Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020

Φωνη θανατηφόρα

ι. 
Του τηλεφώνησα. Ναι, τηλεφώνησα ξανά στον άπιστο, στον αφερέγγυο, σ εκείνον που μας εμπνέει τον έρωτα και ύστερα μου τον παίρνει πίσω. Τηλεφώνησα σ αυτόν που μου δίνει για λίγο το άρωμα του και ύστερα χάνεται, εξαφανίζεται, αλλάζει πρόσωπα και μετατρέπεται πάλι από απαλό εύθραυστο υλικό σε σε σκληρή και τραχιά επιφάνεια. Η φωνή του ήχησε ξανά μετά από πολύ καιρό στ αυτιά μου και ένιωσα πάλι ότι με κάθε λέξη η καρδιά χτυπούσε χτύπους εκατοντάδες. Ζωντανή ξανά, λοιπόν.Ταραγμένη, τρομαγμένη, απογοητευμένη, αλλά έστω: Ζωντανή. Και τη ζωντάνια αυτή δεν θα τη χαραμίσω, δεν θα τη λυπηθώ. Λυποντρέπομαι μόνο όταν τηλεφωνώ σε κάποιον, κι η φωνή του πια δεν με συνταράζει. Ω μα ναι, τούτο είναι το φοβερό. 

Μαζεύεις πάλι απωθημένα, λέει η έξυπνη φίλη, η λελογισμένη γυναίκα, η απαλή και η χάρτινη, η καθωσπρέπει. Συμφωνώ μαζί της, ένα κουβάρι με απωθημένα θέλω, ένα κουβάρι με ανεκπλήρωτους έρωτες στο ασυνείδητο. Εικόνες που δημιουργεί το μυαλό μου μαζί του, και που ουδέποτε λαμβάνουν σάρκα και οστά. Ενα σωρό όνειρα, λέω στη φίλη μου, που θα μείνουν απραγματοποίητα, και πάλι εγώ θα ζω στο ποιητικό μου σύμπαν απομονωμένη από λοιπά - ενδεχομένως- ενδιαφέροντα αρσενικά. " Τι όνειρα ;  Να κάνετε παιδιά και να τα αφήνετε κάθε Κυριακή στη μάνα σου και εσείς να αρχίζετε τα τσίπουρα και τους καυγάδες ; " με ειρωνεύεται η έξυπνη φίλη. " Οχι, ακριβώς, τέτοια όνειρα εγώ ποτέ, βάλε μόνο τους καυγάδες και τα τσίπουρα, αλλά περισσότερο απ όλα τα όνειρα μου είναι σκηνές από το Γράμματα στη Νόρα". Ναι, να ένα χουνέρι που δεν θα το σηκώσει. Αγοράζει το βιβλία, του το πετάς στα μούτρα, μ ένα προκλητικό " Διατίθεται". Ξέρει αυτός, αυτός θα καταλάβαινε, όχι σαν κάτι άλλους, δήθεν απαλούς, δήθεν καλούς συζύγους, δήθεν σοβαρούς ανθρώπους. Κι ύστερα αφού το καταλάβαινε, θα με έπαιρνε να με βρίσει για το θράσος μου και την αδιαντροπιά μου, και ύστερα θα χανόταν ίσως μία για πάντα στην σκόνη του χρόνου. Του χρόνου που μετατρέπει τους μεγάλους έρωτες σε βουβές πνιγμένες καταβαραθρωμένες επιθυμίες, που αργότερα γίνονται νευρώσεις, γίνονται εκείνα τα αναπάντητα ερωτήματα " τι θα γινόταν αν ; " . Αν άνοιγες τα μάτια σου, θα ήσουν πολύ ευτυχισμένος, αλλά εσύ εκεί, στον εγωισμό, στην μόνωση σου, πνιγμένος από το φόβο, γιατί εγώ και μόνο εγώ σε νιώθω, που είμαι από την ίδια πάστα. Μα η δικιά μου η ουσία είναι πιο εύφλεκτη, και πιο φίνα, και λίγο πιο ακριβή, και λίγο που σπάνια.  ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ το προϊόν, κύριε. Εσείς δεν το αγοράζετε, κι αφού είστε κατά του καταναλωτισμού: ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ με κουτί ελεύθερης συνεισφοράς. τι θα προσφέρετε; Λίγη περισσότερη αλήθεια θα θέλαμε, αλλά να την πείτε πρώτα στον εαυτό σας. 

ΙΙ.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς περπατούσα πλάι στη θάλασσα, και καθώς έπινα τον σκέτο, πάντοτε καφέ μου. Ύστερα μία απογοήτευση, που είναι εκείνα τα αρσενικά που σε κάνουν να ξανανιώσεις ζωντανή ; Που σε κάνουν να ξαναβρείς τη γυναικεία σου ουσία, που είναι η τρυφερότητα, η ευγένεια, η ωριμότητα; Πού είναι εκείνη η άπιαστη, η συγκολλητική ουσία, που ενώνει δύο εγκέφαλους και δύο σώματα τόσο ισχυρά ; Γιατί να μη θες να έχει απέναντι σου μία ίση σου, μία να σου αρμόζει, μία να σε θέλει, εσένα και κανέναν άλλον, προσωπική σου δημιουργός; Γιατί να μην θέλεις να είσαι ο αποδέκτης ενός τόσου καθαρού συναισθήματος ; Πές μου, τι άλλο φοβάσαι ; Αντρές σπάνια με εμπνέουν, άνθρωποι επίσης σπάνια με εμπνέουν, εκτός κι ο ήρωας μας έχει κάτι ακραίο στην προσωπικότητα του. Ακραίοι άνθρωποι, άνθρωποι των παθών, άνθρωποι της φωτιάς, της καταστροφής και της δημιουργίας, άνθρωποι ανθρώπινοι, ενίοτε απαλοί, ενίοτε σκληροί και θυμωμένοι. Άνθρωποι ανθρώπινοι κι όχι ημιθανή ζόμπι που περιφέρουν τα σώματα τους σε οικογενειακά τραπεζώματα και συνεστιάσεις φιλανθρωπικών συλλόγων. Όλοι αυτοί που στο διάολο κρύβονται και δεν έρχονται προς τα εδώ ;

