Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεφάλαιο Α. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεφάλαιο Α. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Ερωτευμένη τα Χριστούγεννα

ξύπνησε μ' έναν τρομερό πονοκέφαλο χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο.
Κατέβηκε στην κουζίνα και έφτιαξε καφέ, πικρό, όπως πάντα.
Εψαξε για τα τσιγάρα της.- έχει καταφέρει να μην καπνίζει πολύ τελευταία.
Μετά πήρε το βιβλίο της κι άρχισε να μελετάει λίγο.
Κοίταξε έξω απο το παραθυρο.
Καθαρός ουρανός και βαριάς.
Ανοιξε την τηλεόραση,
άκουσε για ένα λεπτό ειδήσεις,
αλλά πάτησε το off,
γιατί δεν ήθελε να την ταράξουν τα κακά νέα.
Θυμήθηκε τις γιορτές που έρχονται
και το μίσος της γι αυτές,
επειδή κρύβουν μια υποχρέωση,
αυτή της ευτυχίας.

Ωστόσο, αυτή τη φορά,
η ευτυχία έχει πάψει να είναι υποχρέωση,
κι έχει γίνει ένα πραγματικό γεγονός.
 Κι ο κόσμος έχει λάμψει ξανά,
μετά απο πολλά χρόνια,
που είχε πεθάνει.
Φταίνε κάτι μελιά μάτια
και  κάτι ίχνη φωτός μέσα στο σκοτάδι,
μικρές ξανθές ανταύγιες της ομορφιάς
μέσα στην ασχήμια του γύρω κοσμάκι.
Είναι ένα πάλλευκο χέρι,
που έρχεται μάλλον κάποτε,
και μάλλον για μια φορά στη ζωή σου,
και σε τραβάει απ το λάκο,
σε ξυπνάει απ το λήθαργο
και τότε γίνεται άνοιξη ξανά :
αρχίζουν να σε περιτρυγυριζουν πεταλούδες,
η θάλασσα γίνεται γαλάζια,
 τα γιασεμιά ανθίζουν ξανά στο μπαλκόνι σου,
γιατί τα ποτίζεις επιτέλους ξανά,
μετά απο χρόνια που τα είχες αφήσει άνυδρα.

Το παράξενο και το μοναδικό γεγονός που σε ξαναγεννά,
δεν είναι ένα οποιοδήποτε χέρι που σου απλώνεται,
αλλά επειδή το συγκεκριμένο πάλλευκο χέρι σου δόθηκε,
ο ήλιος σε πλησιασε ξανά δυναμικά, χωρίς να λοξοδρομήσει,
όπως άλλες φορές.
 Και κάπως έτσι αρχίζει να κινείται η γη σου,
ο νους σου, το σώμα σου, κι αρχίζεις κι εσύ να περιφέρεσαι με χαρά έξω.
Κι αρχίζεις να κάνεις πραγματικότητα το αδύνατο,
όπως  να βλέπεις ανθισμένα τριαντάφυλλα στη μέση του χειμώνα,
κι οι γύρω σου να μην τα βλέπουν,
γιατί γι αυτούς η άνοιξη είναι ακόμα μακριά.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

When you find your love

"Χαρά, χαρά, ζεστή αγαπημένη"


