Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Λείπεις-Λύπη.

Τι μου λείπει απο σένα λοιπόν; Ολοι ρωτούν και θέλουν να μάθουν κι ακόμα κι εγώ στιγμές στιγμές αναρωτιέμαι. Μου λείπει η αφή σου. Μου λείπου τα δάχτυλα σου που διέτρεχαν την πλάτη μου ενώ πέφταμε για ύπνο. Τα χείλη σου που άγγιζαν το μέτωπο μου εντελώς φιλικά,θα έλεγα, εντελώς τρυφερά. Μου λείπει η μυρωδιά σου. Αυτή η μεθυστική μυρωδιά λεμόνι, αποσμητικό αντρικό και μαλακτικού που έπλενες τα ασπρόρουχα σου. Μου λείπει η εικόνα σου κάθε πρωί- εκείνα τα πρωινά που ήμασταν μαζί τέλοσπάντων -. Να σε κοιτάζω έτσι, να κοιμάσαι γαλήνιος τον ύπνο του δικαίου,να είσαι έτσι βασιλεμένος, γαληνεμένος κι εγώ να μην σ' αφήνω στην ησυχία σου, ειδικά εκείνες τις πρώτες φορές που σε ξυπνούσςα χαιδεύοντας το πρόσωπο σου-μόνο αυτό, τόσο αθώα κάποιες φορές. Και μου έλεγες ότι σου είχε λείψει ένα τόσο παιδικό άγγιγμα. - Σχεδόν παιδί με γνώρισες και τώρα μ έχεις κάνει μία γυναίκα, μια κομματιασμένη γυναίκα σίγουρα.- Μου λείπει η εικόνα σου να σηκώνεσαι από το κρεβάτι και τα μαλλιά σου να πετάνε- μία χρυσόξανθη φωλιά μελισσών- και να τρέχεις στον καθρέφτη να τα στρώσεις κι εγώ να σε κοροιδεύω μόνιμα για την αφάνα σου. Μου λείπει να γυρίζεις σπίτι από το τρέξιμο και να χαμογελάς μ αυτό το αθώο σου χαμόγελο- το χαμόγελο του θριάμβου - και να τσατίζεσαι στιγμιαία που δεν άναψα θερμοσίφωνα κι εγώ να θυμώνω τάχα που τάχα φωνάζες- μήπως προλάβαινες να φωνάξεις; φώναζα εγώ και για τους δύο. Γενικά, όλα εγώ τα έκανα και για τους δύο. Εγώ τσακωνόμουν για δύο, εγώ αγαπούσα για δύο, εγώ φανταζόμουν για δύο. Εσύ αμέτοχος. Λάμβανες την αγάπη μου. Ποτέ δεν μ αγάπησες, το ξέρω. Βαριά κουβέντα, Το ξέρω. Αλήθεια είναι. -
Μου λείπει να μου λες "πιές νερό, δεν ήπιες όλη μέρα σήμερα. ή βγες έξω, μην είσαι όλη μέρα σπίτι. Αρκουδάκι, θα σε βγάλω να πάρεις αέρα. ' Αυτές οι φράσεις με σκοτώνανε. Κάθε φορά σ ερωτευόμουνα από την αρχή όταν τολμούσες να τις ξεστομίζεις. Κι ας μην καταλάβαινες γιατί. -έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν καταλάβαινες-. Μου  λείπουνε οι τεράστιες βόλτες μας στην Αθήνα, στο Μοναστηράκι, στην Πλάκα, στου Φιλοπάππου. Κι οι τεράστιες βόλτες τις καθημερινές στη Καστέλα, ν ατενίζω την θάλασσα από ψηλά και να σε κοιτάω και να σκέφτομαι εσύ είσαι η θάλασσα μου. Εσύ που δεν μπορώ ποτέ να σε αγγίξω. Πού ποτέ δεν μπόρεσα να σε περιορίσω, ούτε με την αγάπη μου μπόρεσα να σε δεσμεύσω. Γαλήνια θάλασσα εσύ. Ορμητικός ποταμός εγώ. Και κάπου εκεί στο δέλτα ανταμώναμε. Και κάποιες φορές, τις πιο πολλές, σκληρό ήταν το αντάμωμα. Επρεπε τα δικά μου νερά να μην είναι τόσο ορμητικά,για να μην σε ταρακουνήσουν. Κι άλλοτε το μπορούσα κι όταν το μπορούσα πιεζόμουν εγώ, για να μην πιεστείς εσύ. Αδικος κόπος. Η ορμητικότητα μου ερχόταν πολλές φορές και γινόταν πραγματικότητα.. Κλάματα, φωνές, "δεν μ αγαπάς" σου έλεγα. Στο τέλος έπαψα και να διαμαρτύρομαι. Αποξένωση. Δεν είχε νόημα. Και πόσο σε μισούσα. Πόσο σε μισούσα εκείνες τις στιγμές που ένιωθα πως δεν έχει νόημα καν να διαμαρτυρηθώ ή να κλάψω. Απογοητευτικό τέλος. Ετσι τελειώσαμε. Ετσι κι αλλώς. Σιωπηλά. Εκκωφαντική σιωπή. Μας βόλεψε. Και τους δύο, κακά τα ψέματα. Εσύ δεν ήθελες να μιλήσεις. Εγώ δεν ήθελα να ακούσω.