Πάθος μηδέν. Στημένες γνωριμίες, social media και sexting, ανάβουν με φωτογραφίες της κάθε βυζιτούς, ή ανάβουν με φωτογραφίες της κάθε ανασφαλούς που βγήκε να μας δείξει τον στητό της κώλο. Αντίστοιχα, κι οι γυναίκες, ανάβουν με άνανδρους άνδρες, με κοιλιακούς, που κάθε πρωί φοράνε κρέμα και αποτριχώνουν τις γάμπες τους, γιατί ξέρεις, είναι ωραίο ο άντρας να μην έχει πλέον τρίχα πάνω του. Καταλύσαμε τον ανδρισμό, έγιναν θηλυπρεπείς. Πού είναι εκείνο το αρσενικό που θα σου πει " Εγώ είμαι εδώ, μη φοβάσαι", και εσύ να μη φοβηθείς, να τον πιστέψεις, γιατί θυμίζει το αρχέτυπο, γιατί εκπέμπει σιγουριά, τεστοστερόνη σε μία σωστή δόση, τόση ώστε να μην είναι ένα φαλλοκρατικό γουρούνι. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι πιο φαλλοκρατικό από την συμπεριφορά των σύγχρονων αντρών, που αγιοποιούν της συζύγους τους και συνευρίσκονται ερωτικά μαζί τους μόνο μία φορά το τρίμηνο, ενώ τους υπόλοιπους μήνες τη βρίσκουν με τη γυναίκα του γείτονα.

Πάθος μηδέν, εποχή της εικόνας, εποχή των εφαρμογών γνωριμιών. Η νέα γενιά έπεσε στη παγίδα να προσπαθήσει να τιθασεύει, να θέσει σε όρια τον ανθρώπινο ερωτισμό. Στα μπαρ άμορφες μάζες, γυναίκες καλοντυμένες, άντρες με τα ωραία πουκάμισα, καμία συνομιλία, καμία σπίθα, κανένα παιχνίδι. Κοιτάει το κινητό της, κοιτάει το κινητό του, χτύπησε σήμα στην εφαρμογή ότι κάποιος είναι κοντά της. Της στέλνει μήνυμα, του απαντάει, γελάνε εξ αποστάσεως, καυλώνουν εξ αποστάσεως και ύστερα η ιστορία τελειώνει στο σπίτι κάποιου από τους δύο, και ύστερα γεια σας, μηδέν επαφή. Όλα στο fast forward. Πού πήγε η μαγεία της συνάντησης ; Πού πήγε η μαγεία του ερωτισμού; η απρόσμενη ατάκα του που θα σε άφηνε άφωνη, το ακόνισμα του μυαλού, η προσπάθεια να δημιουργήσεις μία ερωτική σκηνή ; Όλα αυτά χάθηκαν, ανεπιστρεπτί στο κόσμο των socila μυδίων...

Γι αυτό σας λέω, αφήστε με σε μία άλλη εποχή, καλύτερα εκεί: Καλύτερα με τον μεγάλο Δάσκαλο Κούντερα να αναζητώ κι εγώ την ελαφρότητα του είναι μου, καλύτερα να φαντάζομαι σκηνικά μαζί με αυτόν που σας έλεγα στην αρχή: τον ανθρωπένιο αγαπημένο, που φοβάται, που τρέμει από τον τρόμο ότι βρήκε μία ισάξια του. Μα τι φαλοκρατικό γουρούνι! Πόσο κολασμένα με εξιτάρει ο πόθος για την κατάκτηση της εξουσίας. Εξουσιασέ με, αλλά με την παρουσία σου. Τώρα με εξουσιάζεις με την απουσία σου. Ερημην σου εξουσιάζομαι. δεν το βλέπεις ; 

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Εξομολόγηση.

Ακούω τον ήχο των τακουνιών μου. ΅σοβαρός και στιβαρό το βήμα. Δεν ξέρω αν είμαι εγώ. Μπορεί ίσως να είναι και κάποια άλλη. Δεν ξέρω αν είμαι σίγουρη ή μήπως αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. κανείς άνθρωπος άλλωστε δεν ξέρει. Διηγούμαι ιστορίες ανθρώπων που γνώρισα ή ίσως ανθρώπων που θα ήθελα να έχω γνωρίσει. Κάπου μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας υπάρχω. Αλλά υπάρχω τόσο ζωντανή και τόσο γήινη που ίσως δεν θα το πιστέψετε.

ξεπερνάω τις συμπληγάδες - υποχρεώσεις και αφήνομαι ξανά στην τέχνη, που κάνει μάγια, που βαθιά πολύ βαθιά σε ακουμπάει, και που δεν ξέρεις αν θέλεις ή όχι να της ξεφύγεις. Μάλλον δεν το επιθυμείς. Ηλιόλουστη ημέρα, ηλιόλουστο Σάββατο με λίγες θαμπές στιγμές, που ξεπηδούν ανάμεσα στον ήλιο, και δεν ξέρει πώς στ αλήθεια συνέβη αυτό. Έρημο το καφενείο της πλατείας, ένα μεγάλο καφενείο, που άλλοτε καθόσουν με τον μεγάλο έρωτα σου, άλλοτε καθόσουν με τους φίλους σου και άλλοτε μόνο με τον εαυτό σου, για να βυθιστείς μέσα σου. διαβάζεις μυθιστ6όρημα-κατάθεση ψυχής και σε πιάνουν τα κλάματα και δεν κρύβεσαι.άνθρωποι περνούν από τις ζωές μας και το μόνο που μας διαμορφώνει είναι οι άνθρωποι, κι οι στιγμές που μαζί τους ζήσαμε, όχι απλά  οι στιγμές που υπάρχουμε μαζί τους, μα εκείνες οι στιγμές που μας άγγιξαν τρίσβαθα, εκείνες οι στιγμές που κλάψαμε, γελάσαμε, ριγήσαμε, υποφέραμε. Μόνο αυτό θα μείνει από τη στάχτη του χρόνου. Εκείνη η τέφρα των ανθρωπίνων σχέσεων.

" Μάχαιρα έδωσες και μάχαιρα θα λάβεις"¨... ναι, αλλά συγκρατώ στη μνήμη εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό που έκλαιγα από ευτυχία και που εσύ δεν κατάλαβες τίποτα, μόνο αυτό θα μείνει,. η άπλετη εκείνη ευτυχία, η αμόλυντη ανάγκη για προσαρμογή στις νέες τότε συνθήκες, η ευτυχία της πρωτάρας, το αδοκίμαστο του πρώτου μεγάλου έρωτα, η ποιητικότητα της στιγμής, που δεν επαναλαμβάνεται και που δεν κατακτιέται εκ νέου. Αποτάσσω από τη ζωή μου τη καχυποψία μου, αποτάσσω από της ζωή μου την απογοήτευση, την επιφυλακτικότητα και τη σοφία της ενηλικίωσης, διότι η καρδιά ποτέ δεν ενηλικιώνεται, αλλά παραμένει άχραντη, αμόλυντη. Η καρδιά υπάρχει μέσα στις αυταπάτες μας, μέσα στην καλοπροαίρετη ψευδαίσθηση ότι συνηγορούν όλα υπέρ του συναισθήματος. και τι θα συμβεί με την εχέφρονη λογική μας ; Κανείς στον κόσμο αυτό δεν έζησε με υλικό μονάχα τη λογική, ή έστω επέζησε μονάχα, δηλαδή απλώς επιβίωσε, χωρίς να δοκιμάσει το γλυκό και καυτό χαρμάνι της αμόλευτης ευτυχίας.

