Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Αιρετικό

Και για να έχουμε καλό ρώτημα " τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτόν ;" διερωτόταν συνεχώς και αδιαλείπτως μέσα της, και είναι αλήθεια  ότι δεν μπορούσε να βρει απάντηση. Εκείνη ενσάρκωνε την καλή περίπτωση νύφης: Είχε εκείνο το προφίλ του καλού παιδιού, του ηθικού στοιχείου, που υποτίθεται ότι δεν παρεκτρέπεται, που υποτίθεται ότι ξέρει πολύ καλά τι θέλει. Ελεύθερη επαγγελματίας, με δική της επιχείρηση στα σκαριά, εμφανίσιμη, με περιουσία, και από καλή οικογένεια, που ουδέποτε έδωσε αφορμές για κοινωνικά σχόλια. Ευυπόληπτοι γονείς, που ήθελαν το καλύτερο για την κόρη τους, την γέμισαν ενοχές, και της έμαθαν ότι πρέπει να αναζητήσει μία σχέση με σκοπό τη μονιμότητα. 
Εκείνος πάλι ουδεμία σχέση είχε με όλα αυτά. Καταγόταν από μία οικογένεια, που κατά καιρούς είχε δώσει πολλές αφορμές, με περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, με ένα σωρό παράλληλες σχέσεις, ένα σωρό κραυγαλέους έρωτες, και μία μεγάλη και ανεπανόρθωτη οικονομική καταστροφή. . "Διαλυμένες οικογένειες, της είπαν, τι ψάχνεις ; Τι βιώματα έχουν , άραγε, και τα παιδιά ; " Εκείνος προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του ξανά, να σβήσει τα λάθη του παρελθόντος, αλλά του είχαν μείνει κάποια κουσούρια. Είχε μία ροπή στις καταχρήσεις, και στην αλητεία, έμπλεκε σε καυγάδες και σε ξύλο συχνά πυκνά. Είχε ένα σωρό ερωμένες στο παρελθόν, ένα σωρό έρωτες να θυμάται. Επαγγελματίας καρδιοκατακτητής, επαγγελματίας αρσενικό. Ενσάρκωνε το αρχέτυπο του ανδρισμού κατά κάποιον τρόπο: Έπινε και κάπνιζε, ήξερε πολεμικές τέχνες, δούλευε μεροκάματο από τα δέκα, κυρίως στην εστίαση. Είχε ξαναστήσει εκείνο το άλλοτε πετυχημένο μαγαζί των γονέων του, που το δούλευε σεζόν, ενώ το χειμώνα έβγαζε το μεροκάματο του. 
Φαινόταν αλιτήριος αυτός, εκείνη φαινόταν ένα καλό κορίτσι. Το φαίνεσθαι και των δύο ερχόταν σε σύγκριση. Ο κόσμος για τον Παρμενίδη ήταν ζεύγη αντίθετων. Κι οι δύο τους αντίθετοι, ασύμβατοι μεταξύ τους. Σαν ένα σενάριο ταινίας χιλιοπαιγμένο, καμία κοινοτοπία: η αρχόντισσα και ο αλήτης. Υπήρχε όμως ένα εξόφθαλμο σημείο συνάντησης τους, που το ανακάλυψαν μία ημέρα, που εκείνη είχε πάει στο μαγαζί που δουλεύει, και ήταν αμέριμνη και ήρεμη σχεδόν: Λάτρευαν τη λογοτεχνία, μίλησαν για τις ώρες για τους αγαπημένους τους συγγραφείς, σκιαγράφησαν μαζί ήρωες, είχαν περίπου μία ίδια ποιητική αντίληψη της πραγματικότητας. Είχαν κι ένα άλλο σημείο επαφής: ιδια πολιτική τοποθέτηση. Ενθουσιασμένη έφυγε εκείνη την ημέρα από το μαγαζί. Και τρομαγμένη. Τρόμαξε που έκανε τόσο όμορφη κουβέντα μαζί του. Πάντα αυτοί που μας γοητεύουν μας τρομάζουν. Αν ήταν αλλιώς πώς τα πράγματα, αν εκείνος δεν είχε πίσω του την οικογένεια του, αν δεν ήταν λίγο αλήτης, τότε ίσως δεν θα τρόμαζε τόσο, αλλά θα ενέδιδε ευκολότερα στο εμφανές φλερτάρισμα του. Οχι, πώς τώρα δεν ενδίδει. Τα μάτια της τον κοιτάνε με εκείνο το βλέμμα που τα λέει όλα και που είναι αυθάδες: "Πάρε με τώρα", του έλεγε με όλο της το είναι. Σε προστακτική έγκληση. Μόνο προστακτική ταιριάζει στα πάθη. Κι εκείνου το  βλέμμα έλεγε : "Θα σε δέσω και θα σε πηδάω ώρες" και ας της μιλούσε για τον Κρισναμούρτι. 
Το καλό κορίτσι... Το προφίλ που είχαν δημιουργήσει οι άλλοι ερήμην της, μετά από δέκα χρόνια απουσίας από την επαρχία, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια, και που την καταπίεζε αφόρητα και που την έκανε να ασφυκτιά.  Ήταν μία προοδευτική νέα γυναίκα, που για τα δεδομένα της επαρχίας που ζούσε, έφερε μέσα της επαναστατικές ιδέες, επαναστατική στάση ζωής. Ήταν μία νέα γυναίκα που με το κόκκινο σχεδόν πάντα κραγιόν της, προκαλούσε διακριτικά εκείνον που ήθελε. Ήταν μία γυναίκα που δεν μπορούσε να αντιληφθεί το σώμα της χωρίς να κάνει έρωτα με κάποιον. Το σώμα της, τόσο ατελές, μα τόσο ζωντανό, και έτοιμο να δεχτεί τον ανδρισμό του κάθε άντρα που την τρέλαινε, μέσα του και πάνω του. Και αποζητούσε απεγνωσμένα και κολασμένα το βάρος αυτό: το βάρος της ύπαρξης του άλλου, που ορμάει μέσα σου, και σε κατασπαράζει, με την άδεια σου φυσικά. Ζούσε πάντα με γνώμονα τον έρωτα, με γνώμονα το σωματικό έρωτα, που έκανε το σώμα της ευτυχισμένο. Ήθελε να γευτεί ένα ξένο σώμα, το σώμα του, να το χορτάσει. " Ευαγγέλιο σε δικαστήριο το σώμα σου"  Ήθελε να αποθεώσει το δικό του σώμα, να χαθεί μέσα σε αυτό, να το ευχαριστηθεί, να το χορτάσει. Ένιωθε τόσο πεινασμένη για αγάπη. Μία ακόρεστη καύλα για πάρτη του. Για πάρτη του ίσως να ήθελε να πέσει και στη φωτιά.
Και ύστερα κατακλύστηκε από την ενοχή. Από μία μικροαστική, καθαρά μολυσμένη νοοτροπία, που την σκότωνε, που την έκανε να τον τρομάζει, να μελαγχολεί. Τι θα είχε να πει η μάνα της και ο πατέρας της και ο κόσμος ; Και η τοπική κοινωνία ; Τι δουλειά είχε αυτή μ αυτόν ; Αυτή η νοοτροπία αυτή ήταν ο λόγος του αυτοεξορισμού της στην πρωτεύουσα εδώ και τόσα χρόνια. Είχε γυρίσει αποφασισμένη ότι δεν θα πέσει σε αυτήν την παγίδα των ενοχών και από την άλλη δεν τόλμαγε να προχωρήσει. Σκεφτόταν από την μία ότι θα την κακολογήσουν, σκεφτόταν την μάνα της, που έτσι και την έβλεπε με αυτόν, θα έκλαιγε, θα μάτωνε, θα της ματαίωνε τα σχέδια που είχε κάνει η ίδια για την κόρη της. " Να βρει ένα καλό παιδί, να κάνει μία καλή οικογένεια" . Βέβαια ως έντιμη κόρη της είχε εξηγήσει ότι κατά τη γνώμη της δεν επιλέγουμε ποιόν θα ερωτευτούμε και ότι όλη αυτή η μαγεία είναι τυχαία, και η μάνα της συμφώνησε. Αλλά μάλλον μόνο στα λόγια συμφώνησε. Ο αδερφός της είχε πει γι αυτόν: Είναι η κλασική περίπτωση αλήτη με την κακή έννοια. Πώς θα πρόδιδε όλους αυτούς ; Πώς θα έμπλεκε με έναν τέτοιον άνθρωπο, διόλου αποδεκτό από το κοινωνικό περιβάλλον ; 