Αλλά και τα λόγια τι νόημα έχουνε; Περισσότερο δεν πονάνε; Από τις πράξεις κρίνεις, δεν χρειάζεσαι όμορφα περιτυλίγματα να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Ενα πάθος που τέλειωσε. Το κηδέψαμε μαζί; Οχι, μόνο εγώ έχω πενθήσει έστω και κάποιες μέρες, κάποιες στιγμές που σε σκέφτομαι. Εσύ άραγε τι να κάνεις; Αυτό που φαντάζομαι. Κι είναι αυτό που φαντάζομαι, που με κάνει αλήθεια να σε μισώ.  Σε μισώ, σε θέλω. το ίδιο είναι. Αλλά πίσω πώς να γυρίσω ; Αποκλείεται. -
Μου λείπουνε τα βράδια του Σαββάτου που έξω είναι - 8 κι εγώ σε περίμενα να έρθεις. Είχα καθαρίσει το σπίτι, είχα μαγειρέψει 2-3 φαγητά που σ αρέσουν, είχα γίνει ωραία-μόνο  και μόνο για ΣΕΝΑ- και η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Κάθε λεπτό αναμονής ήταν ένας αιώνας. Κι ύστερα χτυπούσε το κουδούνι και δεν μπορούσα να μην χαθώ στην αγκαλιά σου, να μην παραλύσω στο αγγιγμά σου. - κολακευόσουν όταν στο έλεγα αυτό, το θυμάμαι. Ακόμα κι αυτό το ηληθιο ιριαμβευτικό συο βλέμμα μου λείπει-. Μα πιο πολύ η αφή σου, η φωνή σου. Να με ξυπνάς για να μου πεις ότι έχω ουρά, ότι έτσι με είδες στον ύπνο σου. Να με φωνάζεις Ρόρη απο την αρχή του δρόμου, Να σ ακούω να γελάς, να θυμώνεις, να διαμαρτύρεσαι.
είναι αλήθεια. Για σένα βρήκα καινούριες λέξεις. Καινούριες συμπεριφορές. Καινούριες μάσκες. Μάσκες; Οχι, χωρίς στρατηγική ήρθα κατά πάνω σου και σ' έχασα με τις υπερβολές μου, με τον τρελό έρωτα μου - αυτόν που με έκανε δεδομένη. Πού ποτέ δεν έπαιξα με τακτικές. Αυτό φταίει. Πού τα έδωσα όλα. ή ίσως που διάλεξα εσένα. - Τόσα γράμματα. Τώρα θα είναι στο ντουλάπι με τις αναμνήσεις σου. Το μισώ αυτό. Σου είχα πει να μη με βάλεις ποτέ εκεί μέσα. Αλλά θα με βάλεις. Μισώ αυτό το ντουλάπι με τις αναμνήσεις σου. Ζηλεύω ακόμα κι εκείνο το πρώτο κορίτσι που φίλησες και το μόνο που ήθελα ήταν να θες μόνο εμένα-γαμώτο, τόσο εγωιστικό - και όλες οι άλλες να μην υπάρχουν κάν για σένα. Να είναι κατώτερες ή καλύτερα αδιάφορες. Γιατί για μένα, τουλάχιστον, όσο μου τροφοδοτούσες τον έρωτα ή όσο κοιμόμουν όρθια, δεν υπήρχαν άλλοι άντρες. Ηταν τόσο λίγοι μπροστά στην λάμψη σου. Εσύ ήσουν το ποίημα  που υπήρχε ολοζώντανο στην ζωή μου, ήσουν η ενσάρκωση ενός μυθιστορηματικού ήρωα, του δικού μου ήρωα. Και τελικά, τι ; επεσες από το βάθρο σου. Αλλά δεν έφτιαγες εσύ. Εγώ σ' ανέβασα, εγώ σε κατέβασα.