Δόξα να χει η πλάση, που αξιώθηκα να ζήσω την υπέρτατη γαλήνη, την πληρότητα, την απόλυτη ευτυχία, σκέφτομαι,. Κι ύστερα είδα το οικοδόμημα να γκρεμίζεται, καταβαραθρώθηκα από τις απουσίες, αλλά ποιος νοιάζεται ; και ποιόν τον κόφτει ; και γιατί να τον κόφτει; αφού ούτε εμένα δεν αγγίζει η κατάληξη. το Ζήτημα είναι κάποτε να ζήσεις, να συνυπάρξεις, ακόμα κι αν στο τέλος υποφέρεις.

Ευτυχία... γλυκό πουλί, γλυκό καναρίνι καλαηδεί, πετάει από τα χέρια μας, σαν απείθαρχη και αναρχική ύπαρξη. η ευτυχία μόνο σ ε ενεστώτα χρόνο υπάρχει.Να ευτυχείς. να χαίρεσαι μόνο και μόνο που κάτι, όποιο κι αν είναι αυτό, σε συγκινεί και σε παθιάζει. Έστω κάποιος. Αχ, αλίμονο κι αν δεν μας πάθιαζε έστω ένας άλλος άνθρωπος, ή έστω μία δουλειά  ή έστω η οποιαδήποτε κατάσταση. Τι θα μας είχε3 συμβεί ; Ρωτάω κι απαντώ η ίδια.... Θα μας είχε συμβεί εκείνο που δεν εύχομαι ούτε στον εχθρό μου: Η Ουδετερότητα και η μετριοπάθεια, ο φόβος, η αναλγησία τους μικροαστισμού.

Ναι, τουλάχιστον σ εκείνον τον άγνωστο, που μονό το όνομα του γνωρίζω, βρήκα κάτι να με αγγίξει. Για ανεξήγητους λόγους. ούτως ή άλλως οι σχέσεις των α;ανθρώπων δεν έχουν εξήγηση, αλλά κινούνται και υποκινούνται μονάχα από ένα ανεξήγητο ένστικτό.  είναι αυτό το καθαρό του βλέμμα, εκείνι το χαμόγελο της καλοσύνης του, εκείνο το ανυπεράσπιστο βλέμμα, εκείνη η συγκατάβαση, η εργατικότητα, μαζί με μία συγκρατημένη μαχητικότητα, αλλά και απογοήτευση. εκείνη η άχραντη φαντασία πώς ο άνθρωπος αυτός χρειάζεται μία ασπίδα, εκείνη η - ίσως ψευδαίσθηση- πως χρειάζεται αυτό το υποτυπώδες θάρρος για να πάει παρακάτω. Κι ίσως από όλα αυτά τίποτα να μην υπαρκτό, ίσως όλα αυτά να είναι δημιούργημα του μυαλού μου. Έστω. Συμβιβάζομαι και με αυτό. Αρκεί η έμπνευση. Αρκεί μόνο η ζωή για να νικήσει το θάνατο. Αρκεί η μαχητικότητα για να νικήσει την ηττοπάθεια. Αρκεί το χαμόγελο για να νικήσει την κακία. Ένα ψήγμα αγάπης αρκεί για να νικηθεί η αδιαφορία. εάν ψήγμα επανάστασης είναι αρκετό για; να νικηθεί ο φόβος.

Κι εγώ δεν φοβάμαι να αντιπαρατεθώ απέναντι στον μικρο αστισμό. Δεν φοβάμαι να αντιπαραθέσω τα πρέπει ενάντια στα θέλω...
" Θα κάνω ό,τι μου αρέσει τελικά..."



Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019

Καμίλια

Αυτό το λευκό φως της λάμπας κατάντάει αρκετά ενοχλητικό, ειδικά τα χειμωνιάτικα βράδια, διότι σου υπενθυμίζει όλα όσα θες να ξεχάσεις: Σε ξυπνάει από το όνειρο σου, από τις αφηρημένες σου σκέψεις, από εκείνες τις μαγευτικές εικόνες που σε ταξιδεύουν, και σε απαναφέρουν σε μία σκληρή πραγματικότητα: τις υποχρεώσεις, τις εργασίες σου, όλα εκείνα τα βλοσιρά και κουραστικά πρέπει απ'π τα οποία ταλανίζεται καθημερινώς. Λευκό φως σημείνει σκληρή δουλειά, άτεγκτοι άνθρωποι, κουραστικό βράδυ, ξενύχτι απάνω σε βιβλία. 

Εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ η Καμίλια βρισκόταν κλεισμένη στο σπίτι της, με αντοιχτό το φως με τη λευκή λάμπα, προσπαθώντας να βάλλει ξανά σε μία τάξη της ζωή της και κυρίως εκείνες τις υποχρεώσεις της. Έπιασε μολύβι και χαρτί και κατάρτισε ένα σωρό λίστες, είδε και κάποιους ανθρώπους με τους οποίους έπρεπε να βρεθεί, ώστε να συνενοηθούν για κάποια θέματα. Ωστόσο, δεν μπόρεσε για πολύ να προσπαθεί να τακτοποιήσει τα ατακτοποίητα. Τακτοποιημένες δουλειές, ακατάστατη ζωή, ακατάστατες, περιστασιακές σχέσεις, κάτι δήθεν φιλοσοφικές συζητήσεις με μπαρόβιους, άδειοι δρόμοι, άδειες καρδιές, αίσθημα ανικανοποίητου. Η ανάμνηση του Ιμμάνουελ κάτι τέτοια βράδια τη κατέκλυζε ολόκληρη, καθώς εκείνος σηματοδοτούσε για εκείνη τη συναισθηματική της ασφάλεια. Εκείνος ήταν ο μοναδικά και σχεδόν παντοτινά διαθέσιμος σύντροφος της στη ζωή, της έδινε κάθε φορά λύσεις στα τυχόν προβλήματα της. Τώρα όμως, τόσο καιρό, μετά τη φυγή της, δεν υπήρχε κανείς πια διατεθειμένος να σπάσει το κεφάλι του για  τα ωραία μάτια της Καμίλια, αλλά αντίθετα υπήρχαν αρκετοί διατεθειμένοι να της δημιουργήσουν νέες φουρτούνες, νέα συναισθηματικά ναυάγια, νέα συναισθηματική χρεωκοπία.