Αλήθεια, πες μου, σε ποιο όνειρο ξύπνησα, 
σε ποια γη βρέθηκα κι ήσουν δίπλα μου; 
Επρεπε, αλήθεια, να περάσω τόσες γαίες άνυδρες και χέρσες,
για να σε βρω ; 
Πόσα δάκρυα έπρεπε να στάξουν στη θάλασσα,
ώσπου να διαπιστώσει η γοργόνα πως ο Μέγας Αλέξανδρος ζει ; 
Απο ποιάς θλίψης το υπόγειο μ' ελευθέρωσες απροσδόκητα; 
Ποια παράτονη μελωδία γίνηκε τραγούδι τελικά ; 
Ποια πληγωμένη αταξία έγινε μούδιασμα ; 
Ποιο τραχύ χέρι μαλάκωσες κι έσπασε η πέτρα μέσα μου ; 
Σε ποιό νησί με βρήκες και σώθηκα,
εγώ που αξιώθηκα χειμώνες ατέλειωτους; 
Σε ποιά στροφή του δρόμου να βρεθήκαμε άραγε;
Με ξύπνησες, αλήθεια, απ΄τον ύπνο μου ανάμεσα στο κύματα; 
Πώς έγινε, αλήθεια, και κατεστράφη το κρεβάτι του προκρούστη ;
Πώς,αλήθεια, γέμισε ξανά ο ουρανός αστέρια και πόσα αστέρια αλήθεια ; 
Και πόσο δηλητήριο πρέπει ακόμα να εξουδετερώσω;
Πόση δειλία απο μέσα μου, αλήθεια, να ξορκίσω ακόμα ; 
Και πώς γίνεται να σμίγω κάθε βράδυ μ' ένα ποίημα,
φτιαγμένο απο σάρκα και ξανθά μαλλιά; 
Και πώς γίνεται να σε βρω ; 
Πες μου, πως γίνεται ν΄αγγίξω τον άνεμο ; 
Πώς θα γίνει να ξηλωθούν όλες οι νάρκες του ανθρωπινου φόβου,
να σπάσει ο,τι ζήσαμε εσύ κι εγώ χωριστά κι απ΄τα θρύψαλα ν' αναδυθεί η Αφροδίτη
ατόφια και σάρκινη ;
Πως έγινε το τελευταίο τσιγάρο και δεν τέλειωσε ποτέ; 
Πώς θα γίνει ν' αφεθώ  και να χάσω το τραίνο ; 

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Η διαύγεια.

διαδικτυακές ίνες, ψευδαισθήσεις σε μάυρα κούτια.
η όψη μοιάζει να αγγίζεται,
τα μάτια νομίζουν οτι κοιτάνε.
Μας σώζουν.
Μέρες λίγες.
Η ζαλάδα κι η έμπνευση μπροστά μου.
Πονάει να μη σ αγγιζω,
πονάει να μην μπορώ να σε φτάσω.
Εσύ κάπου εκεί,
όχι εδώ,
μακριά μου.

Είμαι ο ρόλος των μυθιστορημάτων,
είσαι εκείνος που δεν παίζει κανένα ρόλο.
Είμαι χαμένη και ξεγραμμένη,
κολλημένη σε λέξεις,
με σώζουν.
Ομορφες δεν είναι,
αλλά υπάρχουν.

Λίγο ποτό,
μια θάλασσα,
μαστίχα στα χείλη και πικρός καφές.
Τασάκι γεμίζει.

ρούχα στο γραφείο πεταμένα,
άπλυτα πιάτα.
Η ευτυχία στην αταξία,
χαμμένες ώρες και τόσο κερδισμένες.

Ψευδαίσθηση της μυθοποίησης.
Σαρκοβόρο είσαι,
σε ταίζω, με ταίζεις,
τρέμω, κρυώνω.

Συννεφιάζει.
Μυρίζει σπίρτα, ιδρώτας,
άερας, καφές και κανέλα,
μοσχοκάρφι.
Ο νους μου μουδιάζει,
στο βουνό, μακριά εσύ,
στην καλύβα σου να διαβαζεις,
κι εγώ στη γραφομηχανή,
να μεταμορφώνω ο,τι ζω.

Ο χρόνος, που δεν υπάρχει,
όλο το τέλος μου δείχνει,
μα τώρα παλεύω να το πιστέψω,
δεν υπάρχει χρόνος.
Κολλάνε τα πόδια μου στη γη,
μα το μυαλό μου ζωγραφίζει σύννεφα και παρόντα,
όχι μέλλοντα.
Καμια βεβαίοτητα.
Δεν την θέλω.

Οταν θα πάψουμε να μεθάμε,
θα πάψει κάθε όνειρο.
Ολα θα βυθιστούνε σε μια σιωπή αμηχανίας,
μια λύπη που πάψαμε να μεθάμε με ο,τι...

Σκαλίζω βαθιά μέσα μου,
μαθαίνω όταν κόβομαι,
όταν γεμίζω,
Χορταίνω, χορταίνεις.
Χορταίνει ο ρόλος που διάλεξα να υποδυθώ.

ζωή μικρή, συμβατή με όλα,
πότε θα τη κάψω ;

Η πλάτη μου ανατριχιάζει,
τα φτερά μου ανοίγουν ή κλείνουν ;
Μάλλον απογειώνομαι.
Κι απ την άλλη, δεν περπατάω.
Ρίχτηκα σε μια παραλυσία χαράς,
 ατέλειωτη

Οταν θα πάψεις να με μεθάς,
θα ντρέπομαι.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Δηλητήριο

Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.
Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.



