Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

ανάπηρη ελληνική κοινωνία.

Αντί να πεις τα σύκα, σύκα ,
και τη σκάφη, σκάφη, 
κρύβεσαι, για να έχουν οι άλλοι καλή γνώμη για σενα.
Γιατί σ' αυτό το χωριό,
μη νομίζετε, 
όλα συμβαίνουν, 
χασίσια σε στενά,
γαμήσια σε παραλίες, 
οικογενειακοί τσακωμοί, 
εκτρώσεις,
παιδιά γεννημένα εκτος γάμου,
όλα αυτά που η κοινωνική ηθική 
αποδοκιμάζει. 
Κι έτσι οι καημένοι, 
προτιμούν να κρύβονται πίσω απ το δαχτυλο τους, 
ενώ όλοι οι υπόλοιποι ξέρουν. 
Και μοιάζει γελοίο και προσποιητό,
ανάπηρη ελληνική κοινωνία. 
Ανάπηρος κόσμος, ηλίθιος.
Πόσο τους σιχαίνομαι, 
πόσο τους βαριέμαι. 
Και το χειρότερο,
όλα αυτά δεν συμβαίνουν μόνο σ αυτό το αποκομμένο νησί, 
αλλά παντού συναντώ κόσμο να ζει για τον κόσμο. 
Και τελικά, τι σε νοιάζει η κοινή γνώμη ; 
Αντε να γαμηθούν οι κοινοί,
μας ενδιαφέρει η γνώμη ανθρώπων που εκτιμάμε,
και προσωπικά δεν εκτιμώ και πολλούς,
ούτε 10 απ' όσους έχω γνωρίσει ως τώρα στη μικρή ζωή μου. 

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

ατιτλο

Μου θύμιζαν κάτι τραγικά ζευγάρια.
Αυτά που κάθε τι σεξουαλικό έχει πάψει αναμεσα τους
και πρσπαθούν να περισυλλέξουν τις στάχτες τους,
αυτό το τίποτα που απέμεινε,
πιέζοντας ο ένας τον άλλον,
απαιτώντας χρόνο ο ένας απο τον άλλον,
ενώ ο καημένος που έπαψε να θέλει,
υποφέρει,
αλλά υποκύπτει στους ψυχολογικούς εκβιασμούς.

Δεν ξέρω αν μοιάζει με κωμωδία ή με τραγωδία
ετούτη η σκήνη,
πάντως βρωμάει "αγάπη" καταπιεστικη,
σχεδόν γίνεται τυραννία βαθιά που με χαρακώνει,
μπόχα προστασίας τάχα μου και δήθεν έγνοια.
Κανείς δεν έμαθε ότι η αγάπη δεν καταπιέζει για χάριν της αγάπης,
κανείς δεν προστατεύει ασφυκτικά, επειδή δήθεν τάχα αγαπάει
και θέλει να σε δει.
Τράβα ζήσε, σου λέει όποιος σ' αγαπάει.

Είναι αυτή η σκηνή που παίζει με τα νεύρα μου,
μα μένω γαλήνια,
ένα καζάνι που μέσα του βράζει το νερό καυτό,
έτοιμο να αφρίσει και ν αρχίσει να καίει ο,τι βρει στο περασμά του,
μα περιμένει.
Περιμένει.
Ο τόνος της φωνής μου παραδόξως σταθερός και ήμερος,
μα τα μάτια μου αγρίεψαν σαν θάλασσα που σεκαταυροχθίζει,
εκείνη την εκδικητική θάλασσα του χειμωνιάτικου βορειά.

Αφορισμοί, κραυγές,
ματά ηλίθιες αγκαλιές,
που είναι σαν ταπείνωση.
Δεν δοκίμασες την ελευθερία ακόμα.
Ακόμα;
Κοιτα να δεις.
ΠΟτέ δεν θα την ανακαλύψεις.

Γίνομαι εγώ η ασυμβίβαστη,
η αχώνευτη,
η δύσκολη,
η αλήτρα,
η πουτάνα,
η α-δέσποτη.
Ευχαριστώ.