Με κάθε άντρα που γνώριζε ζούσε μία νέα ιστορία,  η οποία κατέληγε σχεδόν πάντα είτε σε χλιαρό και ξεφτισμένο ειδύλλιο είτε σε συναισθηματική ανασφάλεια. Κάθε άντρας της προσέθετε και μία νέα απογοήτευση, μία νέα ματαίωση, την οποία δεν ήξερε αν μπορούσε να τη διαχειριστεί, γι αυτό και αποφάσισε να μείνει μακριά από όλους τους. " Ισως να είμαι πιο ευτυχισμένη μόνη μου", σκεφτόταν. Η πραγματικότητα όμως δεν ήταν αυτή, η Καμίλια στρερούταν τη πολυπόθητη σχέση που είχε πλάσει στο μυαλό της, και εξ αιτίας της οποίας άφησε εκείνο το βράδυ τον σύζυγο της. "Απαρνήθηκα τον άντρα μου για μία ιδέα έρωτα, για μία φενάκη, για μία πολυπόθητη ιδεατή σχέση, η οποία απ΄οτι φαίνεται δεν θα έρθει ποτέ. Και τι κάνω εγώ για να έρθει ; Ξοδεύτηκα τόσο πολύ με τον έναν και με τον άλλον, ώστε πια δεν έχω διόλου ενέργεια...." έγραψε στο ημερολόγιο της εκείνο το βράδυ. Σφαλερές διαπιστώσεις, αδόκιμα συμπεράσματα εκκινούμενα από την αίσθηση της ματαιτότητας, αφού όσο πιο πολύ καρδιά σπαταλάει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερη έχει. Μοναδικός τρόπος να επουλώσει κανείς τις πληγές της καρδιάς του είναι να τις μοιραστεί μ έναν ακόμα άνθρωπο. Ισως η μοναδική ίαση είναι η αγάπη και η δοτικότητα. Ισως πάλι ίαση να μην υπάρχει, κι οι ανθρώποι να συνεχίζουν ει το διηνεκές να υποφέρουν από την έλλειψη.
Δομήσαμε τον κόσμο σε ζευγάρια, και στο όνομα της σχέσης, διαπράττουμε τα χειρότερα εγκλήματα. Σχετιζόμαστε με αυτοσκοπό να συσχετιστούμε, παλλινδρομούμε μέσα σε συμβατικούς γάμους, σε σχέσεις-μαξιλάρια, σε σχέσεις για να καλύψουμε τις ανασφάλειες μας, ενώ ξεχάσαμε πώς συσχετιζόμαι σημαίνει έρχομαι τόσο κοντά με τον άλλον, που πιο κοντά να μη γίνεται. Αυτό ακριβώς αναζητούσε η Καμίλια, αλλά  ήταν τόσο δυσεύρετη η συνένωση αυτή... 

Σκεπτόμενη όλα αυτά μελαγχόλησε,  έκλεισε τη λευκή λάμπα, και άναψε εκείνο το μικρό κίτρινο φως, αυτό το φως της γλυκιάς νύχτας, είναι ακριβώς εκείνο το φως που σκεπάζει τα φθινοπωρινά βράδια τη Πλατεία Αριστοτέλους. Τα κίτρινα φώτα της γλυκιάς μελαγχολίας, εκείνο το ημίφως του ρομαντισμού, που αμβλύνει και στρογγυλεύει τις γωνίες των ανθρώπων, που κάποτε σκοτώνει την λελογισμένη μας πλευρά , που αφαιρεί τη μάσκα της σκληρότητας και που μας συνδέει με τον εσώτερο αδύναμο και ευαίσθητο εαυτό μας. Έσβησε το ραδιόφωνο και έβαλε στο γραμμόφωνο έναν παλιό γαλλικό δίσκο, που τον είχε αγοράσει όταν ήταν φοιτήτρια από κάποιον πωλητή δρόμου. Τότε σκέφτηκε πώς θέλει να ζωγραφίσει. Επιασε τα πινέλα της και άρχισε να αποτυπώνει τις εικόνες που είχε τόσο συγκεχυμένες στο μυαλό της. Ζωγράφισε ανθρώπινες φιγούρες, που έμοιαζαν με οστεώδεις σκίες, σε γκρί χρώμα και στο βάθος μπλε θάλασσα. Είμαστε σκιές, υποτυπώδεις υπάρξεις για το σύμπαν, ένας μικρός κόκκος άμμου, μία μάταιη και πρόσκαιρη ύπαρξη, ενώ ο πλανήτης είναι απέραντος, η θάλασσα ανεξάντλητη. είμαστε περαστικοί από τη γη και κάνουμε όνειρα τόσο αιώνια, επικεντρωμένοι στον εαυτό μας, επικεντρωμένοι στον έρωτα μας. Ζούμε σε μικρόκοσμους, θαρρούμε πως δήθεν είμαστε κάτι το εξαιρετικά διαφορετικό από τον διπλανό μας, αλλά δεν μας διακρίνει τίποτα από αυτόν. Είμαστε όμοιες σκιές, συγχεχυμένα σώματα, στοιβαζόμαστε στις πολυκατοικίες ο ένας πλαί και πάνω στον άλλον στα μικρα σπιρτόκουτα, έχουμε παρόμοιους φόβους, παρόμοιες ανάγκες, κι όμως... είμαστε τόσο ξένοι. 