Αλλά η αγαπημένη η αφή σου μου λείπει. Γαμώτο. Και ελάτε να μου πείτε όλοι εσείς οι τάχα μου κουλτουριάρηδες και συναισθηματικοί, ότι δεν αγαπάμε με το σώμα. Μόνο μ' αυτό ερωτευόμαστε. Χωρίς αυτό ποτέ. Αν δε νιώσεις το κορμί να πονάει από έλλειψη, ποτέ δεν ερωτεύτηκες. Να κάτι τύποι σαν εσένα, μώρό μου. Είμαι σίγουρη πως δεν πονάει το κορμί σου. Γι αυτό σου λέω. Αντίο.


Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Αττικό δειλινό.

Ωρα δειλινού κι οι σκέψεις ανακατεμένες, ενώ το ημίφως κυριαρχεί στο δωμάτιο και η φθινοπωρινή δροσιά σε χαιδεύει ολόκληρο. Ετσι, όπως πέφτει η νύχτα στο Παγκράτι γίνεται ο κόσμος πιο γλυκός. Ο ουρανός έχασε σχεδόν το γαλάζιο του χρώμα, ενώ τα σύννεφα βάφτηκαν γκρίζα και στο βάθος λίγο πορτοκαλί. Πορτοκαλί της αισιοδοξίας και της γλυκιάς ανάμνησης. Θυμίζει πράγματα ετούτος ο ουρανός. αυτός ο αθηναικός ουρανός που τους χωράει όλους; ευτυχείς και λυπημένους, μόνους και ζευγαρωμένους, καλλιτέχνες, πλανώδιους, ξένους και ντόπιους. Ανθρωποι. Ανθρώποι πολλοί. Είμαστε τόσοι πολλοί κι όλοι χαμένοι στις σκέψεις μας και την καθημερινότητα μας. 
Και κάπου ανάμεσα σ' αυτούς υπάρχει εκείνος που θα σ' αγαπήσει για αυτό που είσαι και με τον τρόπο που θέλεις να σ' αγαπήσει. Και μπορεί να σε ψάχνει. Μπορεί ακόμα και να σε έψαχνε τότε που έπαιρνες άξαφνα αεροπλάνα χωρίς να το καλοσκεφτείς-παροσμήσεις της στιγμής- για να βρεις κάποιον που, λεει, τον αγαπούσες πολύ και με πάθος και ταπείνωση, αλλά εκείνος δεν σ' αγάπησε ποτέ του. Κι η απόδειξη ήταν το φευγιό του: Αναπάντεχο, χωρίς αφορμή, ανέρειστο και ανέλπιστο. 
Και δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα για να το εμποδίσεις. Κι ούτε προσπάθησες καν, γιατί δεν έχει νόημα καμία προσπάθεια για να καταπνίγεις τον άλλον, για να τον καταδυναστεύσεις. Κι ας το κάνεις μέσα στον πανικό σου, μέσα στο έρωτα σου τον μεγάλο. Οταν η μπόρα κοπάζει, τα μάτια κοιτάζουνε καθαρά,- τότε και μόνο τότε- συνειδητοποιείς τα λάθη σου που πηγάζουν βέβαια από τα πάθη σου. - Κι άλλωστε τι διαφορά έχει το λάθος από το πάθος; Ενα γράμμα. Τόσο λεπτή η διαχωριστική γραμμή- . Καμία προσπάθεια, λοιπόν. Μοναξιά. Απέραντη ερωτική μοναξιά. Αλλά και προτύτερα πώς ήταν ; Ακόμα χειρότερα. Να είσαι δίπλα του και τόσο έρημη. Σχεδόν απογοητευμένη από τον άντρα που αγάπησες. Τον πρώτο άντρα που αγάπησες στην πραγματική ζωή. Τους άλλους τους αγάπησες μέσα από τις λέξεις, τα βιβλία σου, τις γραφές σου.- Ρομαντισμός αθεράπευτος, ηλίθιος και κενός νοήματος. Σχέσεις και εξαρτήσεις χωρίς πραγμάτωση να πέσει φωτιά να τις κάψει, αν δεν καίγονται τα σώματα, λοιπόν. - Και το κεφάλαιο Α έληξε κι αυτό άδοξα. 