2
Πετέχτηκα απο τη μήτρα σου,
σαν ένας σπόρος που άνθισε.
Κι ήμουν καταδικασμένη.
Ημουν ελεύθερη.
Ημουν ασυγχώρητη,
διψασμένη για το νέκταρ,
αχόρταγη στην αμαρτία,
Με γέννησες ξανά.
Με γέννησες εκ νέου,
εσύ γλυκιά μητέρα,
και με μεγαλώνεις
αργά, σταθερά, ελεύθερα,
κι η αγωνία σου;
Να σκωτώσεις την θλίψη μου,
τους φόβους μου να τους συντρίψεις,
κι εγώ εκεί μαζί σου μ΄έναν δεσμ΄'ο πνευματικό.
Και τα βράδια που έμενα πειθήνια συο κρεβάτι μου πίνοντας
και παλεύοντας να με εξηγήσω,
ερχόσουν και ψυθίριζες
"Μην εξηγείς. Απλά εσύ ζεις.
Κι είναι αλλιώτικο.
Εσύ δεν θα γίνεις ανθρωπάκι,
κατάλαβες;
Μέσα σου, μέσα σου είναι ο ΘΕΟΣ.
Και με χαϊδευες, με χτύπαγες κι αλύπητα,
με ελευθέρωνεις όμως,
γιατί χωρίς εσένα εγώ,
τι θα γινόμουν ;
Είσαι η ενθαρυνση μου.
-Προχώρα.Προλαβαίνεις.
κι εγώ σώπασα,
αλλά κοίταγα τον ήλιο,
παλεύοντας να ανασηκωθώ.


Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Επέστρεψε λοιπόν στην οικογενειακή στέγη κι ο άσωτος υιός,
στην περίπτωσή μας η άσωτη. 
Και της στήσανε γιορτή, για την επιστροφη της,
μόνο που δεν επέστρεψε μετανοιωμένη και δεν επέστρεψε για πάντα. 
Είναι περαστική απο το σπίτι της. 
Εδωσε μια στο τραπέζι, το κλώτσησε
κι ήθελε να τους φυτύσει στα μούτρα.
Δεν άξιζε ούτε τον κόπο. 
αυτή θα ζήσει.  

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Φωτογραφία.




Οι γυμνές λέξεις.


Οι γυμνές ψυχές.


Η σιωπή είναι η μόνη γύμνια.


Η ανάγκη η μόνη κινητήριος δύναμη της ανθρωπότητας.


Ο άνθρωπος κρατάει, όσο μια βόλτα σε μια άδεια παραλία.


Οι ουρανοί συννέφιασαν και δακρύζουν.


Τα σύννεφα μοιάζουν με μάτια των ανδρών.


Αποτυπώνουν μια βαθιά, αντρική θλίψη.


Την απέραντη αντρική μοναξιά,


αυτή που οι γυναίκες δεν θα νιώσουμε ποτέ.


Θέτουμε τις ζωές μας σε λογάριθμο.


Αγορά, όλη η ζωή μας είναι μια αγορά.


Αγορά εργασίας, αγορά προσωπικότητας,


εξισώσεις προσφοράς και ζήτησης.


Τα φώτα πέφτουν,


το αλκοόλ ρέει.


Ένα Κυριακάτικο πρωινό,


σαν χειμωνιάτικο εισβάλει βίαια από το παράθυρο.


Κάτι πεταμένα χαρτιά στο τραπέζι,


ο Φρειδερίκος διακηρύττει την θέληση για δύναμη.


Φιλοσοφικές αναζητήσεις,


μια διαδρομή χωρίς τέλος.


Καμιά θάλασσα δεν φαίνεται στον ορίζοντα.


Κι όμως οι γλάροι θα πετούν προς τον ήλιο,


που κάπου θα βασιλεύει.


Κάπου σε κάποιο νησί,


άνθισαν τα γιασεμιά,


ασβεστώνουν οι νοικοκυρές τις αυλές.