Η Καμίλια είχε χαθεί μέσα στις σκέψεις της αυτές ζωγραφίζοντας, όταν εκείνος ο νεαρός της χτύπησε του κουδούνι. Ηταν ο νεαρός από το απέναντι μαγαζί, με τον οποίον ζούσαν ένα λλιγοστό και μέτριο πάθος εντελώς ευκαιριακά. Δεν είχε όρεξη σήμερα όμως για μετριότητες και την ενδιέφερε η δική της χαμένη αρτιότητα, την οποία ίσως να έβρισκε μέσα στην τέχνη της.
 -Οχι σήμερα, Μιλτιάδη, του είπε. Μίαν άλλη φορά, σήμερα δεν μπορώ.
- Γιατί δεν μπορείς ; της χαμογέλασε με νόημα 
- Ζωγραφίζω, του απάντησε 
- Θα μ αφήσεις να δω τις ζωγραφιές σου ; τη ρώτησε. Εκείνη δίστασε να απαντήσει, αλλά από την άλλη της φανηκε αγένεια να διώξει έτσι έναν τόσο αθώο και ανυποψίαστο πλάσμα από το σπίτι της. 
- Εντάξει, του είπε, ελα μέσα. 
Ο Μιλτιάδης πλησιάσε με δέος τον ακατανόητα στα μάτια του πίνακα, καθώς ήταν από εκείνα τα παιδιά που δεν αναζητούν μεγάλες ιδέες, ούτε μεγάλα όνειρα, ούτε εμβαθύνουν πολύ στην εσωτερικότητα της ύπαρξης τους. Κοντοστάθηκε και τον κοιτούσε με μάτια γουρλωμένα. 
- Μου αρέσει, της είπε. 
- Και τι βλέπεις ; 
- Βλέπω αέρηδες και θάλασσα γαλήνια. Καλά πώς γίνεται, να χει βορειά και η θάλασσα ούτε ένα κυματάκι τόσοδα ; Ζωγραφίζεις το νησί μας ε ; 
- Ναι, Μιλτιάδη μου, το νησί μας ζωγραφίζω, του είπε και τον πήρε αγκαλιά.

Δεν περίμενε να έχει ο Μιλτιάδης αυτή την πρόσληψη του έργου της. Αντίθετα περίμενε ότι θα έβλεπε μόνο γκρι και μπλε και θα γελούσε περιπαικτικά, λέγοντας της ότι είναι άσχετος, ότι δεν χαμπαριάζει από τέτοια, κι ότι αυτός είναι ένας κοινός καθημερινός άνθρωπος. Της άρεσε η αλληλεπίδραση αυτή μεταξύ του έργου και του Μιλτιάδη και ύστερα σκέφτηκε ότι πρέπει να δράσει όπως οι σκιές στον πίνακα της: Να βαδίσει δίπλα δίπλα και ασφυκτικά κοντά με τον επισκέπτη της. 

Υστερα τα φώτα έσβησαν. Εγινε κρύο. Σκοτάδι βαθύ. Πέρασαν μέρες. Νύχτες. Χειμώνιασε απότομα. Ο Μιλτίαδης μπάρκαρε για τη Σιγκαπούρη. Η Καμίλια συνεχίζει να ζει όμως. Συνεχίζει να δοκιμάζει ματαιώσεις. Συνεχίζει να δοκιμάζει από το μέλι της ηδονής, αχόρταγα, και πάντα με την ελπίδα ότι αυτή θα είναι η τελευταία φόρα.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

εμμανουελ και καμίλια 2.


Αυτή η δόλια ψευδαίσθηση ότι δήθεν κάτι απρόσμενο και εκπληκτικό θα συμβεί στις ζωές μας κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ, μας κρατάει δέσμιους της απραξίας. Ναι, η Καμίλια ζούσε μ αυτή την ψευδαίσθηση. Αθήνα, Κωνσαντινούπολη, Παρίσι, Λος Αντζελες, ένα σωρό μεγάλες πόλεις επισκέφτηκε πάντα μονάχη της με την ελπίδα να συναντήσει μία έκπληξη που θα της άλλαζε τη ζωή. ενδόμυχα πίστευε ότι η έκπληξη αυτή θα ήταν ο έρωτας, εκείνος ο μεγάλος έρωτας που είχε κάποτε διαβάσει στα μυθιστορήματα, και με έναν τρόπο τον αποτύπωνε στους πίνακες της.

Όμως αυτό το φθινοπωρινό βράδυ στο νησί είναι πολύ διαφορετικό. Ο καιρός σιγά σιγά ψύχρανε, αλλά ακόμα μπορείς να καθίσεις έξω. Η χθεσινή βροχή ξέπλυνε τα κρίματα του καλοκαιριού, τις κραιπάλες με δήθεν φίλους, τις ανεύ ορίων οινοποσίες, τις ερωτικές περιπέτειες της, την αφρικανική σκόνη από τα φύλλα των δέντρων. Σωτήριο νερό το βρόχινο απάλυνε την κολλώδη και υγρή ζέστη του Αυγούστου ενώ επανέφερε την Καμίλια κατά κάποιον τρόπο στην πεζή και σκληρή καθημερινότητα της. Αρχίνισε ξανά να βρίσκει τους ρυθμούς της στη ζωγραφική, αγόρασε νέα λάδια και νέους καμβάδες και σκέφτηκε κάποια θέματα με το οποία θα καταπιαστεί τον επερχόμενο χειμώνα, τακτοποίησε το μικρό λευκό κυκλαδίτικο σπιτάκι της, έφτιαξε νέο σπίτι για την γάτα της και φύτεψε στο κήπο τα χειμωνιάτικα λαχανικά της.

Αυτό το συγκεκριμένο βράδυ όμως είναι ένα από εκείνα τα αλλιώτικα και αλλόκοτα βράδια. Βούλιαξε όλη μέρα στον καναπέ διαβάζοντας περιοδικά και αγαπημένα βιβλια, ενώ άκουγε το ράδιο να παίζει μουσική. Ένιωσε την ανάγκη να βγει έξω, ήθελε να νιώσει εκείνη την αίσθηση του απρόσμενου. Εγκαρτερούσε με τόσην προσμονή την έκπληξη. Σκέφτηκε να πάει μία βόλτα μήπως βρει εκείνον τον κατά αρκετά χρόνια μικρότερο της νέο. Συνήθως συχνάζει στο καφενείο της χώρας. Ντύθηκε όμως χωρίς ιδιαίτερη όρεξη, πέρασε από το καφενείο της χώρας, ο νεαρός δεν φάνηκε πουθενά. Η Καμέλια κρύωσε. Απογοητεύτηκε. Δεν συνέβη ούτε απόψε κάτι το απρόσμενο, ουδεμία έκπληξη. Έπειτα σκέφτηκε ότι ακόμα και στο Παρίσι, ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη οι βραδιές που συνέβαιναν εκπλήξεις ήταν μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Υπάρχουν μόνο επαναλήψεις, επαναλαμβανόμενα σκηνικά, επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ανθρώπων. Απογοητεύτηκε προς στιγμήν. Έπειτα όμως αποφάσισε να πιει μία μπύρα μόνη της, συνήθεια που είχε στο Παρίσι, αλλά στο νησί το απέφευγε. Θα το κάνω, είπε από μέσα της, κι ας μην υπάρξει καμία έκπληξη. Αναρωτήθηκε στη συνέχεια για ποιόν λόγο περιμένουμε από τους άλλους ανθρώπους να μας εκπλήξουν. Πήρε τη ζωή στα χέρια της. Εξέπληξε εκείνη τον εαυτό της. Αναθάρρησε.Μάλλον κατάλαβε πως η αιώνια προσμονή της την καθηλώνει στην απραξία.