Αλλά πρέπει να ξέρεις να φεύγεις, όταν το τέλος είναι μονόδρομος. Κι εσύ έφυγες. Και κατα βάθος απαλάχτηκες, γιατί αυτόν τον έρωτα, που το ένιωθες σαν εξάρτηση, η λογική σου δεν τον άντεχε. Και πάλευε το λογικό  με το θυμικό: Αγώνας άνισος βέβαια. Η παρόρμηση συχνά κερδίζει στην ηλικία σου. Αλλά μάλωνες με τον εαυτό σου. Δεν άντεχες την αυτοταπείνωση. Και τώρα που η ιστορία έληξε ανέκτησες εκείνο το κομμάτι που σου έλειπε, εκείνη την χαμένη ενέργεια που ξόδευες ακόρεστα σ εκείνον. Εκείνον τον εαυτό σου μάλλον αποκτάς που ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες. Και μάλλον συνειδητοποιείς πόσο δυνατός μπορείς να είσαι. Πόσο διεγερτικό είναι να πατάς στα πόδια σου. Και φοβάσαι. Φοβάσαι πια τους έρωτες, άμα είναι να σε εξουσιάζουν. Κι απ΄την άλλη σκέφτεσαι: Αμα ο έρωτας δεν σ' εξουσιάζει, τότε τι έρωτας είναι ; Αμα δεν νιώθεις πως ο κόσμος γεμίζει, επειδή Εκείνος υπάρχει, τότε είσαι ερωτευμένος; Ε, μάλλον όχι. Τότε είσαι απλά ζευγαρωμένος. 
Φυματική αγάπη κι αυτή με αυτόν που δε σ αγάπησε, αυτή που λέγαμε πριν. Αλλά... Δεν... Δεν σε σκότωσε. ή έστω όχι ολοκληρωτικά. όχι αυτήν την φορά. Κι όμως πόσες φορές έχεις πεθάνει για αγάπες; κι ειδικά για την αγάπη του; Θυμάσαι ; Είδες; Ζεις ακόμα. 
Γι αυτό λέμε πως κάτω από τον Αττικό ουρανό είναι εκείνος... Εκείνος που σε ψάχνει, που σε αναζητεί, εκείνος που θα σε αγαπήσει. Γι αυτό, τον πόνο μπορείς να τον αφήσεις καταμέρος. καταμέρος κι η οργή. Καταμέρος όλα. Χαλάλι του. Χαλάλι σου.  

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Και... Θα πέθαινα να φορέσω το πουκάμισό σου...

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

χωρισμός.

Και παλι στα ίδια, στην ίδια κατάσταση σχεδόν: Μπαλκόνι, με λίγη περισσότερη δροσιά απ την την προηγούμενη φορά, με παγωμένη μπύρα, μουσική,βιβλία για φάρμακα,να προσπαθώ να ξεχάσω και  να σε διαγράψω,αλλά αυτήν την φορά μία για πάντα από την ζωή μου. Μόνο που αυτή τη φορά νιώθω πιο δυνατή και πιο αποφασισμένη. Μόνο που αυτή τη φορά είχα πατήσει ένα μεγάλο pause στα συναισθήματα μου λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων,λόγω φόβου αν θες, να βυθιστώ πάλι μεσα στον μεγάλο μου πόνο.
Εχουν όλα παγώσει πια μεσα μου, είμαι ένας βόρειο πόλος, ένας τεχνοκράτης, μια κυνική, ωμή. Η μάλλον αυτό που σου λέω είναι αυτό που θέλω να γίνω, γιατί μόνο έτσι είσαι ευτυχής: Οταν δεν περιμένεις τίποτα από τους ανθρώπους κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να μην απογοητεύεσαι.
Λυπάμαι για όλα όσα συνέβησαν. Μάλιστα λυπάμαι και για όλα όσα  δεν συνέβησαν μεταξύ μας. Αφού πια δεν έγινε το θαύμα της ένωσης των κόσμων κι ευτυχία απείχε πολλά χιλιόμέτρα. Δεν ξέρω σε τι μετράς εσύ τον πόνο σου. Εγώ τον μετρώ σε δάκρυα, σε κείμενα που ξεχειλίζουν απογοήτευση, αλλά κι απ την άλλη σε νέες δυναμικότερες αποφάσεις, σε νέα μεγαλύτερα σχέδια. Σε νέες μεγαλύτερες προσδοκίες, σε νέες καλύτερες επιλογές.