Χαϊδεύει το κύμα τα βράχια.


Και έχουν γεύση αρμύρας τα φιλιά.






ΠΌΛΗ.






Εδώ τόμοι ξεχασμένοι,


αμάξια που τρέχουν,


βρωμιά,


αστικά λεωφορεία.


Τρέχεις να προλάβεις.


Δεν έρχονται οι γλάροι,


ούτε ο φάρος ανάβει.


Ξεχαστήκαμε εδώ.


Μας λησμόνησαν όλα.










Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

neruda

«Εχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Οσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι’ αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ισως απ’ αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές “Ποιητικές Πραμάτειες” που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

meds

οι ημέρες του φωτός.
Ανοιξα το παράθυρο μου το πρωί,
κοίταξα γύρω μου.
Αναπώλησα τις στιγμές μου στο νησί.
Λείπει η θάλασσα απο το μάτι μου εδώ.
Μια αίσθηση παράξενη η επιστροφή.
Σαν να είναι όλα ίδια, βαρετά ίδια.
Μοιάζει αδιάφορη η καθημερινότητα
κι οι ανθρωποι.
Ιδιες εικόνες, ίδια πρόσωπα, ίδια συναισθήματα.
Οχι άσχημα απαραίτητα.
Ξεβάφει στο χρόνο το πάθος της αρχής,
γιατί δεν είναι πια αρχή,
αλλά καθημερινότητα.
Ηρεμη καθημερινότα,
που τίποτα δεν την αλλάζει.
Βούρκος θα έλεγα.
Το βραδυ κατεβάζω τα πατζούρια μου,
ανοίγω την μουσική στο τέρμα και καπνίζω.
Χτυπάει το τηλέφωνο μου.
Σκέφτομαι την εργασία που πρέπει να κάνω στο εργατικό,
κι άλλες υποχρεώσεις που έχω.
Υποχρεώσεις...
Πάντα σε μια καινουρια εκδοχή.
Κυρίως με κουράζουν οι ίδιες σκέψεις μου.
Καμία παραγωγικότητα το τελευταίο καιρό.
μπερδεύομαι μ όλα και δεν βρίσκω λέξεις



Τρίτη 3 Απριλίου 2012

σαμος.

