχολικά, χρώματα ονείρου.
Το κρύο είναι τσουχτερό.
Ο αέρας φυσά παντού.
Αδειοι δρόμοι, φύλλα που πέφτουν.
Λες κι άδειασε ξαφνικά ο κόσμος...
Η φύση μεθυσμένη κι αγριεμένη κι οι άνθρωποι δεν την αντέχουν.
Πώς ν αντέξουν την φύση; ούτε τους ανθρώπους αντέχουν οι άνθρωποι, κι ας είναι ομοια τους...

Κάπου στο βάθος τον βλέπει να κάθεται αμέριμνος, χαμένος μέσα στις σκέψεις του, σαν εκείνη...
Καθεται δίπλα του κ δεν μιλάει. δεν μιλάει ούτε εκείνος. καταλαβανόνται.
Γυρίζει και την κοιτάζει.
Τα μαλλιά τους ανω κάτω απ τον άνεμο, σαν την καρδιά τους
Κρυώνει. Συνεχώς κρύωνει εκείνος, μα δεν μιλάει.
Μόνο ένα "Ηρθες; Το ήξερα."
"Μ'αρέσει " λέει..
Βράδυασε.

Το φεγγάρι ναυαγισμένο στα σύννεφα.
Οι δρόμοι άδειοι...
Αρχισε να βρέχει...
Χανονται μέσα στην βροχή...
Ξέρουν, όσο κρατάει μια βροχή, τόσο κρατάει κι η ζωή...

Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

το βλασ των χαμένων ονειρων http://http://www.youtube.com/watch?v=5q9H2cd36RU

Το βαλς των χαμένων ονείρων....

σαν ήχος μακρινός,

ήχος Αυγούστου..

Τα χαμένα όνειρα της ανθρωπότητας,

τα χαμένα όνειρα των παιδιών,

που έπειτα γίνονται καταθλιπτικοί ενήλικοι...

Η μοναξιά των ανθρώπων,

τα ξεχασμένα παιδικά παιχνίδια,

οι Κυριακές που ξυπνάς μόνος,

ένα φιλί που έμεινε στην άκρη των χειλιών,

η " πρώτη ποίηση της ζωής μας",

ανασυρόμενες αναμνήσεις σ ένα χάος χαρτιών,

γράμματα χωρίς παραλήπτες,

νύχτες αξημέρωτες,

άγνωστες μυρωδιές,

η γαζία στο παράθυρο της γιαγιάς,

τα εκαντοτάφυλλα της γειτονιάς με το μεθυστικό άρωμα,

η χιώτικη μαστίχα,

φεγγάρι ολοστρόγγυλο..

έναστρος ουρανός,

μοβ,

Κιτρινισμένες στιγμές,

τα χαμένα όνειρα που χορεύουν βάλς,

η Νύχτα,

Οι Λέξεις που πεθαίνουν,

ένα δάκρυ που κυλάει κρυφά,

τα ηλιόλουστα μελαγχολικά πρωινά,

ο ήχος της βροχής...

η ηχώ της φωνής σου,

το κύμα της θάλασσας,

ο ψίθυρος των δέντρων,

οι άνθρωποι που περιφέρονται
σαν χαμένοι στο δρόμο,

το φως των κεριών τα βράδια του καλοκαιριού στην βεράντα,

τα κιτρινισμένα βιβλία της ποίησης τα βράδια με βροχή,

το Μονόγραμμα του Ελύτη,

τα παιδιά που παίζουν,

οι Ελπίδες του κόσμου,

Όσα ονειρεύεσαι,

το νησί ,

η άδεια πλατεία με τα φώτα,

οι παρέες οι εφηβικές,

-αυτές που θα φύγουν-

Οι εφηβικές αγωνίες που σε λίγα χρόνια θα είναι γελοίες,

κάτι έρωτες που σε λίγα χρόνια δε θα θυμόμαστε,

Ένας Αύγουστος...