Το κοινωνικό περιβάλλον: Γέροι στα καφενεία, που έζησαν όπως θέλησαν τα νεανικά τους χρόνια, καθώς η γυναίκα δεν είχε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Κεράτωναν τις γυναίκες τους στα κρυφά, και κάποτε και στα φανερά, μα εκείνες δεν έλεγαν να τους εγκαταλείψουν, καθώς δεν είχαν πόρους να ζήσουν. Το κοινωνικό περιβάλλον: Γυναίκες υποταγμένες στον άντρα τους, που αναρωτιέται, αν είχαν ποτέ κάποιον οργασμό. Τίμιες γυναίκες που συμβιβάστηκαν με κάποιον που διάλεξε ο πατέρας τους για εκείνες, τίμιες γυναίκες που δεν σήκωσαν ποτέ κεφάλι, μόνο ευνούχισαν τους γιούς τους, καθώς οι σύζυγοι ήταν ανεπαρκείς και έτσι όλος ο υστερικός πόθος για το αντρικό φύλλο μεταβιβάστηκε σε μία εξάρτηση από το άλλο αντρικό μέλος της οικογένειας: το γιο. Κι ύστερα ο γιος ευνουχίστηκε. Έμεινε δίχως ίχνος ανδρισμού, φοβήθηκε ήδη τις γυναίκες εξ αιτίας της μάνας του, ύστερα αγιοποίησε τη σύζυγο του, και σταμάτησε να της κάνει κρεβάτι. Η γυναίκα μου είναι για το σπίτι, σκέφτηκε, και μόνο η γκόμενα μου που είναι άτιμη γυναίκα είναι για το κρεβάτι. Ύστερα βγήκε στο καφενείο και διέσυρε τη γκόμενα του ή λίγο καλύτερα τη διέσυραν οι άλλοι άντρες που την είχαν πάρει και εκείνη, κι αυτός αποσβολωμένος συμφωνούσε και ουδέποτε την υπερασπίστηκε. Παντελόνια, λοιπόν, τέλος. Μόνο φούστες κατά βάθος του ταίριαζαν, αλλά δυστυχώς αυτοί οι τύποι φοράνε ακόμα παντελόνια. Υστερα ήρθαν κι οι άλλες γυναίκες, οι μη τίμιες, που απάτησαν τον άντρα τους, επειδή εκείνος τους άφησε τέτοια περιθώρια. Τον απάτησαν ανοιχτά. Ένα ωραίο πρωί άνοιξαν την πόρτα και εξαφανίστηκαν με τον εραστή τους. Ουδεμία υπόληψη στην κοινωνία δεν απολαμβάνουν, δακτυλοδεικτούμενες, περιθωριακές και φοβερά μισητές ειδικά από τις άλλες τις τίμιες γυναίκες, εκείνες που κατά βάθος τις ζηλεύουν, διότι εκείνες δεν ένιωσαν ποτέ τι θα πει ευτυχισμένο σώμα. Θα μου πείτε: Μα πού ζούμε ; Στο μεσαίωνα ; Σε ποιο χωριό υπάρχουν ακόμα τέτοιες αντιλήψεις ; Νέοι άνθρωποι δεν υπάρχουν ; 
Υπάρχουν και νέοι άνθρωποι: Αυτοί που είναι πετυχημένοι ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοί που είναι του επιπέδου της ηρωίδας μας, και θα ήταν καλοί γαμπροί για εκείνοι. Ταιριαστοί. Είναι αυτοί που αναζητούν μία επίσης καλή κοπέλα, που θα τη πηδάνε μία φορά το μήνα. ύστερα ενοχικά θα βλέπουν ταινίες πορνό, και δεν θα έχουν το σθένος να το ζητήσουν αυτό στη σχέση τους. Είναι αυτοί που θα ζήσουν διψασμένοι για ηδονές, καταπιεσμένοι, αλλά δεν θα έχουν ουδεμία κοινωνική ρετσινιά. Θα απολαμβάνουν την έξωθεν καλή μαρτυρία και θα το πληρώσουν πολύ ακριβά: Χωρίς να μυρίσουν το καρπό της ηδονής, χωρίς να λερωθούν από τον βρώμικο έρωτα. Το πολύ πολύ να πάνε σε κάνα μπορντέλο ή σε καμία παντρεμένη από αυτές που το νησί κακολογεί από αυτές τις εύκολες και να αδειάσουν τον εαυτό τους. Αλλά ποτέ μα ποτέ δεν θα νιώσουν τι θαύμα είναι να γαμάς από έρωτα. 
Κι όλοι αυτοί, σκέφτηκε, θα με κάνουν εμένα καλά ; Κι όλοι αυτοί θα με βάλλουν εμένα στο καλούπι τους ; Δεν πρέπει το καλούπι αυτό να σπάσει ; Δεν πρέπει να καταβαραθρωθεί ; Όλοι αυτοί, οι ηθικοχριστιανοι, οι καταπιεσμένοι, οι υστερικοί από την έλλειψη σεξ, όλοι αυτοί που ζηλεύουν την αυτονομία μου, όλοι αυτοί που θα βιαστούν να με σταυρώσουν σαν τον Χριστό σε τι διαφέρουν από τον Πόντιο Πιλάτο ; Σε τι διαφέρουν από την καθυστυκύια τάξη που καταδίκασε έτσι έναν Χριστό, έναν επαναστάτη με αιτία ; Σε τίποτα δεν διαφέρουν, μα έχουν την εξουσία. Είναι η κοινή γνώμη. Είναι αυτοί οι δικαστές. Είναι αυτοί οι παντογνώστες. Είναι αυτοί που πρέπει να στείλω στο διάολο, είπε, και μία φωνή μέσα της της υπενθύμισε ότι φοβάται, ότι τρέμει, ότι πάλι ανοίγει πόλεμος... Πατήρ πάντων πόλεμος, κοριτσάκι. " Έχεις να κλάψεις πολύ μεχρι να μάθεις τον κόσμο να γελάει" . Μοναχική, επαναστατημένη, προβληματισμένη, ευαίσθητη, ποιητική μου ύπαρξη, παρηγόρησε τον εαυτό της, άσε το χρόνο να σου πει και άσε και τον τύπο αυτόν να σου δώσει όπλα για να τον ερωτευτείς, κι ύστερα πολέμα. Με τη φωτιά με τα θεριά, με το τσεκούρι, κόψε τους τη γλώσσα, κάψε τις ενοχές σου σε μία ιερά πανήγυρις και κάλεσε και τον παπά στην εξώδιο ακολουθία. Στα τσακίδια όλα. Ας μην είσαι καλό κορίτσι. Αλλά ας έχεις ένα ευχαριστημένο σώμα. Κι αν είναι να φας τα μούτρα σου, τουλάχιστον μέτρα αν αξίζει να πληγωθείς. Βαραίνει αυτός για σένα ; Μόνο ό,τι βαραίνει έχει αξία. Ο,τι σε συγκλονίζει. Αλήθεια σε συγκλονίζει ; 

Μωρό μου, έλα το βράδυ, τα μεσάνυχτα, αθόρυβα, να χαμηλώσω τα φώτα της παιδικής μου κάμαρας, πάτα ελαφρά να μη σ ακούσουν. Ελα ένα βράδυ στη παιδική μου κάμαρα και εγώ θα διώξω για ακόμα μία φορά τις ενοχές μου, και φρόντισε να μου προσφέρεις ανόθευτο τον έρωτα σου και το ανεξάντλητο ευατό σου. Ελα να κάνουμε έρωτα πολλές φορές, να πέσουμε κατάκοποι στο κρεβάτι, μετά από βρωμόλογα, ερωτόλογα, δάκρυα, μύξες, αύθονο ξοδεμένο σπέρμα, αύθονο ιδρώτα που θα τρέχει από τα σώματα μας, ένδειξη της προηγούμενης κλινοπάλης. Ελα να κάνουμε έρωτα, έλα να μου δώσεις το ελιξίριο της αθανασίας, έλα κάνε με αθάνατη, κι αν αξίζεις, μωρό μου, στα τσακίδια όλοι.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Monolog

Ηρθαν κι άλλοι, επόμενοι, πολλοί, όλοι καλογυαλισμένοι, όλοι υποθετικά όμορφοι. Ολοι μικροαστοί. Ολοι καλές περιπτώσεις, που άλλες στη θέση της, θα ήθελαν να έχουν δίπλα τους. Αντρες που αναζητούσαν τη συντροφικότητα. Μικροαστοί. Ευλογημένοι μικροαστοί. Ποτέ δεν ερωτεύονται. Ποτέ δεν επαναστατούν. Προσωπικότητα του μικροαστού: Μία συνεχόμενη πορεία με τη μάζι, μία αέναη προσαρμογή στις επιταγές της ηθικής της κάθε εποχής, μία δήθεν ελευθεριότητα, μία δήθεν μόρφωση. Οι  μικροαστοί. Μηδενική προσωπικότητα. Μηδενικό πάθος. " Ολα με μέτρο" λένε, μαχαιρώντας την αρχαία φράση... Κατεπίφαση μόρφωση των μικροαστών. Μεγαλοστομίες και τα τοιαύτα. Ποτέ δεν γίνονται ευάλωττοι οι μικροαστοί.

Κάποιος σε έχει πληγώσει, μου είπε. Όλους κάποιος μας έχει πληγώσει, είπα, το παιχνίδι έτσι παίζεται, εκτός κι αν δεν θες να ζήσεις. Προφανώς αυτόν δεν τον πλήγωσε καμία. Είναι ανίκανος για τέτοιες συγκινήσεις.

Οσο περισσότερους γνωρίζω, τόσο περισσότερο έχω την ανάγκη να επιστρέψω σ εκείνο το αρχέγονο πάθος. Οσο περισσότερους γνωρίζω, τόσο περισσότερο απογοητεύομαι, τόσο περισσότερο αρχίζω να πιστεύω ότι αναζητω κάτι τόσο δυσεύρετο: τον πολυπόθητο έρωτα.Χάνομαι στα επίγεια. Η καθημερινότητα με σκοτώνει. Ωρες ώρες δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την παραγματικότητα, που είναι πεζή, δύσκολη, δίχως ίχνος αστερόσκονης, δίχως ίχνος συναισθήματος. Λείπει πολύ ένα συναίσθημα από τη ζωή μου. Εδώ και καιρό το κυρίαρχο συναίσθημα μου είναι ο θυμός, η οργή, το αίσθημα αδικίας, η αίσθηση ότι δεν θέλω να ανήκω σε κανέναν. Είμαι έτοιμη για όλους αυτούς τους ανάξιους, που με πλησιάσαν. Είμαι έτοιμη να τους κόψω τα πόδια. Να φύγω σαν αγρίμι μακριά, ακόμα πιο μακριά. Αφηστε με. Δυσκολεύομαι να λέω όχι. Δεν θέλω να απορρίπτω. Δεν θέλω να στεναχωρώ. Δεν θέλω να περιφρονώ. Θυμός, οργή, που μεταλάσσεται σε απογοήτευση, σε γοερό κλάμα. Δεν μπορούσα να κλάψω τόσα χρόνια. Ισως να γιατρεύομαι σκέφτομαι. Λυτρωτικά δάκρυα. Το νερό παράγει ζωή. Μόνο το νερό μας σώνει: τα δάκρυα μας ξαλαφρώνουν, ο ιδρώτας μας κρατά υγιεις, το αίμα μας γεννάει. Υγρα στοιχεία όλα. Ευλογημένα νερά των οργασμών.
Η έλλειψη ενός αντρικού σώματος ώρες ώρες με σκοτώνει. Αλλά δεν είναι η σάρκα. Δεν είναι μόνο αυτό. Είναι η έλλειψη έρωτα που με αφήνει ώρες ώρες αποσβολωμένη, κομματιασμένη. Μέσα μου χιλιάδες θρύψαλα η καρδιά. Ξυπνησα χθες βράδυ και έκλαψα στον ύπνο μου. Δεν ήξερα γιατί. Πονούσα. Πονάω. Και θες μία αγκαλιά . Θέλω μία αγκαλιά. Εγώ το αγρίμι- κούνια που σας κούναγε. - Θέλω μία αγκαλιά, όπως η δική σου, να με ηρεμήσει, να νιώσω ότι στα χέρια αυτά είμαι ασφαλής, να νιώσω την πληρότητα της στιγμής. Οχι, δεν θέλω μία οποιαδήποτε αγκαλιά. Μία οποιαδήποτε αγκαλία μόνο με θυμώνει, με απογοητεύει, με στεναχωρεί, με κάνει να ξεσπάω σε επαναληπτικό κλάμα, με κάνει να ντρέπομαι για λογαριασμό μου.