το είχα αποφασίσει,
δεν θα σε άφηνα να φύγεις έτσι,
απροσδόκητα, χωρίς καν να σε διεκδικήσω,
χωρίς καν να πάρω ο,τι μου άξιζε.
Θα σκότωνα το άνθος-δηλητήριο,
δεν θα έπινα το δηλητηριο σου,
το δηλητήριο της ανθρώπινης φύσης,
αυτό που έρχεται τόσο φυσικά,
όπως αναπνέουμε.
Αυτό το ηλίθιο κατασκεύασμα του καπιταλισμού.
Θα σκότωνα τη μοναξιά σου,
θα σκότωνα τον εγωισμό σου,
θα ξέσκιζα τα μηχανοραφήματα σου.
Υπομονή, λίγη υπομονή,
λίγη αγάπη θα σου έδινα
κι όλα θα γινόταν στάχτη μπροστά στα πόδια μου.
Θα ξεσκίζω κάθε μέρα κάθε άμυνα,που αναπτύσσεις απέναντι στους ανθρώπους.
Οχι, δε θα σε άφηνα να φύγεις έτσι,
δηλητηριασμένος, μόνος και άδειος.
ή θα φεύγαμε μαζί ή θα πίναμε ο καθείς μόνος του
το δηλητήριο που μας ποτίσανε.
Ομως, εγώ ήμουν πιο δυνατή,
είχα μεγαλύτερη διαύγεια,
και έβλεπα πως ήταν ένα δηλητήριο,
καλά κατασκευασμένο,
μας το προμηθεύουν κάθε μέρα στις
καλύτερες τιμές και μάλιστα σε περιόδους κρίσης.
Είπα όχι, ήθελε δύναμη,τόλμη, θράσσος και θάρρος...
Ομως, εγώ ήμουν πεπεισμένη,
θα σε κέρδιζα και σένα και το δηλητηριο σου,
και το δικό μου το φαρμάκι δεν θα το έπινα,
θα το απέβαλα και θα το πετούσα στο καλάθι των αχρήστων.
Πάλεψα με νύχια και με δόντια, για να μη φύγω,
για να αντέξω τον παγωμένο βοριά τις νύχτες,
και τους αέρηδες, και τις φουρτούνες.
Επρεπε όμως να είμαι εκεί,
έπρεπε να μη σ' αφήσω να πνιγείς,
ακόμα κι αν εσύ με έπνιγες με το φόβο σου.
Επρεπε να είμαι εκεί,
να παλέψω για σένα.
ΕΠρέπε να σε  μάθω,
να πετάς στην άκρη το φόβο,
να φτύνεις το δηλήτηριο στα μούτρα εκείνων που στο προσφέρανε.
Επρεπε να σε μάθω, για τους ανθρώπους και τις ανάσες του,
για τους κήπους που ανθίζουν πάνω στα ευλογημένα κι ευτυχισμένα σώματα,
έπρεπε να σε μάθω να μην κόβεις αυτά τα λουλούδια.
Επρεπε να είμαι δίπλα σου,όσο κι αν άνοιγες τις πληγές μου,
όσο κι αν τις μάτωνες ξανά με την ανεπαίσθητη αδιαφορία σου.
Οχι, δεν θα σε άφηνα να φύγεις, έτσι,
δεν θα σε άφηνα να με κάνεις έναν αριθμό εκτος απο το ένα,
τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
Δεν θα σε άφηνα να με έχεις στο νου σου έτσι,
σαν μία αδιάφορη περαστική με ωραία μάτια.
Εγώ θα σε κέρδιζα, όσο αίμα κι αν απαιτούσε αυτό,
όσο πόνο, θα σε έκανα να δεις πιο πέρα απ το δηλητήριο σου,
πιο πέρα απ το εγώ σου, εκεί που δύο κόσμοι σμίγουνε,
και γίνονται ένα, και γεμίζει τότε, αγάπη μου, μόνο τότε,
ο ουρανός βεγγαλικά κι αστέρια και μπαλόνια και σπίρτα αναμμένα.
Εγώ θα σε κέρδιζα...με κάθε κόστος,
με κάθε πόνο, με κάθε αυταπάρνηση,
θα σ' έφερνα κοντά μου...
Ηξερα οτι μπορούσα να τα καταφέρω,
χωρίς να φορέσω μάσκες,
χωρίς να ζωγραφίσω σε καμβά πρόσωπο άγνωστο και μακρινό,
μα μ' ένα τρόπο απλό, κρατώντας σου τα χέρια.
Ηξερα πως η ανθρωπιά υπερνικάει και εξοντώνει τα δηλητήρια,
τους πόνους και τις άμυνες.
θα σε κέρδιζα, στο χρωστούσα...
Σου χρωστούσα ένα μάθημα...