Kι αυτή τη φορά δεν έχω κλάψει και ξέρω ότι αυτό δεν είναι καθόλου αναμενόμενο... Γιατί ένας μεγάλος έρωτας έλαβε τέλος. Ισως ο ένας από τους μεγαλύτερους έρωτες που είχα ως τώρα στην ζωή μου έχει αδειάσει, με έχει αδειάσει, με έχει κομματιάσει. Κι όπου με άγγιξες, πονάω. Δεν νιώθω το σώμα μου πια σαν δικό μου, το νιώθω σαν έναν ξένον οργανισμό που πρέπει να ελέγξω με το μυαλό μου. Γιατί αυτό ορίζω εγώ σαν δύναμη, Αλλά και σαν αξιοπρέπεια.  Να και τώρα που σου γράφω, νιώθω τόσο παγωμένη μέσα μου. Ανοσία. Και καταλαβαίνω ότι το μόνο μου λάθος είναι να διαλέξω εσένα. Αλλά ήταν τόσο δυνατό που δεν μπορούσα να αντισταθώ. Ακουσα το σώμα μου, δεν άκουγα την μέσα μου φωνή που μου φώναζε "ΜΗ". Δεν άκουσα τίποτα. Υπερέβην τα όρια μου, τα έσπασα. Συμβιβάστηκα. Εβαλα τόσο νερό στο κρασί μου και ήπια μόνο νερό. Κι όλο το ευχαριστώ για το κομμάτιασμα, ήταν η προδοσία. Μεγάλη προδοσία.

Θυμάμαι την Πανσέλληνο που είχαμε δει μαζί εκείνον τον Αύγουστο. Εκείνη ήταν η πρώτη μέρα που μεθυσμένος είπες ότι μ' αγαπάς. Δεν το εννοούσες. Πού ξέρεις εσύ από αγάπες; Εσύ δεν έχεις φτερά σπασμένα στον ώμο, δεν έχεις καμία τρύπα στην καρδιά, καμία ανάγκη να σε σώσουν. Δεν κατάφερα να σε σώσω ούτε από τον ίδιο σου τον κυνικό και κενό εαυτό. Παραμένει εκεί να στέκεται και να ξοδεύεται σε κορμιά, χωρίς ουσία, χωρίς νόημα. Μπροστά σου από δω και πέρα παραμονεύει το κενό. Μόνο που εσύ όλα ετούτα τα θέλησες. Και μάλιστα τα διάλεξες. Τίποτα από εδώ και πέρα δεν θα είναι το ίδιο. Και αλήθεια τι θα συγκριθεί με την αγάπη που σου είχα; Που σε έβλεπα και με επιανε ζαλάδα;Που σε κοιτούσα σαν αρχαίο έλληνα Θεό, που σε πρόσεχα λες κι ήσουν το πιο ευθραστο βάζο σε υαλοπωλείο.

Δεν ζηλέυω εκείνη που τώρα φλερτάρεις. Την οικτήρω, γιατί θα την παραπλανήσεις και αυτήν, όπως εμένα. Θα ντυθείς με τον μανδύα του ερωτεύσιμου, του ουσιαστικού ανθρώπου και το μεσα σου κενο θα το ντύσεις με ρόλους... Κι έτσι θα εξαπατηθεί κι εκείνη. Μακάρι να μπορούσα να την προειδοποιήσω. Είσαι ένα τέρας. Ενα τέρας πολικό, έχεις μεσα σου μια μεγάλη Ρωσσική Στέπα, χωρίς κανένα ίχνος ομίχλης ή έρεβους. Είσαι φωτεινός. Γιατί δεν έχεις πονέσει ποτέ εσύ.
Κι εγώ μέσα μου έχω έρεβος, πόνο, λύπη, χάος, μεγάλο ακάλυπτο κενό. Αλλά είμαι κι ανεξάντλητη, είμαι πάλι έτοιμη να χαθώ. Αλλά αυτήν την φορά θα αξίζει η θυσία. Θα αξίζει; Και πώς μπορείς να διαλέξεις για ποιόν θα θυσιαστείς; Η Ιφιγένεια πάντως δεν διάλεξε τίποτε. Οι επιλογές της ήταν μία μεγάλη αυταπάτη. Κι όμως δεν με λένε Ιφιγένεια.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

ταξίδι.