Συμβιβασμοί για να μην μείνεις μόνη. Κοντεύεις 35. Σε δέκα χρόνιας ίσως να μην μπορείς να κάνεις παιδιά. Ε και ; Αν είναι να κάνεις παιδιά , τουλάχιστον κάντα από έρωτα. Θα μου πεις ότι εξιδανεύω τον έρωτα. Ζητάμε πολλά από τον έρωτα, λεει ο Μπρυκνέρ. Σίγουρα. Αλλά μία μέτρια ζωή, με μέτρια αισθήματα, τι νόημα έχει ; .

Τηλέφωνα. ντριν. Ντριν. Υποφέρω. Επαγγελματικά τηλέφωνα. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ. Είμαι αδύναμη. Ισως είμαι τεμπέλα. Ισως πάλι είμαι δειλή και δεν θέλω να αντιμετωπίζω κατά πρόσωπο τη δυσκολία. Δεν ξέρω πια τι είμαι. Φτάνουν οι ενοχές. Αυτομαστίγωμα τέλος. Είναι κι αυτός. Ο μικροαστός. Δεν θέλω να του απαντήσω. Δεν με ενδιαφέρει. Δεν έχει να πει τίποτα μαζί μου. Τον βαριέμαι. Δεν θα απαντήσω. Τηλεφωνο δεύτερο. Πολλά τηλέφωνα απανωτά σήμερα. Ετσι γίνεται όλες τις ημέρες που δεν αντέχει να εργαστείς, έτσι γίνεται όλες τις ημέρες που δεν αντέχεις τον εαυτό σου.

Εξω έχει ήλιο. Μέσα μου χειμώνας είναι. Βαρύς κι ασήκωτος χιονιάς. Εκείνο το αγοράκι που πολύ μ αρέσει, είναι μελαγχολικό, είναι βαθύ, είναι ουσιαστικό. Τα μάτια του είναι καθαρά. Απελπίζεται. Μου μοιάζει. Αλλά δεν το ξέρει. Ισως τον ξεχώρισα γι αυτό. για το καθαρό του βλέμμα και το αρμονικό του κορμί. Με κάποιον τρόπο θα ήθελα να νιώσω το βάρος του σώματος του απάνω μου. Δεν ξέρω. Δεν τον σκέφτομαι ποτέ αμιγώς σεξουαλικά. Ποτέ δεν μου δημιουργεί εκείνο το αίσθημα της βίας. Αντιθέτως, τον σκέφτομαι πάντα τρυφερά, παιδιάστικα, πολύ θηλυκά, σχεδόν κοριτσίστικα. Σκέφτομαι ότι τον κρατάω αγκαλιά και απλά περπατάμε στη θάλασσα, ότι καθόμαστε σιωπηλοί στη πλαγιά ενός λόφου, και οραματιζόμαστε μαζί, και απελπιζόμαστε μαζί. Σκέφτομαι ότι ο ένας καταλαβαίνει βαθιά τον άλλον. Δειλό αγόρι. Το πλησιάσα τόσες φορές. Ισως να μη με επιθυμεί, σκέφτομαι. Θα μπορούσε. Εγώ επιμένω. Σα κοριτσάκι, του παίρνω καφέ, τον εμψυχώνω, καλύπτοντας το ρόλο της μάνας του. Μία μάνα μέγαιρα. Φτωχό μου αγόρι, σίγουρα μας τρέμεις. Υστερα σκέφτομαι ότι δεν τον αφήνουν να εκφραστεί. Μου είπε ότι δεν μπορεί να βάλει όρια στους ανθρώπους. Ισως να θέλει να βάλλει όρια και σ εμένα, σκέφτομαι. Ισως τον ενοχλώ. Από την άλλη δείχνει να με συμπαθεί. Νιώθω καμία φορά πως μου εξομολογείται μέσα από μισόλογα, από αθώα βλέμματα, από αμήχανες κινήσεις. Θα έλεγε κανεις, πιο φυσιολογικός από εμένα, και πιο πεζός, ότι είμαι φαντασιόπληκτη, ότι βλέπω κάτι που δεν υπάρχει. Ισως. Ομως μόνο με το ένστικτο μπορείς να καταλάβεις κάποιον άνθρωπο. Αλάνθαστο ένστικτο. Επαναληπτική μνήμη. Κανόνας αιώνιας επιστροφής. Αυτό που νιώθω για το μικρό αγοράκι, το ένιωθα στην αρχή και για τον άλλοτε μεγάλο μου έρωτα. Μόνο στην αρχή όμως τον σκέφτηκα τρυφερά. Υστερα τον σκέφτηκα με τον τρόπο που σκέφτεσαι έναν εραστή σου: Με μία ζωώδη και ζωογόνα αυθάδεια.

Με ενέπνευσαν αρκετά αγόρια, σκέφτομαι μετά το χωρισμό μου με αυτόν. Μα οι ενθουσιασμοί μου, βλέπεις, δεν συμπίπτουν. Εγώ που οι άντρες νομίζουν ότι ξυπνάω πάθη, ότι κάνω ζημιές, εμένα που με τρέμουν, γιατί δεν έρχονται να με ρωτήσουν τι εστί ερωτική καταφρόνια, τι εστί θλίψη και τι εστί απόρριψη. Λανθασμένες επιλογές, σκέφτομαι. Με εμπνέουν πάντα τα λάθος άτομα. Τα ανέτοιμα για έρωτες. Αυτοί που ζουν στον πλανήτη αναισθησία. Το μικρό αγόρι όμως, ο γείτονας μου, δεν είναι έτσι. Αλλά είναι δειλό. Κακή περίπτωση άντρα για γάμο, μου λέει μία φωνή μέσα μου. Η φωνή της μάνας μου. Είναι τραγικό ότι όταν ξαπλώνεις μ έναν άντρα στο κρεβάτι δεν είστε οι δυό σας, είναι και η ενοχή της μάνας σου μαζί σας, η ενοχή που κουβαλάει κι εκείνη από τη δική της μάνα, πόσες γενιές γυναικών ποτισμένες μ αυτή την ενοχή... Τα πράγματα αλλάξανε και τα ήθη χαλαρώσανε, ισχυρίζονται μερικοί... Όχι, οι άντρες αγιοποιούν τις συζύγους τους, δεν τις πηδάνε από σεβασμό, δεν τους ζητάνε καμία σεξουαλική διαστροφή από σεβασμό, γιατί δεν είναι γκόμενες τους, αλλά σύζυγοι τους... Αγία Ελληνική Οικογένεια με τις ενοχές σου, καληνύχτα. Ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.

. Εμένα δόξα τω θεό ο έρωτας μου κατέρριψε τις ενοχές μου.  Με απελευθέρωσε πλήρως. Όμως πάλι μπροστά σε συγκεκριμένους άντρες θα ένιωθα άβολα να γδυθώ. Ισως αυτή να είναι η απόδειξη ότι αυτοί οι άντρες είναι ακατάλληλοι για εμένα: Αρνούμαι να γίνομαι ευάλωττη στα μάτια τους, σωματικά και ψυχικά. Βαθιές σκέψεις, σκέφτομαι. Ανάλυση της ανάλυσης. Κάποτε οι γυναίκες φτάνουμε σε ένα σημείο σεξουαλικής ωρίμανσης, όπου δεν μας καλύπτει να νιώσουμε μόνο ένα αντρικό κορμί να εισβάλλει μέσα μας. Αυτό μας είναι βαρετό, αδιάφορο, σχεδόν κουραστικό και ψυχοφθόρο. Αντιθέτως, αυτό που επιθυμούμε είναι να εισβάλλει μέσα μας ολόκληρος ο άλλος, ολόκληρη η ύπαρξη του, να νιώσουμε το βάρος του κορμιού του, να μας βαραίνει κι εμάς, ολοκληρες. Να μπορείς να κοιμηθείς μαζί του χωρίς να σκέφτεσαι έναν άλλον, χωρίς να σε ενοχλεί στο κρεβάτι, χωρίς να θες να του σπάσεις τα μούτρα. Να θέλεις να πέσει επάνω σου ξανά και ξανά, να σε κατασπαράξει, να σε αγαπήσει, να σε βάλλει από κάτω, να του παραχωρήσεις τα όπλα σου. Ετσι μπαίνω πάντα στον έρωτα: Άοπλη. Πάω ξυπόλυτη στ αγκάθια, λες και δεν έμαθα. Δεν θέλω να μάθω. Μαζέψτε τα καλογυαλισμένα μικροαστική και χλιαρά αισθήματα σας, μαζέψτε την προσοχή σας και κρατήστε τη για τον εαυτό σας.