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Για μια ζακέτα.

έχει ήδη φθινοπωριάσει.
ο ουρανός έχει συννεφιάσει.
Τα βράδια οι δρόμοι είναι άδειοι
κι η υγρασία με διαπερνά.
Ισως φταίει για την μελαγχολική μου φύση αυτός ο τόπος.

Φορώ την δική σου μπλε ζακέτα.
Είμαι τόσο αστεία μέσα σ΄αυτήν.
Είναι μακριά τα μανίκια της και μοιάζω με μωρό,
που έβαλε δανεικά ρούχα.
Τυλίγομαι μέσα στη ζακέτα,
όπως λίγο πιο πριν τυλιγόμουν στα χέρια σου,
για να ζεσταθώ.

Είναι φθινόπωρο.
τ αστέρια είναι τόσο μακριά,
είσαι ...είσαι εδώ,
τα παραπονα μου δεν άντεξαν,
ειπώθηκαν για άλλη μια φορά,
μα εσύ ήσουν πιωμένος
κι όλα σου φάνηκαν πιο γλυκά.
Πικρά που ήταν τα λόγια μου,όμως.

Προχωρώ με βήμα αργό,
αγκαλιάζω την ζακέτα σου,
την μυρίζω,
νομίζω πως είσαι μαζί μου.
Εκεί πάνω τρομάζω κι αποφασίζω πως πρέπει να σκοτώσω
ο,τι νιώθω.
Κι όμως, πάλι αγκαλιάζω την ζακέτα σου...
και σκέφτομαι πόσο γλυκά θα μπορούσαν να είναι όλα το χειμώνα,
παρέα με τις ζακέτες σου και τις ανάσες σου...

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Λόγια άλλων.

"Αμυρε,
δεν το ήξερες
πως ήμουν γυάλινη,
θα γινόμουν θρύψαλα,
πριν καν με αγγίξεις"