ένα τσιγάρο...

Το βαλς των χαμένων Ονείρων .
. .

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Βραδυ Σαββάτου... άλλο ένα...

Η πλατεία γεμάτη απο κόσμο στο νησί...
Οι στύλοι της ΔΕΗ,τα χλωμά φώτα,
ζευγάρια αγκαλιασμένα
-τι όμορφη εικόνα-
οι δρόμοι άδειοι...
ο ουρανός ξάστερος
και το καινούριο φεγγάρι...
κάπου εκεί παραμονεύει
κι ετοιμάζεται να μεγαλώσει...


Ενα ποτήρι κρασί παρέα με τον πατέρα
κι ένα τραγούδι λυπημένο
κι όσα δεν έζησε
κι όσα δεν έκανε...


Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

καπου εκεί ξεκινάει μια πορεία.
Νέοι άνθρωποι που διεκδικούν δικαιώματα.
Κάπου έκεί βλέπω ένα πολύ όμορφο πρόσωπο.
-----
δεν το περίμενα να είναι ετσι.
κι όχι δεν χαρακτηρίζει όλους του φύλου του,
χαρακτηρίζει όλους της γεννιάς του.
Γιατί σήμερα ψάχνεις με το φανάρι να βρεις άνθρωπο.
Ανελέητοι συμβιβασμοί
κι ό έρωτας είναι ρίσκο,
γιατι δεν τον αντέχουν,
γιατί πονάει,
γιατι χάνεσαι.
ανιστόρητοι συμβιβασμοί.
Να μου επιτρέψεις να κρατάω ακόμη το τριαντάφυλλο
Οχι, δε θα συμβιβαστώ
και θα κρατήσω ακέραια τα τριαντάφυλλα
και θα προσέχω τ αστέρια μου,
μέσα στον δικό μου ουρανό,
μέσα στην δική μου χειμωνιάτικη μέρα
.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Εικόνα

Βράδυ ψυχρό, μα όχι με κρύο διαπεραστικό.
Σαν καλοκαιριάτικη υγρασία, θαλασσινή υγρασία.
Από ένα σπίτι σκοτεινό βγήκα.
Δρόμος άδειος.
Λιγοστά φώτα.
Ουρανός λαμπερός
Φεγγάρι. Παντού τρυπώνει το φως του φεγγαριού.
Λούζει το δέντρο του διπλανού σπιτιού,
φωτίζει τα πρόσωπα των περαστικών.
Ο δρόμος άδειος και υγρός, μέσα από το φως έρχονται
κάτι σκιές απροσδιόριστες
Απο κάπου ακούγεται μια μουσική.
Μουσική.... των Σειρήνων? Πάντως, τι αρμονία στη φύση!
Κι όμως το φεγγάρι παντού τρυπώνει.
Ρίχνει το φως σε ψυχές, σκέψεις ενδόμυχες.
Το φεγγάρι διαβάζει μυστικά.
Κεριά, καπνοί, στοίβες ονείρων αφημένες.
Κάπου στο παράθυρό σου στάσου κι εσύ,
να αγναντέψεις το Φεγγάρι.
Ναυάγησε μέσα στα σύννεφα....
Καληνύχτα ΄)

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

λέξεις απο εικόνες.

Χαρούμενες μέρες.
Καιρός ξεγνοιασιάς.
Καλοκαίρι.
Γέλια.
Ομορφιά.
Θάλασσα.
Χαμόγελα.
Μαλλιά.
Χαρτοπόλεμος.
Φωτιά στην παραλία.
Ηλιοτρόπια.
Γαλάζιο.
Σκηνές.
Γραμμένη με στίχους ντουλάπα.
Πρασινα μάτια.
Κόκκινα νύχια.
Νεότητα.
ΕΥΤΥΧΙΑ.

(
μα και βέβαια δεν θα ταίριαζαν αυτές
)