Καμέλια. Απογοητευμένη. Πληγωμένη γυναίκα. Ετών σαράντα. Ελεύθερη. Ωραία. Ενδιαφέρουσα. Κανείς όμως δεν έχει ενδιαφερθεί για εκείνη πραγματικά. Νοστάλγησε τον Ιμμάνουελ. Τι μπορεί να κάνει ο Εμμάνουελ; Πώς μπορεί να έχει βιώσει την πλέον ώριμη ηλικία του μακριά της... Ενιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά στη σκέψη ότι μπορεί εκείνος να ξαναπαντρεύτηκε κάποια άλλη γυναίκα. Ανεξήγητη ζήλια, παράφορα εγωιστική σκέψη . Δεν τον αγαπούσε πια τον Εμμάνουελ, ναι ήταν σίγουρη, δεν τη συγκινούσε πια αυτός ο σύντροφος. Ομως της έλειπε κάποια βράδια όπως αυτό εκείνη η σιγουριά ότι κυκλοφορεί στο σπίτι ένας άλλος άνθρωπος που μπορεί και να σε νοιάζεται. Ο εμμανουελ ουδέποτε νοιάστηκε πραγματικά για την Καμίλια. Κατά βάθος τη θεωρούσε φαντασιόπληκτη, ανώριμη και ανισόρροπη καλλίτεχνη, οπότε τις πιο πολλές φορές καταβαράθρωνε τους συλλογισμούς της. Σκότωνε την φαντασία της. Σκότωνε τις ονειροπολήσεις της. Ισως αυτή ήταν η ρίζα των διαφωνίων τους.
-"Ελα στην πραγματικότητα, Καμίλια... "
-" Κανείς δεν μπορεί να ζήσει με τόση πραγματικότητα, Εμμανουελ. Μόνη πραγματικότητα είναι ο θάνατος κι εγώ δεν μπορώ να ζήσω μόνο έτσι...."
-" Αρχισες πάλι τα καλλιτεχνικά σου..."
Θυμήθηκε αυτόν τον κλασικό και χιλιοείπωμένο διάλογο μεταξύ τους, χαμογέλασε αμυδρά, αλλά κατά βάθος λυπήθηκε. Κοιμάσαι μ΄έναν άνθρωπο εικοσιπέντε χρόνια, σκέφτηκε, και δεν σε ξέρει, δεν σε καταλαβαίνει, σε παίρνει για ονειροπαρμένη, για μία παράλογη καλλιτέχνη. Από την άλλη βέβαια παραδέχτηκε στον εαυτό της ότι μπορεί να είχε δίκιο ο Εμάνουελ, αλλά το δίκιο του αυτό δεν μπορούσε εκείνη ποτέ να το ενστερνιστεί. Εκεινη είναι ρυάκι, ήθελε να κυλάει, να ρέει, να χάνεται, να μην είναι στάσιμη, να ονειρεύεται μεγάλα όνειρα. Εκείνος ήταν άνθρωπος των αριθμών, των επιχειρήσεων, πρακτικό μυαλό, με λογική ευαισθησία, άνθρωπος δίχως γωνίες, άκαμπτος, απόλυτος, στιβαρός. Δηλαδή ήταν αρσενικός, χωρίς διόλου θυληκή πλευρά μέσα του. Η Καμίλια κάπου είχε διαβάσει ότι ο άντρας για να αγαπήσει στ αλήθεια μία γυναίκα πρέπει να εκθηλυνθεί. Εκείνος δεν της έδειξε ποτέ μία ευάλωτη πλευρά του. Ισως και να μην την αγάπησε.

Η Καμίλια σκέφτεται εγωιστικά. Ήθελε να την αγαπήσουν με τον τρόπο που ήθελε εκείνη να αγαπηθεί. να της εκφράζουν την αγάπη της, με τον τρόπο που αυτή έχει δει στις ταινίες και στα μυθιστορήματα. Ο άντρας της της φαινόταν ανεπαρκής, διότι δεν ήταν ο σούπερ ήρωας του χόλιγουντ αλλά ούτε και ο υπέροχος άντρας των ταινιών του Αλμοδόβαρ. Δεν διάβαζε βιβλία, δεν της έγραφε ποιήματα, δεν της εξέφραζε την αγάπη του, δεν την κατανοούσε. Ομως, την αγαπούσε. Την αγαπούσε πολύ. Για εκείνον ήταν πάντα μία ύπαρξη αψυχολόγητη, σχεδόν ακατάνοητη. Ηταν μία άπιαστη φύση, ήταν μία γυναίκα αίνιγμα, μία γυναίκα που σε εξέπληττε συχνά, έστω και δυσάρεστα, αλλά πάντως σε εξέπληττε με τις διατυπώσεις της, τα έργα της, ακόμα και με το ρυθμό του βαδισμάτός της. Ναι, το βάδισμα της ήταν χαρακτηριστικό. Την έβλεπε να έρχεται από μακριά, με γρήγορο βήμα και κουνώντας τα χέρια της και τους ώμους της λες και λικνίζεται στο χωρό. Ναι, όταν περπατούσε ήταν σαν να χόρευε κάποια ιταλιάνικη καντρίλια. Τα μαλλιά της ακολουθούσαν και συμπλήρωναν το φανταστικό χορό της. Σίγουρα ήταν πολύ εντυπωσιακή γυναίκα η Καμίλια. Εκείνος πάλι είχε μεγαλώσει όχι μόνο στα χρόνια, μα κυρίως στη συμπεριφορά. Το φοβερότερο που συμβαίνει με το χρόνο, δεν είναι τα σημάδια που αφήνει στο κορμί σου, αλλά τα σημάδια που αφήνει στους τρόπους σου και στις σκέψεις σου. Μεγαλώνεις και φοβάσαι περισσότερο, μεγαλώνεις και παραιτείσαι πιο εύκολα, μεγαλώνεις κι νιώθεις πως φτάνεις προς το τέλος κι ότι η μάχη σου δεν θα έχει κάποιο νόημα. Αυτό ένιωθε ο  Εμμανουελ με την Καμίλια. Δεν μπορούσε πράγματι να ανταποκριθεί στην προσδοκίες της. Δεν μπορούσε να διεκδικεί συνεχώς την επί εικοσιπέντε χρόνια σύντροφο του. Βολεύτηκε μέσα στην μοναξιά της σχέσης τους. Την αγαπούσε, αλλά κλείστηκε ακόμα περισσότερο στον εαυτό του, με αποτέλεσμα να την χάσει. Την άφησε να φύγει. Τώρα κάθεται στο σπίτι του στο χωριό. Έχει κρύο. Εκείνος χωμένος στο χοντρά βιβλία δουλεύει. Δεν έχει φίλους. Δεν έχει γυναίκα. Δεν έχει τίποτα. Κανέναν. Μόνο τον εαυτό του και τον σκύλο της Καμίλια, την μικρή Νταίζη. Η Καμίλια τον έχει θυμώσει. Η εξαφάνιση της τον έχει διαλύσει. Ακομα δεν έχει ξεσπάσει.ισως να μην ξεσπάσει και ποτέ. Τέτοιοι τύπο σαν τον Εμμανουελ, ζουν με τα απωθημένα τους, ζουν με την καταπίεση τους, ζουν μέσα στον αυτοπεριορισμό τους.ισως έχουν μεγάλο εγώ και δεν θέλουν να παραδεχτούν τον πόνο τους.