Ταξιδεύω, ταξιδεύω και δεν ξέρω που πηγαίνω. Ξέρω όμως που θέλω να φτάσω και για πρώτη φορά δεν είναι κάτι το αδιόρατο. Ταξιδεύω ξέροντας ότι το μεγάλο ξέφωτο είναι ο προορισμός. Ταξιδεύω ξέροντας ότι το τέλος είναι θηλυκότητα. Το τέλος είναι η ενηλικίωση. Να ξέρεις να διεκδικείς εκείνο που πραγματικά αξίζεις, να ξέρεις να διεκδικείς εκείνη την ευτυχία, για την ακρίβεια δε ευδαιμονία. Γιατί η ευτυχία είναι προσωρινή. Δεν υπάρχει μέτρο να την μετρήσεις. Ομως, όταν ξέρεις ότι η χαρά έχει αρχή μέση και τέλος, τότε είσαι ένας χαμένος από χέρι. Το θέμα είναι να βρεις εκείνο που σταθερά θα σου χαρίζει μία ευτυχία, μία αν όχι σταθερή πορεία, αλλά μία πορεία που θα είναι στρωμένη σε έναν δρόμο ίσιο. Καλά, έστω. Ας έχει κι ανηφοριές, για να ζορίζεσαι λιγάκι. Αλλά στο τέλος να νιώθεις μία ικανοποίηση. Η ευδαιμονία είναι μία απόφαση που παίρνεις κάθε μέρα που ξυπνάς.
Τώρα πρέπει να κάψω κάθε ηλίθια προσδοκία μου από τους ανθρώπους. Να κάψω κάθε ηλίθιο τίποτα που περίμενα. Ταξιδεύω στον δρόμο της αγάπης. Στον δρόμο της αγάπης προς τον εαυτό μου. Δεν απαιτώ να με σώσει κανείς άλλος. Θέλω να με σώσει, αλλά τώρα ξέρω: Δε μπορεί.
Είμαι άπειρη βέβαια και μπορώ να ξοδεύω λιγο από το πολύ μου σε πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά τώρα το θέμα είναι να καταλαβαίνω.
Εκείνο που με τρομάζει είναι μη με πιάσει πια η λύσσα να δίνω σ όποιον τύχει. Αυτό με τρομάζει.
Μέσα στον τρόμο ζούνε όλοι. Ζούμε όλοι. Δε θέλω να φοβάμαι. Ακόμα κι φοβάμαι, θέλω να αγγίζω τους φόβους μου, να ξεπερνάω τους φόβους μου, να μη με τσακίζουν. να τους τσακίζω εγώ.
Και μπορώ! Θα το κάνω! 

τίτλοι τέλους

hey, honey, you love him, but it's time to go....
Ηρθε λοιπόν κι αυτή η ώρα. Ούτε κλάματα, ούτε αντίο, ούτε τίποτα. Μόνο μια πικρή σιωπή, μία αδιάφορη σιωπή. "Φυλάξου, φυσάει αδιαφορία". Κι αφού λοιπόν ο άνεμος δεν είναι ούριος, αλλά ούτε και δυνατός, το φευγιό είναι ένα γεγονός αναπόφευκτο. Όταν κάτι έχει λήξει μέσα μου εδώ και τόσο καιρό, δεν έχω τίποτα πια να κάνω παρά να αποχωρίσω. Αποχωρώ για να βρω την χαμένη μου αξιοπρέπεια. Νόστος στον εαυτό μου. Η ώρα είχε ήδη έρθει. Ηταν προετοιμασμένο το έδαφος για πολύ καιρό. "όχι δεν έχει κλάματα. Κλαίνε όσοι ακόμα στο βάθος ελπίζουν". Πάντα όταν φεύγεις βρίσκεις εκείνο σου το κομμάτι που ήταν χαμένο.
Θυμάμαι την πρώτη μου φυγή, την πρώτη ουσιαστική μου φυγή. Εκείνη με κομμάτιασε. Ηταν ένα κομμάτι από μένα αυτός ο άνθρωπος, ήταν η φαιά μου ουσία, για την ακρίβεια δημιουργούσε τον εγκεφαλό μου, με έπλαθε, με τρυπούσε. Με διαμέλιζε κάθε μέρα αργά και σταθερά. Επί δύο και κάτι χρόνια έσερνα του κουφάρι μου μαζί με τις αναμνήσεις μου. Ποιές ουσιαστικές αναμνήσεις δεν ξέρω. Μη με ρωτάς. Εκ τοτε συνειδητοποίησα την δύναμη μου, αφού μπόρεσα να ζήσω με αυτές τις βαθιές αναμνήσεις, αφού μπόρεσα να βγω στην ουσία από το κάστρο μου, από αυτή τη βαθιά ερημιά μου. Εκείνη η απουσία ήταν που με έκανε να πλησιάζω κοντύτερα τους ανθρώπους, να τους μιλώ ουσιαστικότερα. Ηταν αυτή η απουσία εκείνη που με οδήγησε στο να γίνομαι σιγά σιγά αυτό που είμαι.