Σκέφτομαι, ότι κάθομαι και γράφω ένα σωρό ασυναρτησίες, αλλά το κάνω μόνο και μόνο για να μην τρελαθώ. Κάτι ξεχειλίζει μέσα μου. Η γραφή με λυτρώνει. Θέλω να λυτρωθώ από το θυμό και τον πόνο. Θέλω να ρθει μία ημέρα και να είμαι γαλήνια, ήρεμη. Σκέφτομαι ότι το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν είχα αγαπηθεί . Ο Τόμας του Κούντερα είναι ένας επαγγελματίας καρδιοκατακτητής, που δεν παράτησε ποτέ τις ερωμένες του για χάρη της Τερέζας, αλλά τουλάχιστον το σκέφτηκε. Συνέπασχε μαζί της. Ούτε ένας άντρας ποτέ δεν με ένιωσε. Ποτέ κανείς δεν συνέπασχε μαζί μου. Θα ήθελα πολά να τα διαβάσει αυτά κάποιος άντρας, αλήθεια. Αλλά δεν θα τους τα δείξω ποτέ, γιατί θα τρομάξουν και θα φύγουν. Αναρωτιέμαι αν μπορούν να με καταλάβουν. Για τους άντρες, σκέφτομαι, όλα είναι πιο απλά, ακόμα και στον έρωτα. Αυτοί εισβάλλουν, επιτίθενται στο σώμα μας, εμείς τους επιτρέπουμε, τους δεχόμαστε μέσα μας. Και πώς τους ξεχνάμε ; Αυτοί είναι λίγο αμέτοχοι, η ενέργεια τους απλά ξοδεύεται μέσα μας, εμείς την αποθηκεύουμε. Αυτοί τι αποθηκεύουν από εμάς ; Αν όμως οι άντρες είναι τόσο γαϊδούρια, πώς γίνεται οι καλύτεροι συγγραφείς να είναι άντρες ; Ανάμεσα στους άντρες έζησε κι ο Κούντερα, ο καλύτερος σκηνογράφος της ανθρώπινης ψυχής.  Ψ'αχνε, ηλίθια, ψύλους στ άχυρα. Πόσοι Κούντερα υπάρχουν ; Μόνο ένας βγήκε στην ιστορία και αυτός έζησε τόσα χιλιόμετρα μακριά σου... Αλήθεια, το πιστεύεις ότι μέσα σε τόσα δισεκατομμύρια ανθρώπων, μπορείς να βρεις τον άνθρωπο σου ; Πόσες πιθανότητες έχεις ; Διερωτόμαι και απελπίζομαι. Κι εγώ που γύρισα στο χωριό μου, έχω ακόμα λιγότερες πιθανότητες. Αν έβρισκα τον άνθρωπο μου όμως, θα ένιωθα αυτή τη σωτήρια θλίψη ; Είμαι ζωντανή, σκέφτομαι, ακόμα και όταν ματώνω. Ισως να πάσχω από μαζοχισμό ή από ιδιάζουσα καλλιτεχνική προσωπικότητα που είπε και ο Π. Τι να ξέρει άραγες αυτός;  Αυτός είναι ένας Τόμας. Αβάσταχτα ελαφρύς. Αβάσταχτα δυστυχισμένος. Αβάσταχτα μόνος. Αλλος ένας αθώος. Αθώος για την αφέλεια του και ένοχος για την κατάντια του. Ενοχος για την αδυναμία του. Ερωτικό ποινικό αδίκημα: Να εμπνεεις έρωτα, κι ύστερα να μην μπορείς να ανταποδώσεις. Ποινή: Πηδιέσαι με αυτή που σε φτύνει. Σε οικτήρω. Σε συμπονώ. Θέλω ν σ αγκαλιάσω. Δεν μ αφήνεις. Πήγαινε στην τυχάρπαστη γκόμενα σου. Καμία πληγή σου δεν θα κλείσει. Θα ματώνεις ακόμα περισσότερο. Οπως κι εγώ. Μοιάζουμε. Ματώνω, τι δεν καταλαβαίνεις ;  Και ταυτόχρονα έχω ενοχές που ματώνω. Εχω ενοχές για ο,τι κάνω. ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ. στα τσακίδια καταραμμένο μυαλό. Στα τσακίδια εχέφρονη λογική, στα τσακίδια η λογική φωνή της μάνας μου. Στα τσακίδια όλα. Ελα να κυλιστούμε σε μία ακρογιαλιά, γαμώτο, πάνω στα βότσαλα και να ας μας δει όποιος θέλει. ΧΕΣΤΗΚΑ. Μαζί σου και στην κόλαση, μωρό μου. Ελα κοντά μου να τη βρούμε, λαικά, απλά, διόλου συνετά, παθιάρικα και βουκολικά, όπως μόνο εμείς οι δύο ξέρουμε. Κι ασε τα κλάματα, μικρή μου, κι άσε τα νάζια περί δήθεν προφιλ σου. Το προφιλ μου είναι η ζωτικότητα μου. Δεν ήθελα να ζήσω έτσι. Ο κόσμος θα ταν όνειρο αν μ αγαπούσες λίγο... 




.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020

Γιαούρτι με κουφέτα

Με αφορμή ένα προξενιό που έλαβε χώρα ερήμην μου

Είμαι ένα κουτορνίθι που υποφέρει από μετωπικές αγάπες. Ένα κουτορνίθι που πληγώθηκε πολύ, ένα έξυπνο πουλάκι που πιάστηκε από τη μύτη. Ενα πληγωμένο αγρίμι που μόνο του εδώ και χρόνια γλύφει τις πληγές του. Είμαι ένας στρατιώτης του έρωτα, είμαι μία συντηρητική, που δεν δέχομαι να αλλάξω εποχή, που θέλω τα πράγματα να γίνουν όπως τα είδα στο θέατρο, κι όπως τα διάβασα στον μέγιστο σκηνογράφο της ανθρώπινης ψυχής, τον Μίλαν Κούντερα. Είμαι μία αμετανόητη σκύλα, που δεν μπορώ να μασήσω τα λόγια μου, που δεν μπορώ να υπεκφεύγω των παθών μου. Είμαι μία εντελώς ηλίθια γυναίκα, που δεν διαθέτω ίχνος πουτανιάς πάνω μου, αφού δεν μπόρεσα ποτέ με πλάγιους τρόπους να πείσω έναν άντρα να κάνει κάτι. Είμαι ένα κανονικό ζώο, ευάλωτο, που με το πρώτο βλέμμα ενθουσιάζομαι, και ο κάθε κυνηγός, ακόμα και αδέξιος να είναι, μπορεί να με σκοτώσει, να με εξοντώσει μέσα σε τρία λεπτά. Είμαι ένα αρχοντικό λιοντάρι, με ψυχή πρόβατου, και την ευαλωτότητα του σκύλου μου. Είμαι το πιο απαλό υλικό, το πιο εύθραυστο ποτήρι στον πάγκο σας, που μόνο μ ένα μικρό σπρώξιμο, διαλύεται σε χίλια κομμάτια. Είμαι μία ηλίθια γυναίκα, που αφήνω τον κάθε έρωτα μου, να μου τσακίζει τα κόκαλα. Δεν είμαι καπάτσα, και δεν διάλεξα ποτέ την καλή περίπτωση άντρα. Πάντα ερωτεύτηκα υπερφίαλα και εγωιστικά αρσενικά, που καταβάθος όλοι τους ήταν φαλλοκρατικά γουρούνια, που δεν με υπολόγισαν, ως όφειλαν.

Σύμφωνη, εγώ είμαι όλα αυτά, αλλά έχω αυτοσυνείδηση, ξέρω να προστατευτώ κάθε φορά που θέλω, ξέρω να γλείψω τις πληγές μου και να μην περιμένω κανέναν επόμενο τυχάρπαστο μαλάκα να με γιατρέψει. Εγώ για μένα είμαι γιατρός, εγώ θα με γιατρέψω. Γιατρικά απαραίτητα η ποίηση, η λογοτεχνία, οι φίλοι , η θάλασσα και άλλα τόσα, αλλά όχι ένας ακόμα γαμπρός, όχι άλλες ματαιωμένες προσδοκίες.

Εγώ είμαι η χειρότερη όλων των γυναικών, η πιο ευάλωτη, κι η πιο ηλίθια, που όμως δεν με αυτολυπάμαι, γιατί έκανα τις επιλογές μου. ΜΕΓΑΛΩΣΑ. ΑΠΟΦΑΣΙΣΑ. ΔΕΝ ΣΥΜΠΛΕΩ. Δεν βολεύομαι σε φουστάνια που με στενεύουν. Και δεν καταλαβαίνω γιατί η επιλογή μου αυτή δεν είναι σεβαστή. Το δικαίωμα μου στην αυτοεκλογή, στην αυτοκαταστροφή. το δικαίωμα μου στο όνειρο. Αφήστε με να ονειρεύομαι - μη μου γαμάτε το όνειρο, είμαι παιδί ακόμα. Κρατήστε τις εχέφρονες και καλογυαλισμένες συμβουλές σας για τις μελλοντικές σας κόρες, κρατήστε και για τον εαυτό σας τα καλά παιδιά με προίκα. Κρατήστε για τις κόρες σας όλους αυτούς που εγώ θα λυποντρεπόμουν. Κρατήστε για τους εαυτούς σας τις φοβερές γαμήλιες τελετές, με τα πλούσια τραπεζώματα, που τα συμπεθέρια θα είναι αγαπημένα και θα καμαρώνουν τα παιδιά τους. Και τα παιδιά τους, μετά τη νύχτα του γάμου, θα κοιμούνται ξεθεωμένοι μετά από τέτοιο δήθεν γλέντι, όπου παρευρέθηκε ο Δήμαρχος μας, κι όλος αυτός ο ύπνος θα προοικονομήσει την πορεία του έγγαμου βίου.

Καλύτερα να είμαι έτσι: κακοπαθημένη, πληγωμένη, αγρίμι που δεν εξημερώνεται, μοναχικό ζώο στις ρώσικες στέπες. Γυναίκα που πίνει στα καφενεία με τους γέρους, γυναίκα που καπνίζει και πίνει, γυναίκα που συγκινείται με το άρωμα αυτουνού του τυχαίου, και δεν διστάζει του το λέει στα μούτρα. Ναι, πάρε να έχεις. Τουλάχιστον, εγώ φίλες μου καπάτσες, δήθεν ξύπνιες, έζησα. Ξέρω, κυρίες μου, ότι θα σοκαριστείτε, αλλά εγώ ξέρω τι πάει να πει να σε ανατριχιάζει ένας ήχος, να σε ανατριχιάζει μία σκέψη, να σε εξουσιάζει μία απουσία, να μην αντέχεις χωρίς αυτόν και να χτυπιέσαι στο κρεβάτι,κι όταν έρχεται, ανοίγει η πόρτα, και νιώθεις μία ΚΑΛΠΙΚΗ πληρότητα, που όμως είναι πληρότητα και την δεδομένη χρονική στιγμή είναι αλήθεια. Εγώ κυρίες μου ξέρω τι εστί να κλαις από χαρά, που ήρθε να σε βρει. Εγώ ξέρω πως είναι να αγαπάς σαν σκύλος, και να αγαπιέσαι σαν γυναίκα. Ξέρω τι είναι το ευτυχισμένο σώμα, ξέρω τι είναι το ερωτικό γράμμα, τι είναι το ερωτικό μένος, τι είναι η αναίσχυντη και αναιδέστατη ζήλια.