Σάββατο 20 Ιουλίου 2019

Ματαιώσεις.

Αναψε η λάμπα στο απέναντι πεζοδρόμιο.
άναψε κι εμένα ο πόθος μου,
μα το φως αυτό αύριο το πρωί θα σβήσει,
κι ήσυχα κι αναίμακτα θα κοιμηθεί κι αυτό το πάθος.

Αύριο θα 'ναι ένα παγωμένο δειλινό..
μήνας Δεκέμβρης, Χριστουγεννιάτικα φώτα..
κι εγώ πιο παγωμένη από ποτέ,
θα προσπαθώ να ξεριζώσω από μέσα μου
μέσα στους πολλούς κι Εσένα.

Κι ύστερα, όταν πια θα ξεχάσω τα μάτια σου,
όταν πια δεν θα ακούω εκείνον τον αντίλαλο της  φωνής σου,
τότε ξανά με το αμήχανο χαμόγελο θα επιστρέψεις,
να μου θυμίσεις πως ίσως κάποτε να σ' αγάπουσα.

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Εμμανουελ και Καμίλια

Εκείνος αναζητούσε το σώμα της κάθε πρωί, Έψαχνε με τα χέρια του να τη βρει πλάι του στο κρεβάτι. Ματαιοπονούσε τουλάχιστον ένα τέταρτο της ώρας κάθε πρωινό τα τελευταία πέντε χρόνια. Μάταια. Η Καμίλια έφυγε χωρίς να προειδοποιήσει κανέναν ένα βράδυ του Οκτώβρη. Εκείνο το βράδυ πρέπει να ένιωθε μέσα βαθιά τη καρδιά της να σφίγγεται, το στόμα της στεγνό, τα πόδια της τη κράταγαν μετά βίας, αλλά το είχε αποφασίσει. Θα έφευγε κρυφά. Δεν θα έλεγε τίποτα στον Εμμανουέλ, με τον οποίον είχαν μοιραστεί είκοσι χρόνια ζωής.

Ο εμμανουελ ήταν  καλός άνθρωπος,  από παλιά αστική οικογένεια και δούλευε συνεχώς στο γραφείο του, διεκπεραιώνοντας γραφειοκρατικές εργασίες. Το γραφείο του ήταν ένα έργο τέχνης, κτίσμα παλαιό, με μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν την απέναντι μικρή παραθαλάσσια κωμόπολη. Προτιμούσε να δουλεύει κάπου μακριά από το κέντρο και όσο για τους πελάτες του δεν ανησυχούσε, καθώς μετά από τριάντα χρόνια εμπειρίας στην δουλειά, είχε αποκτήσει πλέον τόση μεγάλη φήμη, που ο κόσμος θα συνέρεε για να τον συμβουλευτεί, ακόμα και αν πήγαινε στην κορυφή του απέναντι βουνού. Βλέπεις ο Ιμμάνουελ είχε πολλές περγαμηνές, τρία πτυχία του Πολυτεχνείου, και ένα μεταπτυχιακό στα Δομικά Υλικά από το καλύτερο Πανεπιστημίο της Γαλλίας.
Η Καμίλια καταγόταν κι αυτή από αστική οικογένεια, αλλά δεν είχε δα και τόσο σπουδαίες σπουδές, ούτε τόσα πτυχία όσα ο Εμμάνουελ. Ηταν μία ταπεινή ζωγράφος. Καθόταν με τις ώρες στο μικρό δωμάτιο του τεράστιου νεοκλασικού κτηρίου και ζωγράφιζε με κάρβουνο, αλλά και λαδομπογιές. Η ζωγραφική ήταν το πάθος της. Κάθε φορά που έπιανε τα πινέλα ένιωθε ότι κάποια ανώτερη δύναμη δίνει σήματα στον εγκέφαλο και το αριστερό της χέρι σχεδιάζε ακατάλυπτα σχήματα, τα οποία στην πορεία μετά από πολύ μόχθο έντυνε με διάφορα χρώματα. Κάποτε δεν έβαζε διόλου χρώμα στα σχέδια της, μόνο ζωγράφιζε σκίτσα με κάρβουνο. Τα ασπρόμαυρα ήταν τα αγαπημένα της. Ο πατέρας της Καμίλιας, γνωστός ιατρός και υπουργός υγείας κάποτε με την παράταξη των δημοκρατικών, αντέδρασε άσχημα όταν η Καμίλια αποφάσισε να μην ακολουθήσει την ιατρική, και να δώσει εξετάσεις στην Ανωτατη Σχολή Καλών Τεχνών της χώρας.  Ακόμα χειρότερα όμως αντέδρασε ο πατέρας της, όταν η Καμίλια αρνήθηκε την δημόσια θέση ως καθηγήτρια εικαστικών σε σχολείο της γειτονιάς της, θέση την οποιά ο πατέρας της είχε προσπαθήσει πολύ για να της εξασφαλίσει. Ομως, εκείνη δεν ήθελε να χαρίσει τον συναισθηματικό κόσμο της που εξέφραζε μέσω της ζωγραφικής σε μία δημόσια θέση. Ηθελε να μείνει μακριά από το εθνικό σύστημα εκπαίδευσης, μίας και πίστευε πώς το μόνο που μαθαίνουν οι δάσκαλοι στα παιδιά είναι η σκληρή και σχεδόν στρατιωτική πειθαρχία. Αν υπήρχε ένα άλλο είδος σχολείου, ένα σχολείο που να μαθαίνει στα παιδιά την διεκδίκηση και την απειθαρχία, τότε μάλιστα, θα δεχόταν μετά χαράς τη θέση που της προσφέρθηκε.