Αυτή εδώ η απουσία θα μου πεις, ειναι πιο λίγη; Αφού ήταν μία κανονική σχέση αυτή εδώ. Με αρχή, μέση και τέλος. Κάθε μια απουσία πονάει, κάθε μία απουσία βιώνεται διαφορετικά. Πονάει ίσως κι αυτή η απουσία ή βασικά δεν ξέρω αν πονάει, Αλλά ακόμη κι πονάει είναι μεγαλύτερη αυτή η δίψα του να ζήσεις. Του να ανακτήσεις πάλι τον δυναμισμό σου. Του να πάψεις να είσαι ένα μεγάλο, τεράστιο κουρέλι, που άγεται και φέρεται πίσω από έναν μεγάλο έρωτα. Μεγάλος ο έρωτας, γι αυτό κι η υπομονή τόση. Αλλά φτάνει πια η ατομική προδοσία. Με πρόδωσε μια. πρόδωσα χίλιες φορές τον εαυτό μου. Κι αυτό τώρα που το σκέφτομαι πόνεσε πολύ περισσότερο από την δική σου προδοσία. Σε άφησα να με πατήσεις, με τον δικό σου τρόπο πάντα. Οχι εμφανώς ή έστω δεν το έβλεπα. Αλλά πώς να το δεις; Οταν ο έρωτας κι η σάρκα σε τραβάνε σ μια μεγάλη παράνοια. Σ ένα μεγάλο βαθύ λάκκο γεμάτο με μέλι. Κι όμως. Και το αγκάθι έχει μέλι~!
Το θέμα είναι να μην χαρίζεις κάστανα στην ζωή σου. να μην συμβιβάζεσαι σε καταστάσεις που σου δίνουν μία προσωρινή χαρά, αλλά ο βαθύτερος εσώτερος πόνος που σου προκαλούν είναι περισσότερος. Και για να το μάθω αυτό έπρεπε να εξευτελιστώ, να μην σεβαστώ καν τον ελάχιστο εαυτό μου. Ντρέπομαι που το λέω. Ντρέπομαι που έμαθα έτσι. Οχι, όχι κανέναν άλλον, αλλά τον εαυτό μου. Με σκόρπισα σ' έναν άνθρωπο που ήταν λίγος για να αντέξει αυτό το πολύ. ισως να μην αξιωθει ποτέ στη ζωή του αυτό το πολύ μου να το ξαναπάρει από καμία άλλη. Ισως πάλι να βρεθεί μία αφελής που θα του δώσει ό,τι έχει και δεν έχει, αλλά σίγουρα θα μάθει μετά ότι δεν αξίζει. Δεν αξίζει. Πόσο σχετικό είναι όλο αυτό. λες και δίνεις για τον άλλον. Για σένα δίνεις, γιατί σε κάνει να νιώθεις καλά. ΑΛλά κι ο άλλος το απολαμβάνει. Και λυπάμαι που το λέω, αλλά όταν δίνω έχω την ανάγκη να παίρνω και πίσω. Δεν είπα να τα βάλουμε στη ζυγαριά και να τα χαλάσουμε στα κιλά, αλλά στους τόνους θα τα χαλάσουμε. Και δεν ζύγιαζε ετούτο εδώ το πράγμα.
Εμένα μέσα μου έβραζε ένα καζάνι, ένα ηφαίστειο δυνατό με τεράστιο κρατήρα. Εκείνος μέσα του είχε μία μονάχα φλόγα και μάτια που δεν έβλεπαν τίποτα από την δική μου εσώτερη θλίψη, τίποτα από τον δικό μου απεγνωσμένο εαυτό, που ήθελε σαν τρελός να αγαπηθεί. Ηθελα να με σώσει. πίστευα ότι θα με σώσει από τις μαύρες μου σκέψεις. πίστευα ότι θα με βοηθούσε να είμαι δυνατή. Οτι μαζί θα είμαστε ανίκητοι. Τελικά, ΕΊΜΑΙ ΑΝΙΚΗΤΗ. Εκείνος ηττήθηκε.
Μιλώ τόσο αλλαζονικά, το ξέρω. Αλλά νιώθω δυνατή. Για πρώτη φορά στην ζωή μου ίσως. Νιώθω ότι πατάω στα πόδια μου. Οτι ξέρω που πηγαίνω. Οτι πλέον όταν θα ξέρω που να επενδύσω ή όχι, που αξίζει να πεθαίνω ή όχι. Και φοβάμαι μήπως κάνω τα ίδια λάθη. Αλλά ίσως τώρα θα ξέρω πως να τα αναγνωρίσω, πως να τα αποφύγω. Ελπιζω ότι θα ξέρω. Γι αυτό ώρα σου, καλή.