κοιτάζω στο ιντερνετ το νησι μου.
Κάποιοι τουρίστες Ολλανδοί μάλλον ανέβασαν φωτογραφίες.
Με πιάνει μια γλυκιά νοσταλγία γι αυτόν τον τόσο ξεχασμένο τόπο θ.
Παραμένει ακόμα το καταφυγιο μου.
Θέλω τόσο να βρεθώ μπροστά στο απέραντο γαλάζιο που μας περιζώνει.
Να καθίσω πάλι μπροστά στο παγκάκι ατενίζοντας την θάλασσα,
την πρώτη και βαθύτερη αγάπη μου.
Ο ήλιος να πέφτει, οι βασιλικοί στους τενεκέδες, στις φρεσκοαβεστωμένες αυλές.
To on the rocks να φιλοξενεί τους εναπομείνανατες φοιτητές.
Η θάλασσα που αγριεύει και βουίζει, γλύφει τα βράχια,
μας θυμίζει συναισθήματα εξίσου άγρια και βαθιά.
Η θάλασσα... λες κι ακούει τη φωνή αυτού του κόσμου πο αγριεύει.
Είναι η δική μας φωνή, αυτή που εξεγείρεται και δεν υποτάσσεται.
Η ΄θάλλασα είναι επαναστάτρια και ανυπόταχτη.
ποιός μπόρεσε ποτέ να να την υποτάξει ;
Η θάλασσα, ένα κομμάτι χαρτί, λίγο ούζο στο στόμα,
ο ήχος απ τα κύματα στ αυτιά,
φωτιές στην παραλία,
ελάχιστοι φίλοι που έμειναν ατόφιοι.
Η ηρεμία του νησιού, όλα κυλάνε αργά εκεί.
Ενας επίγειος παράδεισος η φύση.
Μοιάζουν όλα τόσο ίδια κάθε φορά.
Και φυσικά μεσα σ αυτό το σκηνικό υπάρχουν και άνθρωποι,
για να μου θυμίζουν πόσο αλλάξαμε και πόσο ίδιοι μείναμε ταυτόχρονα.
Κι  ο άνθρωπος πόσο εύκολα αλλάζει ;
δεν αλλάζει έτσι απλά, ας μη γελιόμαστε.
Θα γυρίσω πάλι στις ίδιες γειτονιες που αλήτευα,
στους ίδιους δρόμους που φιλοξένησαν τις ανησύχιες, τις εφηβικές μου,
τις μικρές μου αγωνίες, την αγανακτηση μου γι αυτόν τον ετοιμοροπο κόσμο.
Είναι οι ίδιοι δρόμοι που κάποτε περπατούσα χαρούμενη ή λυπημένη,
σκεπτική ή ξένοιαστη.
Πάντα αγαπουσα τους δρόμους, είχαν μια μυρωδιά παράξενη, βασιλικός, τριαντάφυλλο, καυσαέριο
και αρμύρα.
Αρμύρα ναι. κι αυτή η θεσπέσια αρμύρα που κατσάρωνε πιο πολύ τα μαλλιά μου,
εδώ δεν υπάρχει.
Δεν έχω την παρηγοριά της θάλασσας, την ελευθερία που σου χαρίζει η απεραντοσύνη της.
Να βλέπω απέναντι την τουρκία και να νιώθω πως ανάμεσα στους ανθρώπους σύνορα δεν υπάρχουν.
Πόσο μικροί είναι όλοι αυτοί που μας επιβάλλουν τα σύνορα, το μίσος και την έχθρα,
πόσο ανόητοι και στενόμυαλοι;
δάσκαλοι που διαπράττον κάθε μέρα το ειδεχθές έγκλημα της σποράς εθνικισμού!
Πόσο τους σιχαινόμουν...
Θυμάμαι ακόμα εκείνη την ημέρα που με δίδαξαν "τα καλά του πολέμου" και έφυγα απ την τάξη βρίζοντας! 

Μέσα στο κουβάρι των αναμνησεων μου ξεπροβάλλει ατόφια η φιγούρα σου,
όπως σε είδα και σε γνώρισα.
Ενα κοινωνικό πρότυπο, ένα δείγμα οτι δεν διαφέρω τόσο απ' όλους σ' αυτό το τόπο.
Η εκτίμηση κι ο θαυμασμός μου ξεχειλίζουν.
Είναι δεδομένος ο σεβασμός μου στο προσωπο σου.
Εχεις τον τρόπο σου με του ανθρώπους.
Τα λόγια λίγα και αρκετά να πουν ο,τι ξέρεις,
οι οριζοντές σου, σαν τον ορίζοντα που κοιτάω και δεν τελεύει.
Η επικοινωνία μας βουβή, κι όμως ακούω την κραυγή σου,
αυτή που μου φωνάζει να μείνω εκτος.
Αυτή που μου λέει "φύγε να σωθείς απ τους γελοίους,διάλεξε την ζωή σου.
το έκανα και δεν μετανοιώνω"
Η δυναμη σου φαίνεται στα μάτια σου, εκεί ανάβει φωτιά, πύρινη,
σαν αστερι φλέγεσαι, μα δεν σβήνεις.
Δεν θα σβήσεις ποτέ εσύ κι ας καίγεσαι κι ας μένεις στάχτη.
Μετά αναζωπυρώνεσαι, στέκεσαι στο ύψος σου,
κατρακυλάς σε γκρεμούς, μα ορειβατείς και ανεβαίνεις ξανά και ξανά.
Μια γροθιά στο κατεστημένο είσαι.
Δεν θα ματανοιώσω ποτέ.
Δε θα απαρνηθώ ποτέ ο,τι υπάρχει.