Στα τσακίδια λοιπόν οι καλογυαλισμένοι γαμπροί, που μόνο για χρηματοδότες κάνουν. Στα τσακίδια τα καλά παιδιά της μαμάς. Καλύτερα τα δικά μου αρσενικά, τα φαλλοκρατικά γουρούνια, οι επαγγελματίες καρδιοκατακτητές, οι επαγγελματίες ψεύτες, οι επαγγελματίες μαλάκες. Χίλιες φορές μ ένα μαλάκα, παρά μ έναν φλώρο. Στα τσακίδια όλοι σας, λοιπόν!

Υ.γ Να γαμιέστε πού και πού, κάνει καλό, ξεθολώνεις.

Φωνη θανατηφόρα

ι. 
Του τηλεφώνησα. Ναι, τηλεφώνησα ξανά στον άπιστο, στον αφερέγγυο, σ εκείνον που μας εμπνέει τον έρωτα και ύστερα μου τον παίρνει πίσω. Τηλεφώνησα σ αυτόν που μου δίνει για λίγο το άρωμα του και ύστερα χάνεται, εξαφανίζεται, αλλάζει πρόσωπα και μετατρέπεται πάλι από απαλό εύθραυστο υλικό σε σε σκληρή και τραχιά επιφάνεια. Η φωνή του ήχησε ξανά μετά από πολύ καιρό στ αυτιά μου και ένιωσα πάλι ότι με κάθε λέξη η καρδιά χτυπούσε χτύπους εκατοντάδες. Ζωντανή ξανά, λοιπόν.Ταραγμένη, τρομαγμένη, απογοητευμένη, αλλά έστω: Ζωντανή. Και τη ζωντάνια αυτή δεν θα τη χαραμίσω, δεν θα τη λυπηθώ. Λυποντρέπομαι μόνο όταν τηλεφωνώ σε κάποιον, κι η φωνή του πια δεν με συνταράζει. Ω μα ναι, τούτο είναι το φοβερό. 

Μαζεύεις πάλι απωθημένα, λέει η έξυπνη φίλη, η λελογισμένη γυναίκα, η απαλή και η χάρτινη, η καθωσπρέπει. Συμφωνώ μαζί της, ένα κουβάρι με απωθημένα θέλω, ένα κουβάρι με ανεκπλήρωτους έρωτες στο ασυνείδητο. Εικόνες που δημιουργεί το μυαλό μου μαζί του, και που ουδέποτε λαμβάνουν σάρκα και οστά. Ενα σωρό όνειρα, λέω στη φίλη μου, που θα μείνουν απραγματοποίητα, και πάλι εγώ θα ζω στο ποιητικό μου σύμπαν απομονωμένη από λοιπά - ενδεχομένως- ενδιαφέροντα αρσενικά. " Τι όνειρα ;  Να κάνετε παιδιά και να τα αφήνετε κάθε Κυριακή στη μάνα σου και εσείς να αρχίζετε τα τσίπουρα και τους καυγάδες ; " με ειρωνεύεται η έξυπνη φίλη. " Οχι, ακριβώς, τέτοια όνειρα εγώ ποτέ, βάλε μόνο τους καυγάδες και τα τσίπουρα, αλλά περισσότερο απ όλα τα όνειρα μου είναι σκηνές από το Γράμματα στη Νόρα". Ναι, να ένα χουνέρι που δεν θα το σηκώσει. Αγοράζει το βιβλία, του το πετάς στα μούτρα, μ ένα προκλητικό " Διατίθεται". Ξέρει αυτός, αυτός θα καταλάβαινε, όχι σαν κάτι άλλους, δήθεν απαλούς, δήθεν καλούς συζύγους, δήθεν σοβαρούς ανθρώπους. Κι ύστερα αφού το καταλάβαινε, θα με έπαιρνε να με βρίσει για το θράσος μου και την αδιαντροπιά μου, και ύστερα θα χανόταν ίσως μία για πάντα στην σκόνη του χρόνου. Του χρόνου που μετατρέπει τους μεγάλους έρωτες σε βουβές πνιγμένες καταβαραθρωμένες επιθυμίες, που αργότερα γίνονται νευρώσεις, γίνονται εκείνα τα αναπάντητα ερωτήματα " τι θα γινόταν αν ; " . Αν άνοιγες τα μάτια σου, θα ήσουν πολύ ευτυχισμένος, αλλά εσύ εκεί, στον εγωισμό, στην μόνωση σου, πνιγμένος από το φόβο, γιατί εγώ και μόνο εγώ σε νιώθω, που είμαι από την ίδια πάστα. Μα η δικιά μου η ουσία είναι πιο εύφλεκτη, και πιο φίνα, και λίγο πιο ακριβή, και λίγο που σπάνια.  ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ το προϊόν, κύριε. Εσείς δεν το αγοράζετε, κι αφού είστε κατά του καταναλωτισμού: ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ με κουτί ελεύθερης συνεισφοράς. τι θα προσφέρετε; Λίγη περισσότερη αλήθεια θα θέλαμε, αλλά να την πείτε πρώτα στον εαυτό σας. 

ΙΙ.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς περπατούσα πλάι στη θάλασσα, και καθώς έπινα τον σκέτο, πάντοτε καφέ μου. Ύστερα μία απογοήτευση, που είναι εκείνα τα αρσενικά που σε κάνουν να ξανανιώσεις ζωντανή ; Που σε κάνουν να ξαναβρείς τη γυναικεία σου ουσία, που είναι η τρυφερότητα, η ευγένεια, η ωριμότητα; Πού είναι εκείνη η άπιαστη, η συγκολλητική ουσία, που ενώνει δύο εγκέφαλους και δύο σώματα τόσο ισχυρά ; Γιατί να μη θες να έχει απέναντι σου μία ίση σου, μία να σου αρμόζει, μία να σε θέλει, εσένα και κανέναν άλλον, προσωπική σου δημιουργός; Γιατί να μην θέλεις να είσαι ο αποδέκτης ενός τόσου καθαρού συναισθήματος ; Πές μου, τι άλλο φοβάσαι ; Αντρές σπάνια με εμπνέουν, άνθρωποι επίσης σπάνια με εμπνέουν, εκτός κι ο ήρωας μας έχει κάτι ακραίο στην προσωπικότητα του. Ακραίοι άνθρωποι, άνθρωποι των παθών, άνθρωποι της φωτιάς, της καταστροφής και της δημιουργίας, άνθρωποι ανθρώπινοι, ενίοτε απαλοί, ενίοτε σκληροί και θυμωμένοι. Άνθρωποι ανθρώπινοι κι όχι ημιθανή ζόμπι που περιφέρουν τα σώματα τους σε οικογενειακά τραπεζώματα και συνεστιάσεις φιλανθρωπικών συλλόγων. Όλοι αυτοί που στο διάολο κρύβονται και δεν έρχονται προς τα εδώ ;

Πάθος μηδέν. Στημένες γνωριμίες, social media και sexting, ανάβουν με φωτογραφίες της κάθε βυζιτούς, ή ανάβουν με φωτογραφίες της κάθε ανασφαλούς που βγήκε να μας δείξει τον στητό της κώλο. Αντίστοιχα, κι οι γυναίκες, ανάβουν με άνανδρους άνδρες, με κοιλιακούς, που κάθε πρωί φοράνε κρέμα και αποτριχώνουν τις γάμπες τους, γιατί ξέρεις, είναι ωραίο ο άντρας να μην έχει πλέον τρίχα πάνω του. Καταλύσαμε τον ανδρισμό, έγιναν θηλυπρεπείς. Πού είναι εκείνο το αρσενικό που θα σου πει " Εγώ είμαι εδώ, μη φοβάσαι", και εσύ να μη φοβηθείς, να τον πιστέψεις, γιατί θυμίζει το αρχέτυπο, γιατί εκπέμπει σιγουριά, τεστοστερόνη σε μία σωστή δόση, τόση ώστε να μην είναι ένα φαλλοκρατικό γουρούνι. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι πιο φαλλοκρατικό από την συμπεριφορά των σύγχρονων αντρών, που αγιοποιούν της συζύγους τους και συνευρίσκονται ερωτικά μαζί τους μόνο μία φορά το τρίμηνο, ενώ τους υπόλοιπους μήνες τη βρίσκουν με τη γυναίκα του γείτονα.

Πάθος μηδέν, εποχή της εικόνας, εποχή των εφαρμογών γνωριμιών. Η νέα γενιά έπεσε στη παγίδα να προσπαθήσει να τιθασεύει, να θέσει σε όρια τον ανθρώπινο ερωτισμό. Στα μπαρ άμορφες μάζες, γυναίκες καλοντυμένες, άντρες με τα ωραία πουκάμισα, καμία συνομιλία, καμία σπίθα, κανένα παιχνίδι. Κοιτάει το κινητό της, κοιτάει το κινητό του, χτύπησε σήμα στην εφαρμογή ότι κάποιος είναι κοντά της. Της στέλνει μήνυμα, του απαντάει, γελάνε εξ αποστάσεως, καυλώνουν εξ αποστάσεως και ύστερα η ιστορία τελειώνει στο σπίτι κάποιου από τους δύο, και ύστερα γεια σας, μηδέν επαφή. Όλα στο fast forward. Πού πήγε η μαγεία της συνάντησης ; Πού πήγε η μαγεία του ερωτισμού; η απρόσμενη ατάκα του που θα σε άφηνε άφωνη, το ακόνισμα του μυαλού, η προσπάθεια να δημιουργήσεις μία ερωτική σκηνή ; Όλα αυτά χάθηκαν, ανεπιστρεπτί στο κόσμο των socila μυδίων...

Γι αυτό σας λέω, αφήστε με σε μία άλλη εποχή, καλύτερα εκεί: Καλύτερα με τον μεγάλο Δάσκαλο Κούντερα να αναζητώ κι εγώ την ελαφρότητα του είναι μου, καλύτερα να φαντάζομαι σκηνικά μαζί με αυτόν που σας έλεγα στην αρχή: τον ανθρωπένιο αγαπημένο, που φοβάται, που τρέμει από τον τρόμο ότι βρήκε μία ισάξια του. Μα τι φαλοκρατικό γουρούνι! Πόσο κολασμένα με εξιτάρει ο πόθος για την κατάκτηση της εξουσίας. Εξουσιασέ με, αλλά με την παρουσία σου. Τώρα με εξουσιάζεις με την απουσία σου. Ερημην σου εξουσιάζομαι. δεν το βλέπεις ; 

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Εξομολόγηση.