Πέρασες κι εσύ. Αυτό ήταν. Δεν μου λείπεις. Με έκανες ακόμα δυνατότερη. Ακόμα πιο σίγουρη, ακόμη πιο ουσιαστική, ακόμη πιο "όμορφη". Και όλο το θυμο που έχω για σένα, χαλάλι σου. Εγινε πια αδιαφορία σχεδόν. Επιτέλους!

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα κυθηρα ποτέ δεν θα τα βρούμε, σίγουρα δεν θα τα βρούμε ποτέ μαζί, γιατί εγώ μπήκα στο πλοίο,αλλά εσύ έμεινες να με κοιτάζεις να φεύγω. κι έφευγα και η αλήθεια είναι ότι βαθιά μέσα μου ήθελα να κάνεις κάτι για να μείνω, ένα μεγάλο άλμα να με προλάβεις. Αλλά όλο έτρεχα τόσο μπροστά και εσύ πίσω να με κοιτάζεις, όλα αυτά τα χρόνια. λίγο που συγχρονίστηκαμε, λίγο που ταιριάξαν οι ανάσες μας, αλλά λίγο. ολα ηταν λίγο απο σένα .
Και το χειρότερο είναι ότι δεν πονάει πια. Δεν είχα άλλη υπομονή, κανένα άλλο κουράγιο  να μένω πίσω, να με κρατάς πίσω δέσμια σ έναν έρωτα που δεν μπόρεσες ποτέ να μου ανταποδώσεις έτσι όπως άξιζε στον δικό μου βαθύ έρωτα.
Θυμάμαι εκείνον τον πρώτο σεπτέμβρη του 2012. Εβρεχε έξω. καθόμουν στο μεγάλο διπλό κρεβάτι και πάλευα να κοιμηθώ είς μάτην. Μακριά σου όλα τόσο δύσκολα. Προσπάθησα να πνίξω εκείνη την βαθιά μου επιθυμία για σένα μέσα σε γραφές, να σε πλησιάσω μέσα από αυτές. Κι ήταν μάταια. Ποτέ δεν πήρα απάντηση, ούτε μία ουσιώδη και βαθιά προσέγγιση των συναισθημάτων σου. Δεν είναι ότι δεν την ήθελες, είναι ότι δεν είχες. Δεν ξέρω αν μου έδωσες τα πάντα σου. Δεν θέλω να είμαι άδικη. μπορεί και να τα έδωσες, όσο κι αν εγώ τα αμφισβητώ.
Τελικά εκείνο που χαράζει βαθιά την καρδιά και την έχει κάνει ένα μεγάλο παγόβουνο, είναι ότι εσύ δεν είχες τίποτα να δώσεις.Δεν είσαι γεννημένος για να δίνεις. Είσαι γεννημένος για να παίρνεις, για να σκορπιέσαι δεξιά και αριστερά, σε κορμιά διάφορα, σε κορμιά πολλά. Ανούσια να περιφέρεις του κουφάρι σου στην γη αυτή, χωρίς ποτέ να σκέφτεσαι βαθύτερα την πραγματικότητα. Η δική σου πραγματικότητα: Η επιφάνεια. Δεν ψάχνεις ποτέ βαθύτερα αίτια. Κι εμένα άραγε πώς να με θυμάσαι; Σαν τη Μαρίνα. οτι δήθεν τάχα μου δεν έφταιγα εγώ, αλλά εσύ. Δίκιο θα έχεις.
Μόνο που δεν μαθαίνεις ποτέ από τα παθήματα σου, από αυτές τις γυναίκες που σ αφήνουν πίσω τους και προχωρούν μπροστά. Θα είσαι για μία ζωή ένας άνθρωπος κενός.
Να αυτές είναι οι αιτίες που χαίρομαι που τελειώσαμε. χαίρομαι που βρήκα το κουράγιο να φύγω ή έστω που με άφησες να φύγω. Ετσι είναι καλύτερα για μένα. Για σένα πάλι δεν ξέρω. Ισως καλύτερα. ισως πια σε καταπίεζα, ίσως ήθελες απλά να σκορπίσεις λίγο σπέρμα παραπάνω σε διάφορα αιδοία. Δικαιώμα σου. Ο καθείς παίρνει ό,τι του αξίζει.