Ο Εμμάνουελ γνώρισε την Καμίλια περίπου στα δεκαοκτώ της χρόνια σε έναν χορό που διοργάνωνε το πανεπιστήμιο της. Η Καμίλια ήταν τότε μία ξέγνοιαστη και πανέμορφη φοιτητριούλα, ενώ εκείνος ένας καταξιωμένος επαγγελματίας, μίας και είχαν διαφορά σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια. Εκείνος την πρόσεξε από την πρώτη στιγμή που εισήλθε στο χώρο, καθώς φορούσε ένα κόκκινο μακρύ φόρεμα, το οποίο ήταν πολύ απλό, αλλά πολύ όμορφο. Τότε την πλησίασε, άρχισαν να μιλούν και δεν άργησαν να καταλήξουν κουλουριασμένοι στο πάτωμα του φοιτητικού της σπιτιού. κατήργησαν σχεδόν τον χρόνο, και όλες τις μικροαστικές συνήθειες και έγιναν ζευγάρι. σε λιγότερο από ένα εξάμηνο αποφάσισαν να μείνουν μαζί και καθώς είχα τυφλωθεί από το απαράμιλο πάθος, δεν μπορούσε κανείς από τους δύο να αντιληφθεί πως αυτοί οι δύο άνθρωποι ουδέποτε θα μπορούσαν να συνεχίσουν να είναι μαζί .

Τελικά ο χρόνος αποφάσισε ότι αυτοί οι δύο δεν μπορούν να συμβαδίσουν. Ο εμμανουέλ ήταν πολύ τυπικός. Η καμίλια από την άλλη ουδεμία σχέση με την τυπικότητα είχε. Ο,τι δεν περιείχε έρωτα της προκαλούσε αφόρητη βαρεμάρα και μελαγχολία. Ο χρόνος ίσως όλα τα να τα εξαλείφει, ίσως είναι εκείνος που εξαφανίζει στην χοάνη του τα πιο μεγάλα πάθη. Η Καμίλια μέρα τη μέρα μαράζωνε, κλεινόταν με τις ώρες μέσα στο μικρό δωμάτιο της και ζωγράφιζε σχεδόν ασταμάτητα, ενώ ο Εμμανουελ εργαζόταν στο μεγάλο κτήριο μόνος πέρα απ΄την πόλη και αναρωτιόταν σιωπηλά για την αιτία της μελαγχολίας της Καμίλιας. Ωστόσο ποτέ δεν τη πήρε στα σοβαρά αυτή της την μελαγχολία, αλλά αντίθετα σκεφτόταν πώς μάλλον αιθεροβατεί καθώς ουδέποτε εργάστηκε και ουδέποτε μόχθησε για να καλύψει τις βασικές της ανάγκες. Πίστευε ότι θα περάσει ο καιρός και η Καμίλια θα είναι πάλι εκείνη η χαμογελαστή φοιτηρια που είχε γνωρίσει.

Τα χρόνια όμως είχαν περάσει και η Καμίλια κόντευε πλέον τα σαράντα, χωρίς όμως να έχει αλλάξει πολύ. Μόνο μικρές ελαφρές ρυτίδες μαρτυρούσαν την ηλικία της. Ο Εμμανουελ είχε μεγαλώσει αρκετά και η ηλικιακή τους διαφορά έγινε πλέον αισθητή. Ενα πρωί η Καμίλια ξύπνησε, άγγιξε το σώμα της. Αντιλήφθηκε πώς ακόμα είναι ζωναντό. Ζεστό. Σφρυγιλό και υγιές. Ξαφνικά κάτι ξύπνησε μέσα της, ο ποθος για ελευθερία, για έρωτα. Εκανε να αγκαλιάσει τον άντρα της, μα εκείνος προς απογοητευση της  είχε φύγει για τη δουλειά του. Ηταν το βράδυ εκείνης της ημέρας που η Καμίλια αποφάσισε να πάρει το σαρκίο της και να αποχωρήσει για την Ελλάδα, δίχως ποτέ να έχει επισκεφτεί την χώρα αυτή. Πράγματι, εκείνο, το ίδιο μελαγχολικό και γκρίζο βράδυ η Καμίλια έφυγε. Ουδέποτε ειδοποίησε τον Εμμανουελ για τον τόπο που βρίσκεται. Εκείνος εδώ και πέντε χρόνια αναζητά το κορμί της κάθε γκρίζο πρωινό. Το μεγάλο σπίτι φαντάζει άδειο. Η πόλη είναι άδεια.

Φτωχέ Εμμάνουελ είσαι κι εσύ ένας ακόμα ματαιωμένος. Ενας ακόμα από εκείνους που εφησήχασαν στη μικροαστική τους σχέση. Ενας ακόμα από εκείνους τους άχρωμους και άοσμους εραστές της συνήθειας.
Η μικρή Καμίλια κάπου μακριά χάνεται στις ονειροπολήσεις της για δήθεν αιώνιους έρωτες... Κάπου σ ένα μικρό ελληνικό κυκλαδίτικο νησι η Καμίλια ξυπνάει κάθε πρωί κοιτάζοντας την ανατολή του ηλίου, περιφερόμενη στα λευκά στενά σοκάκια και μαραμένη πια από τον καιρό και την προσμονή, κοιμάται μόνη από τις δέκα. Οσο για εραστές είχε πολλούς, αλλά κανείς μα κανείς δεν της χάρισε εκείνον τον αιώνιο έρωτα, που τόσο ανελέητα και εμμονικά αποζητούσε.
Ισως εκείνος ο νεαρός που υπάρχει κάπου σε μία άκρη της ζωής της, να της εμπνεύσει εκείνον τον έρωτα που αναζητούσε... Ισως. Ποιός ξέρει ; Δεν θα μάθουμε ποτέ...αφού οι έρωτες αρχίζουν μ ένα ίσως, κορυφώνονται με μια κραυγή που φωνάζει "ΝΑΙ" και τελειώνουν μ ένα |" ποτέ ξανά"...  

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019