Ακούω τον ήχο των τακουνιών μου. ΅σοβαρός και στιβαρό το βήμα. Δεν ξέρω αν είμαι εγώ. Μπορεί ίσως να είναι και κάποια άλλη. Δεν ξέρω αν είμαι σίγουρη ή μήπως αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. κανείς άνθρωπος άλλωστε δεν ξέρει. Διηγούμαι ιστορίες ανθρώπων που γνώρισα ή ίσως ανθρώπων που θα ήθελα να έχω γνωρίσει. Κάπου μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας υπάρχω. Αλλά υπάρχω τόσο ζωντανή και τόσο γήινη που ίσως δεν θα το πιστέψετε.

ξεπερνάω τις συμπληγάδες - υποχρεώσεις και αφήνομαι ξανά στην τέχνη, που κάνει μάγια, που βαθιά πολύ βαθιά σε ακουμπάει, και που δεν ξέρεις αν θέλεις ή όχι να της ξεφύγεις. Μάλλον δεν το επιθυμείς. Ηλιόλουστη ημέρα, ηλιόλουστο Σάββατο με λίγες θαμπές στιγμές, που ξεπηδούν ανάμεσα στον ήλιο, και δεν ξέρει πώς στ αλήθεια συνέβη αυτό. Έρημο το καφενείο της πλατείας, ένα μεγάλο καφενείο, που άλλοτε καθόσουν με τον μεγάλο έρωτα σου, άλλοτε καθόσουν με τους φίλους σου και άλλοτε μόνο με τον εαυτό σου, για να βυθιστείς μέσα σου. διαβάζεις μυθιστ6όρημα-κατάθεση ψυχής και σε πιάνουν τα κλάματα και δεν κρύβεσαι.άνθρωποι περνούν από τις ζωές μας και το μόνο που μας διαμορφώνει είναι οι άνθρωποι, κι οι στιγμές που μαζί τους ζήσαμε, όχι απλά  οι στιγμές που υπάρχουμε μαζί τους, μα εκείνες οι στιγμές που μας άγγιξαν τρίσβαθα, εκείνες οι στιγμές που κλάψαμε, γελάσαμε, ριγήσαμε, υποφέραμε. Μόνο αυτό θα μείνει από τη στάχτη του χρόνου. Εκείνη η τέφρα των ανθρωπίνων σχέσεων.

" Μάχαιρα έδωσες και μάχαιρα θα λάβεις"¨... ναι, αλλά συγκρατώ στη μνήμη εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό που έκλαιγα από ευτυχία και που εσύ δεν κατάλαβες τίποτα, μόνο αυτό θα μείνει,. η άπλετη εκείνη ευτυχία, η αμόλυντη ανάγκη για προσαρμογή στις νέες τότε συνθήκες, η ευτυχία της πρωτάρας, το αδοκίμαστο του πρώτου μεγάλου έρωτα, η ποιητικότητα της στιγμής, που δεν επαναλαμβάνεται και που δεν κατακτιέται εκ νέου. Αποτάσσω από τη ζωή μου τη καχυποψία μου, αποτάσσω από της ζωή μου την απογοήτευση, την επιφυλακτικότητα και τη σοφία της ενηλικίωσης, διότι η καρδιά ποτέ δεν ενηλικιώνεται, αλλά παραμένει άχραντη, αμόλυντη. Η καρδιά υπάρχει μέσα στις αυταπάτες μας, μέσα στην καλοπροαίρετη ψευδαίσθηση ότι συνηγορούν όλα υπέρ του συναισθήματος. και τι θα συμβεί με την εχέφρονη λογική μας ; Κανείς στον κόσμο αυτό δεν έζησε με υλικό μονάχα τη λογική, ή έστω επέζησε μονάχα, δηλαδή απλώς επιβίωσε, χωρίς να δοκιμάσει το γλυκό και καυτό χαρμάνι της αμόλευτης ευτυχίας.

Δόξα να χει η πλάση, που αξιώθηκα να ζήσω την υπέρτατη γαλήνη, την πληρότητα, την απόλυτη ευτυχία, σκέφτομαι,. Κι ύστερα είδα το οικοδόμημα να γκρεμίζεται, καταβαραθρώθηκα από τις απουσίες, αλλά ποιος νοιάζεται ; και ποιόν τον κόφτει ; και γιατί να τον κόφτει; αφού ούτε εμένα δεν αγγίζει η κατάληξη. το Ζήτημα είναι κάποτε να ζήσεις, να συνυπάρξεις, ακόμα κι αν στο τέλος υποφέρεις.

Ευτυχία... γλυκό πουλί, γλυκό καναρίνι καλαηδεί, πετάει από τα χέρια μας, σαν απείθαρχη και αναρχική ύπαρξη. η ευτυχία μόνο σ ε ενεστώτα χρόνο υπάρχει.Να ευτυχείς. να χαίρεσαι μόνο και μόνο που κάτι, όποιο κι αν είναι αυτό, σε συγκινεί και σε παθιάζει. Έστω κάποιος. Αχ, αλίμονο κι αν δεν μας πάθιαζε έστω ένας άλλος άνθρωπος, ή έστω μία δουλειά  ή έστω η οποιαδήποτε κατάσταση. Τι θα μας είχε3 συμβεί ; Ρωτάω κι απαντώ η ίδια.... Θα μας είχε συμβεί εκείνο που δεν εύχομαι ούτε στον εχθρό μου: Η Ουδετερότητα και η μετριοπάθεια, ο φόβος, η αναλγησία τους μικροαστισμού.

Ναι, τουλάχιστον σ εκείνον τον άγνωστο, που μονό το όνομα του γνωρίζω, βρήκα κάτι να με αγγίξει. Για ανεξήγητους λόγους. ούτως ή άλλως οι σχέσεις των α;ανθρώπων δεν έχουν εξήγηση, αλλά κινούνται και υποκινούνται μονάχα από ένα ανεξήγητο ένστικτό.  είναι αυτό το καθαρό του βλέμμα, εκείνι το χαμόγελο της καλοσύνης του, εκείνο το ανυπεράσπιστο βλέμμα, εκείνη η συγκατάβαση, η εργατικότητα, μαζί με μία συγκρατημένη μαχητικότητα, αλλά και απογοήτευση. εκείνη η άχραντη φαντασία πώς ο άνθρωπος αυτός χρειάζεται μία ασπίδα, εκείνη η - ίσως ψευδαίσθηση- πως χρειάζεται αυτό το υποτυπώδες θάρρος για να πάει παρακάτω. Κι ίσως από όλα αυτά τίποτα να μην υπαρκτό, ίσως όλα αυτά να είναι δημιούργημα του μυαλού μου. Έστω. Συμβιβάζομαι και με αυτό. Αρκεί η έμπνευση. Αρκεί μόνο η ζωή για να νικήσει το θάνατο. Αρκεί η μαχητικότητα για να νικήσει την ηττοπάθεια. Αρκεί το χαμόγελο για να νικήσει την κακία. Ένα ψήγμα αγάπης αρκεί για να νικηθεί η αδιαφορία. εάν ψήγμα επανάστασης είναι αρκετό για; να νικηθεί ο φόβος.

Κι εγώ δεν φοβάμαι να αντιπαρατεθώ απέναντι στον μικρο αστισμό. Δεν φοβάμαι να αντιπαραθέσω τα πρέπει ενάντια στα θέλω...
" Θα κάνω ό,τι μου αρέσει τελικά..."



Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019

Καμίλια

Αυτό το λευκό φως της λάμπας κατάντάει αρκετά ενοχλητικό, ειδικά τα χειμωνιάτικα βράδια, διότι σου υπενθυμίζει όλα όσα θες να ξεχάσεις: Σε ξυπνάει από το όνειρο σου, από τις αφηρημένες σου σκέψεις, από εκείνες τις μαγευτικές εικόνες που σε ταξιδεύουν, και σε απαναφέρουν σε μία σκληρή πραγματικότητα: τις υποχρεώσεις, τις εργασίες σου, όλα εκείνα τα βλοσιρά και κουραστικά πρέπει απ'π τα οποία ταλανίζεται καθημερινώς. Λευκό φως σημείνει σκληρή δουλειά, άτεγκτοι άνθρωποι, κουραστικό βράδυ, ξενύχτι απάνω σε βιβλία. 

Εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ η Καμίλια βρισκόταν κλεισμένη στο σπίτι της, με αντοιχτό το φως με τη λευκή λάμπα, προσπαθώντας να βάλλει ξανά σε μία τάξη της ζωή της και κυρίως εκείνες τις υποχρεώσεις της. Έπιασε μολύβι και χαρτί και κατάρτισε ένα σωρό λίστες, είδε και κάποιους ανθρώπους με τους οποίους έπρεπε να βρεθεί, ώστε να συνενοηθούν για κάποια θέματα. Ωστόσο, δεν μπόρεσε για πολύ να προσπαθεί να τακτοποιήσει τα ατακτοποίητα. Τακτοποιημένες δουλειές, ακατάστατη ζωή, ακατάστατες, περιστασιακές σχέσεις, κάτι δήθεν φιλοσοφικές συζητήσεις με μπαρόβιους, άδειοι δρόμοι, άδειες καρδιές, αίσθημα ανικανοποίητου. Η ανάμνηση του Ιμμάνουελ κάτι τέτοια βράδια τη κατέκλυζε ολόκληρη, καθώς εκείνος σηματοδοτούσε για εκείνη τη συναισθηματική της ασφάλεια. Εκείνος ήταν ο μοναδικά και σχεδόν παντοτινά διαθέσιμος σύντροφος της στη ζωή, της έδινε κάθε φορά λύσεις στα τυχόν προβλήματα της. Τώρα όμως, τόσο καιρό, μετά τη φυγή της, δεν υπήρχε κανείς πια διατεθειμένος να σπάσει το κεφάλι του για  τα ωραία μάτια της Καμίλια, αλλά αντίθετα υπήρχαν αρκετοί διατεθειμένοι να της δημιουργήσουν νέες φουρτούνες, νέα συναισθηματικά ναυάγια, νέα συναισθηματική χρεωκοπία.