 Εχει μια τραγικότητα η ζωή αυτή, όταν την σκέφτεσαι και την αναλύεις πολύ. Γιατί ξέρεις πως η ζωή είναι η άλλη όψη του θανάτου. Εχω μια βαθιά συναίσθηση του τέλους μου, λοιπόν κι εγώ. Γι αυτό και τα λόγια αυτά- θραύσματα της ψυχή μου- κείτονται στα χέρια σου. Δεν είμαστε αιώνιοι και συ δεν θα υπάρχεις δίπλα μου ή απεναντί μου για πολύ. Ολα θα γίνουν στάχτη μια μέρα. ισως σου φαίνεται παράξενο, μα εγώ προετοιμάζομαι απο τώρα για το πικρό τέλος.
"Εκλαψα γι αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα"
Εχω γράψει επιστολές πολλές ως τώρα με παραλήπτη ή χωρίς. Το άνθος του εγωισμού, έχει αγκάθια, που δολοφονούν τα μικρά δάχτυλα του Ερωτα. Ματώνουν τα χείλη του και τσακίζουν τα βέλη του.
 Διαφέρω και πηγαίνω κόντρα στον κόσμο αυτό. Αλλάζω τη ρότα μου απ την αγέλη και το τιμημα μου, ξέρεις ποιό είναι ; Η πιο δική μου μοναξιά, το πιο μεγάλο γέλιο μέσα σ' αυτήν, την πιο δική μου κατάσταση. Εχω τη δύναμη να ξεπερνώ τα εμπόδια και ν' αντέχω. Σου μίλησα για τους άνδρες που πέρασαν, έστω αμυδρώς, απ την ζωή μου.Σημασία δεν έχει αν ήταν πολλοί ή λίγοι. Σημασία έχει πως κανείς δεν άφησε τίποτα, παρά ένα πικρό Αντίο, ειπωμένο απο εμένα ή απο εκείνους. Κανείς όμως δεν κατάλαβε ποτέ του. Κι εγώ που τόσο αναζητώ την κατανόηση και το μαζί του νου, ένα θα σου πω: Οποιος σε καταλαβαίνει, σε αιχμαλωτίζει. Απ' αυτή την άποψη λοιπόν, ας μη με καταλάβετε, για να 'μαι ελεύθερη μέσα στην μοναξιά που με ακινητοποιεί. Καμιά εμπάθεια, κανένα δάκρυ, καμιά απίτηση. όλα πικρά είναι. Δεν σου ζητάω τίποτα, γιατί δεν έχεις άστρα, να μου δώσεις.
 ΟΙ άνθρωποι σήμερα και πάντα απιλέγουν την μοναξιά μέσα στο ξύλινο κουτί που τους στενεύει. Φοβούνται την άφεση και γεμίζουν τις ζωές τους με άχρηστα, άχαρα ενδιαφέροντα. Εγώ δε θα τα κάνω, αρχίζοντας απο ' δω. Σήμερα τέλειωσε ο κόσμος, οι φωνές, οι θύελλες, οι έρωτες. Πάψαν όλα. Φθινοπώριασε κι η άνοιξη στέκεται αιώνες μακριά. Εστω.
Πότε πια θα πάψει το τέρας μέσα μου να με ωθεί στην τρέλα ; Σου μιλώ με γρίφους, σκέψεις άγνωστες για ' σένα, πτυχές μου ανεξερεύνητες.
Θα μπορούσαν αυτές να είναι οι τελευταίες λέξεις που σου γράφω.Ομως, δε θέλω να λέω μεγάλα λόγια. Οταν πια θα μαστε μακρινοί και ξένοι, να θυμάσαι απο μένα, πως οι άνθρωποι έχουν και ουσια και σημασία στις ζωές μας, ακόμα κι αν είναι προσωρινοί.
Οσο καθίκια κι αν είμαστε, έχουμε μια τρυφερή πλευρά. Απόδειξη ; Η πιο απλή, η πιο μεγάλη, η πιο αληθινή: Συνομωτούμε στον Ερωτα, την πιο μεγάλη στιγμή της δημιουργίας του κόσμου.
 Μη κοιτάς που σήμερα ο Ερωτας έγινε ξευτίλα, φθηνά πορνοπεριοδικά του περιπτέρου, καπότες πεταμένες στα πάρκα, σπέρμα ξοδεμένο για το τίποτα.
Μη κοιτάς που σήμερα δεν έχει καμιά σημασία ο Ερωτας για τους ανθρώπους. Τόσα έμαθαν, τόσα ξέρουν, τόσα λένε...
Κι όμως:
   Εν αρχή ήν ο Ερως.
Εν αρχή ην ο θάνατος.

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Αιώνιος

"να, περάσαμε στην αιωνιότητα.
Γιατί αλήθεια πού αρχίζει η αιωνιότητα;;;
Απο ένα πάθος αρχίζει κι απο ένα πάθος τελειώνει.
Ολα αρχίζουν απο ένα πάθος, 
αιωνία σου η μνήμη λοιπόν, 
κι εσένα σου πρέπει μια αιωνιότητα, 
αφού αντέχουν οι δυνατοί σου ώμοι και την σηκώνουν.
Κι εμένα αιωνία μου η αιωνιότητα,
αιωνία μου τα πάθη, 
αιώνια γι αυτό στέκω.
τι αναρωτιέσαι ; 
Είμαι ατέλειωτη, μα όχι πλεονάζουσα. 
Είμαι ατέλειωτη κι αν σε προδώσω. 
Είμαι μήτρα, γεννάω Εσένα, τους άλλους, 
το αίσθημα, τα πάθη,
τα γεννάω Ο λ α. 
είμαι δημιουργός.. 
Σε γέννησα ή θα σε γεννήσω, 
θα δώσω πνοή στο γλυπτό σου, 
θα δώσω πνοή σ΄' ο,τι δεν βλέπεις, 
σ' ο,τι δεν νιώθεις. 
Θα σε κάνω λέξεις, 
θα σε κάνω αιώνιο, 
θα σε κάνω πάθος, 
θα σε κάνω αιώνιο. "