Με κάθε άντρα που γνώριζε ζούσε μία νέα ιστορία,  η οποία κατέληγε σχεδόν πάντα είτε σε χλιαρό και ξεφτισμένο ειδύλλιο είτε σε συναισθηματική ανασφάλεια. Κάθε άντρας της προσέθετε και μία νέα απογοήτευση, μία νέα ματαίωση, την οποία δεν ήξερε αν μπορούσε να τη διαχειριστεί, γι αυτό και αποφάσισε να μείνει μακριά από όλους τους. " Ισως να είμαι πιο ευτυχισμένη μόνη μου", σκεφτόταν. Η πραγματικότητα όμως δεν ήταν αυτή, η Καμίλια στρερούταν τη πολυπόθητη σχέση που είχε πλάσει στο μυαλό της, και εξ αιτίας της οποίας άφησε εκείνο το βράδυ τον σύζυγο της. "Απαρνήθηκα τον άντρα μου για μία ιδέα έρωτα, για μία φενάκη, για μία πολυπόθητη ιδεατή σχέση, η οποία απ΄οτι φαίνεται δεν θα έρθει ποτέ. Και τι κάνω εγώ για να έρθει ; Ξοδεύτηκα τόσο πολύ με τον έναν και με τον άλλον, ώστε πια δεν έχω διόλου ενέργεια...." έγραψε στο ημερολόγιο της εκείνο το βράδυ. Σφαλερές διαπιστώσεις, αδόκιμα συμπεράσματα εκκινούμενα από την αίσθηση της ματαιτότητας, αφού όσο πιο πολύ καρδιά σπαταλάει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερη έχει. Μοναδικός τρόπος να επουλώσει κανείς τις πληγές της καρδιάς του είναι να τις μοιραστεί μ έναν ακόμα άνθρωπο. Ισως η μοναδική ίαση είναι η αγάπη και η δοτικότητα. Ισως πάλι ίαση να μην υπάρχει, κι οι ανθρώποι να συνεχίζουν ει το διηνεκές να υποφέρουν από την έλλειψη.
Δομήσαμε τον κόσμο σε ζευγάρια, και στο όνομα της σχέσης, διαπράττουμε τα χειρότερα εγκλήματα. Σχετιζόμαστε με αυτοσκοπό να συσχετιστούμε, παλλινδρομούμε μέσα σε συμβατικούς γάμους, σε σχέσεις-μαξιλάρια, σε σχέσεις για να καλύψουμε τις ανασφάλειες μας, ενώ ξεχάσαμε πώς συσχετιζόμαι σημαίνει έρχομαι τόσο κοντά με τον άλλον, που πιο κοντά να μη γίνεται. Αυτό ακριβώς αναζητούσε η Καμίλια, αλλά  ήταν τόσο δυσεύρετη η συνένωση αυτή... 

Σκεπτόμενη όλα αυτά μελαγχόλησε,  έκλεισε τη λευκή λάμπα, και άναψε εκείνο το μικρό κίτρινο φως, αυτό το φως της γλυκιάς νύχτας, είναι ακριβώς εκείνο το φως που σκεπάζει τα φθινοπωρινά βράδια τη Πλατεία Αριστοτέλους. Τα κίτρινα φώτα της γλυκιάς μελαγχολίας, εκείνο το ημίφως του ρομαντισμού, που αμβλύνει και στρογγυλεύει τις γωνίες των ανθρώπων, που κάποτε σκοτώνει την λελογισμένη μας πλευρά , που αφαιρεί τη μάσκα της σκληρότητας και που μας συνδέει με τον εσώτερο αδύναμο και ευαίσθητο εαυτό μας. Έσβησε το ραδιόφωνο και έβαλε στο γραμμόφωνο έναν παλιό γαλλικό δίσκο, που τον είχε αγοράσει όταν ήταν φοιτήτρια από κάποιον πωλητή δρόμου. Τότε σκέφτηκε πώς θέλει να ζωγραφίσει. Επιασε τα πινέλα της και άρχισε να αποτυπώνει τις εικόνες που είχε τόσο συγκεχυμένες στο μυαλό της. Ζωγράφισε ανθρώπινες φιγούρες, που έμοιαζαν με οστεώδεις σκίες, σε γκρί χρώμα και στο βάθος μπλε θάλασσα. Είμαστε σκιές, υποτυπώδεις υπάρξεις για το σύμπαν, ένας μικρός κόκκος άμμου, μία μάταιη και πρόσκαιρη ύπαρξη, ενώ ο πλανήτης είναι απέραντος, η θάλασσα ανεξάντλητη. είμαστε περαστικοί από τη γη και κάνουμε όνειρα τόσο αιώνια, επικεντρωμένοι στον εαυτό μας, επικεντρωμένοι στον έρωτα μας. Ζούμε σε μικρόκοσμους, θαρρούμε πως δήθεν είμαστε κάτι το εξαιρετικά διαφορετικό από τον διπλανό μας, αλλά δεν μας διακρίνει τίποτα από αυτόν. Είμαστε όμοιες σκιές, συγχεχυμένα σώματα, στοιβαζόμαστε στις πολυκατοικίες ο ένας πλαί και πάνω στον άλλον στα μικρα σπιρτόκουτα, έχουμε παρόμοιους φόβους, παρόμοιες ανάγκες, κι όμως... είμαστε τόσο ξένοι. 

Η Καμίλια είχε χαθεί μέσα στις σκέψεις της αυτές ζωγραφίζοντας, όταν εκείνος ο νεαρός της χτύπησε του κουδούνι. Ηταν ο νεαρός από το απέναντι μαγαζί, με τον οποίον ζούσαν ένα λλιγοστό και μέτριο πάθος εντελώς ευκαιριακά. Δεν είχε όρεξη σήμερα όμως για μετριότητες και την ενδιέφερε η δική της χαμένη αρτιότητα, την οποία ίσως να έβρισκε μέσα στην τέχνη της.
 -Οχι σήμερα, Μιλτιάδη, του είπε. Μίαν άλλη φορά, σήμερα δεν μπορώ.
- Γιατί δεν μπορείς ; της χαμογέλασε με νόημα 
- Ζωγραφίζω, του απάντησε 
- Θα μ αφήσεις να δω τις ζωγραφιές σου ; τη ρώτησε. Εκείνη δίστασε να απαντήσει, αλλά από την άλλη της φανηκε αγένεια να διώξει έτσι έναν τόσο αθώο και ανυποψίαστο πλάσμα από το σπίτι της. 
- Εντάξει, του είπε, ελα μέσα. 
Ο Μιλτιάδης πλησιάσε με δέος τον ακατανόητα στα μάτια του πίνακα, καθώς ήταν από εκείνα τα παιδιά που δεν αναζητούν μεγάλες ιδέες, ούτε μεγάλα όνειρα, ούτε εμβαθύνουν πολύ στην εσωτερικότητα της ύπαρξης τους. Κοντοστάθηκε και τον κοιτούσε με μάτια γουρλωμένα. 
- Μου αρέσει, της είπε. 
- Και τι βλέπεις ; 
- Βλέπω αέρηδες και θάλασσα γαλήνια. Καλά πώς γίνεται, να χει βορειά και η θάλασσα ούτε ένα κυματάκι τόσοδα ; Ζωγραφίζεις το νησί μας ε ; 
- Ναι, Μιλτιάδη μου, το νησί μας ζωγραφίζω, του είπε και τον πήρε αγκαλιά.

Δεν περίμενε να έχει ο Μιλτιάδης αυτή την πρόσληψη του έργου της. Αντίθετα περίμενε ότι θα έβλεπε μόνο γκρι και μπλε και θα γελούσε περιπαικτικά, λέγοντας της ότι είναι άσχετος, ότι δεν χαμπαριάζει από τέτοια, κι ότι αυτός είναι ένας κοινός καθημερινός άνθρωπος. Της άρεσε η αλληλεπίδραση αυτή μεταξύ του έργου και του Μιλτιάδη και ύστερα σκέφτηκε ότι πρέπει να δράσει όπως οι σκιές στον πίνακα της: Να βαδίσει δίπλα δίπλα και ασφυκτικά κοντά με τον επισκέπτη της. 

Υστερα τα φώτα έσβησαν. Εγινε κρύο. Σκοτάδι βαθύ. Πέρασαν μέρες. Νύχτες. Χειμώνιασε απότομα. Ο Μιλτίαδης μπάρκαρε για τη Σιγκαπούρη. Η Καμίλια συνεχίζει να ζει όμως. Συνεχίζει να δοκιμάζει ματαιώσεις. Συνεχίζει να δοκιμάζει από το μέλι της ηδονής, αχόρταγα, και πάντα με την ελπίδα ότι αυτή θα είναι η τελευταία φόρα.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

εμμανουελ και καμίλια 2.


Αυτή η δόλια ψευδαίσθηση ότι δήθεν κάτι απρόσμενο και εκπληκτικό θα συμβεί στις ζωές μας κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ, μας κρατάει δέσμιους της απραξίας. Ναι, η Καμίλια ζούσε μ αυτή την ψευδαίσθηση. Αθήνα, Κωνσαντινούπολη, Παρίσι, Λος Αντζελες, ένα σωρό μεγάλες πόλεις επισκέφτηκε πάντα μονάχη της με την ελπίδα να συναντήσει μία έκπληξη που θα της άλλαζε τη ζωή. ενδόμυχα πίστευε ότι η έκπληξη αυτή θα ήταν ο έρωτας, εκείνος ο μεγάλος έρωτας που είχε κάποτε διαβάσει στα μυθιστορήματα, και με έναν τρόπο τον αποτύπωνε στους πίνακες της.

Όμως αυτό το φθινοπωρινό βράδυ στο νησί είναι πολύ διαφορετικό. Ο καιρός σιγά σιγά ψύχρανε, αλλά ακόμα μπορείς να καθίσεις έξω. Η χθεσινή βροχή ξέπλυνε τα κρίματα του καλοκαιριού, τις κραιπάλες με δήθεν φίλους, τις ανεύ ορίων οινοποσίες, τις ερωτικές περιπέτειες της, την αφρικανική σκόνη από τα φύλλα των δέντρων. Σωτήριο νερό το βρόχινο απάλυνε την κολλώδη και υγρή ζέστη του Αυγούστου ενώ επανέφερε την Καμίλια κατά κάποιον τρόπο στην πεζή και σκληρή καθημερινότητα της. Αρχίνισε ξανά να βρίσκει τους ρυθμούς της στη ζωγραφική, αγόρασε νέα λάδια και νέους καμβάδες και σκέφτηκε κάποια θέματα με το οποία θα καταπιαστεί τον επερχόμενο χειμώνα, τακτοποίησε το μικρό λευκό κυκλαδίτικο σπιτάκι της, έφτιαξε νέο σπίτι για την γάτα της και φύτεψε στο κήπο τα χειμωνιάτικα λαχανικά της.

Αυτό το συγκεκριμένο βράδυ όμως είναι ένα από εκείνα τα αλλιώτικα και αλλόκοτα βράδια. Βούλιαξε όλη μέρα στον καναπέ διαβάζοντας περιοδικά και αγαπημένα βιβλια, ενώ άκουγε το ράδιο να παίζει μουσική. Ένιωσε την ανάγκη να βγει έξω, ήθελε να νιώσει εκείνη την αίσθηση του απρόσμενου. Εγκαρτερούσε με τόσην προσμονή την έκπληξη. Σκέφτηκε να πάει μία βόλτα μήπως βρει εκείνον τον κατά αρκετά χρόνια μικρότερο της νέο. Συνήθως συχνάζει στο καφενείο της χώρας. Ντύθηκε όμως χωρίς ιδιαίτερη όρεξη, πέρασε από το καφενείο της χώρας, ο νεαρός δεν φάνηκε πουθενά. Η Καμέλια κρύωσε. Απογοητεύτηκε. Δεν συνέβη ούτε απόψε κάτι το απρόσμενο, ουδεμία έκπληξη. Έπειτα σκέφτηκε ότι ακόμα και στο Παρίσι, ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη οι βραδιές που συνέβαιναν εκπλήξεις ήταν μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Υπάρχουν μόνο επαναλήψεις, επαναλαμβανόμενα σκηνικά, επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ανθρώπων. Απογοητεύτηκε προς στιγμήν. Έπειτα όμως αποφάσισε να πιει μία μπύρα μόνη της, συνήθεια που είχε στο Παρίσι, αλλά στο νησί το απέφευγε. Θα το κάνω, είπε από μέσα της, κι ας μην υπάρξει καμία έκπληξη. Αναρωτήθηκε στη συνέχεια για ποιόν λόγο περιμένουμε από τους άλλους ανθρώπους να μας εκπλήξουν. Πήρε τη ζωή στα χέρια της. Εξέπληξε εκείνη τον εαυτό της. Αναθάρρησε.Μάλλον κατάλαβε πως η αιώνια προσμονή της την καθηλώνει στην απραξία.

Καμέλια. Απογοητευμένη. Πληγωμένη γυναίκα. Ετών σαράντα. Ελεύθερη. Ωραία. Ενδιαφέρουσα. Κανείς όμως δεν έχει ενδιαφερθεί για εκείνη πραγματικά. Νοστάλγησε τον Ιμμάνουελ. Τι μπορεί να κάνει ο Εμμάνουελ; Πώς μπορεί να έχει βιώσει την πλέον ώριμη ηλικία του μακριά της... Ενιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά στη σκέψη ότι μπορεί εκείνος να ξαναπαντρεύτηκε κάποια άλλη γυναίκα. Ανεξήγητη ζήλια, παράφορα εγωιστική σκέψη . Δεν τον αγαπούσε πια τον Εμμάνουελ, ναι ήταν σίγουρη, δεν τη συγκινούσε πια αυτός ο σύντροφος. Ομως της έλειπε κάποια βράδια όπως αυτό εκείνη η σιγουριά ότι κυκλοφορεί στο σπίτι ένας άλλος άνθρωπος που μπορεί και να σε νοιάζεται. Ο εμμανουελ ουδέποτε νοιάστηκε πραγματικά για την Καμίλια. Κατά βάθος τη θεωρούσε φαντασιόπληκτη, ανώριμη και ανισόρροπη καλλίτεχνη, οπότε τις πιο πολλές φορές καταβαράθρωνε τους συλλογισμούς της. Σκότωνε την φαντασία της. Σκότωνε τις ονειροπολήσεις της. Ισως αυτή ήταν η ρίζα των διαφωνίων τους.
-"Ελα στην πραγματικότητα, Καμίλια... "
-" Κανείς δεν μπορεί να ζήσει με τόση πραγματικότητα, Εμμανουελ. Μόνη πραγματικότητα είναι ο θάνατος κι εγώ δεν μπορώ να ζήσω μόνο έτσι...."
-" Αρχισες πάλι τα καλλιτεχνικά σου..."
Θυμήθηκε αυτόν τον κλασικό και χιλιοείπωμένο διάλογο μεταξύ τους, χαμογέλασε αμυδρά, αλλά κατά βάθος λυπήθηκε. Κοιμάσαι μ΄έναν άνθρωπο εικοσιπέντε χρόνια, σκέφτηκε, και δεν σε ξέρει, δεν σε καταλαβαίνει, σε παίρνει για ονειροπαρμένη, για μία παράλογη καλλιτέχνη. Από την άλλη βέβαια παραδέχτηκε στον εαυτό της ότι μπορεί να είχε δίκιο ο Εμάνουελ, αλλά το δίκιο του αυτό δεν μπορούσε εκείνη ποτέ να το ενστερνιστεί. Εκεινη είναι ρυάκι, ήθελε να κυλάει, να ρέει, να χάνεται, να μην είναι στάσιμη, να ονειρεύεται μεγάλα όνειρα. Εκείνος ήταν άνθρωπος των αριθμών, των επιχειρήσεων, πρακτικό μυαλό, με λογική ευαισθησία, άνθρωπος δίχως γωνίες, άκαμπτος, απόλυτος, στιβαρός. Δηλαδή ήταν αρσενικός, χωρίς διόλου θυληκή πλευρά μέσα του. Η Καμίλια κάπου είχε διαβάσει ότι ο άντρας για να αγαπήσει στ αλήθεια μία γυναίκα πρέπει να εκθηλυνθεί. Εκείνος δεν της έδειξε ποτέ μία ευάλωτη πλευρά του. Ισως και να μην την αγάπησε.

Η Καμίλια σκέφτεται εγωιστικά. Ήθελε να την αγαπήσουν με τον τρόπο που ήθελε εκείνη να αγαπηθεί. να της εκφράζουν την αγάπη της, με τον τρόπο που αυτή έχει δει στις ταινίες και στα μυθιστορήματα. Ο άντρας της της φαινόταν ανεπαρκής, διότι δεν ήταν ο σούπερ ήρωας του χόλιγουντ αλλά ούτε και ο υπέροχος άντρας των ταινιών του Αλμοδόβαρ. Δεν διάβαζε βιβλία, δεν της έγραφε ποιήματα, δεν της εξέφραζε την αγάπη του, δεν την κατανοούσε. Ομως, την αγαπούσε. Την αγαπούσε πολύ. Για εκείνον ήταν πάντα μία ύπαρξη αψυχολόγητη, σχεδόν ακατάνοητη. Ηταν μία άπιαστη φύση, ήταν μία γυναίκα αίνιγμα, μία γυναίκα που σε εξέπληττε συχνά, έστω και δυσάρεστα, αλλά πάντως σε εξέπληττε με τις διατυπώσεις της, τα έργα της, ακόμα και με το ρυθμό του βαδισμάτός της. Ναι, το βάδισμα της ήταν χαρακτηριστικό. Την έβλεπε να έρχεται από μακριά, με γρήγορο βήμα και κουνώντας τα χέρια της και τους ώμους της λες και λικνίζεται στο χωρό. Ναι, όταν περπατούσε ήταν σαν να χόρευε κάποια ιταλιάνικη καντρίλια. Τα μαλλιά της ακολουθούσαν και συμπλήρωναν το φανταστικό χορό της. Σίγουρα ήταν πολύ εντυπωσιακή γυναίκα η Καμίλια. Εκείνος πάλι είχε μεγαλώσει όχι μόνο στα χρόνια, μα κυρίως στη συμπεριφορά. Το φοβερότερο που συμβαίνει με το χρόνο, δεν είναι τα σημάδια που αφήνει στο κορμί σου, αλλά τα σημάδια που αφήνει στους τρόπους σου και στις σκέψεις σου. Μεγαλώνεις και φοβάσαι περισσότερο, μεγαλώνεις και παραιτείσαι πιο εύκολα, μεγαλώνεις κι νιώθεις πως φτάνεις προς το τέλος κι ότι η μάχη σου δεν θα έχει κάποιο νόημα. Αυτό ένιωθε ο  Εμμανουελ με την Καμίλια. Δεν μπορούσε πράγματι να ανταποκριθεί στην προσδοκίες της. Δεν μπορούσε να διεκδικεί συνεχώς την επί εικοσιπέντε χρόνια σύντροφο του. Βολεύτηκε μέσα στην μοναξιά της σχέσης τους. Την αγαπούσε, αλλά κλείστηκε ακόμα περισσότερο στον εαυτό του, με αποτέλεσμα να την χάσει. Την άφησε να φύγει. Τώρα κάθεται στο σπίτι του στο χωριό. Έχει κρύο. Εκείνος χωμένος στο χοντρά βιβλία δουλεύει. Δεν έχει φίλους. Δεν έχει γυναίκα. Δεν έχει τίποτα. Κανέναν. Μόνο τον εαυτό του και τον σκύλο της Καμίλια, την μικρή Νταίζη. Η Καμίλια τον έχει θυμώσει. Η εξαφάνιση της τον έχει διαλύσει. Ακομα δεν έχει ξεσπάσει.ισως να μην ξεσπάσει και ποτέ. Τέτοιοι τύπο σαν τον Εμμανουελ, ζουν με τα απωθημένα τους, ζουν με την καταπίεση τους, ζουν μέσα στον αυτοπεριορισμό τους.ισως έχουν μεγάλο εγώ και δεν θέλουν να παραδεχτούν τον πόνο τους.