Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

διαλογος...

-Οχι πάλι τα ίδια. οχι πάλι το ίδιο σκηνικό.
- Φοβάσαι;
- ναι, πολύ.
-Γιατί;
-Γιατί ξέρω.
-κάνε ο,τι γουστάρεις ρε.
-μπααα... αστο. δεν είμαι για τέτοια
-
Κόψε, σταμάτα αυτό που πας ν αρχίσεις ρε.
-
Δεν αρχίζω. Μόνο του πάει ν αρχίσει.
- Ε αρχισε το.
-Οχι, αλλά θα το μετανοιώσω λες;
-Ναι.
-Μα είναι το ίδιο σκηνικό.
-Τίποτα δεν είναι το ίδιο.
-ναι μα σε λίγους μήνες θα είναι καλύτερα.
-ναι μα τώρα....
-Βλέπεις κανα νόημα στην αρχή;
-Οχι
-Τότε;
-Ετσι.
-Καλά γιατί; Σου ξαναλέω φοβάσαι;
-Ναι, λεεεμεεε.
-γιατί;;;
-επειδή ξέρω.

-ναι, αλλά θες.
-ναι, αλλά δεν φτάνει αυτό.
-όμως, κι αυτός θέλεις.
-ναι, αλλά δεν φτάνει αυτό.
-φτάνει.
-μα πώς; Κι εκείνος το βλέπει πως δεν γίνεται, όπως κι εγώ.
θα το θάψω πάλι.
-είσαι παράξενη ρε. και σχεδόν άτυχη.
τουλάχιστον θέλει να σε βλέπει να γελάς
-ναι, όπως κι εγώ.

Δεν ξέρω τι να κάνω, αν δεν κάνεις εσύ κάτι. Ομως ούτε συ δεν ξέρεις ακριβώς τι να κάνεις, αν δεν κάνω εγώ κατι. Δηλαδή εσύ κάτι σκέφτεσαι, αλλά δεν το κάνεις, όπως κι εγώ. Ξανά απορώ. Γιατί; γιατί γιατί;;;; ΓΙΑΤΙ;;; γιατί τα ίδια; γιατί πάλι; αρκετά δεν ήταν την πρώτη φορά;

Ομως η ζωή μας έχει ισσοροπίες. Εκεί που πέφτεις μεσ στο βούρκο, κάτι γίνεται κι ανεβαίνεις ξανά στο φως και μετά ξανά στο σκοτάδι και ξανα στο φως...



Υ.Γ. τι έχω πάθει; μα κι αυτός τι έχει πάθει;

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

μια γυμνή μελαγχολία πλανιέται στον χώρο.
Ημέρα Κυριακή ξημέρωσε, σύννεφα, οικογενειακές παρέες,
φίλοι... Πλατεία γεμάτη απο κόσμο.
Μάτια που ψάχνουν τους δικούς τους.
Το φουστάνι μου μαύρο με σχέδια γαλάζια.
Ακόμη και τα φουστάνια έχουν ανάγκη απο λίγο ουρανό, απο λίγη θάλασσα.
Ο ήχος της θάλασσας με ηρεμεί.
Χαμογελάω σκεπτόμενη το δικό του χαμόγελο και τα μάτια
και το τσιγάρο στα χέρια του...
Πώς φαίνονται οι πέτρες μέσα στο νερό.
Χρώματα χίλια.
Βοή φωνές παιδιά τραγούδια...
Κουράστηκα απ τον κόσμο, κι είμαι καλά.
Επιστρέφω μόνη στο σπίτι έτσι να ηρεμήσω.
Βάζω μουσική, επιτέλους η δική μου μουσική...

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

είναι που ονειρευονται πως φεύγουν για ταξίδια...


θάλασσα, μυρίζει θάλασσα αγριέμενη.
γαλάζια σκούρηνε το χρώμα της ξαφνικά
Η φωνή της αγρίεψε.
Τα κύματα γλύφουν τα βράχια με τις λευκές γλώσσες τους.
Ο ήχος της σαν φωνή ενός παρανοικού ερωτευμένου,
σαν γυναίκα αγριέμενη.
Ο ουρανός γκριζάρισε και τα σύννεφα του πήραν χρώματα παράξενα, ερωτικά, μελαγχολικά, χρώματα ονείρου.
Το κρύο είναι τσουχτερό.
Ο αέρας φυσά παντού.
Αδειοι δρόμοι, φύλλα που πέφτουν.
Λες κι άδειασε ξαφνικά ο κόσμος...
Η φύση μεθυσμένη κι αγριεμένη κι οι άνθρωποι δεν την αντέχουν.
Πώς ν αντέξουν την φύση; ούτε τους ανθρώπους αντέχουν οι άνθρωποι, κι ας είναι ομοια τους...

Κάπου στο βάθος τον βλέπει να κάθεται αμέριμνος, χαμένος μέσα στις σκέψεις του, σαν εκείνη...
Καθεται δίπλα του κ δεν μιλάει. δεν μιλάει ούτε εκείνος. καταλαβανόνται.
Γυρίζει και την κοιτάζει.
Τα μαλλιά τους ανω κάτω απ τον άνεμο, σαν την καρδιά τους
Κρυώνει. Συνεχώς κρύωνει εκείνος, μα δεν μιλάει.
Μόνο ένα "Ηρθες; Το ήξερα."
"Μ'αρέσει " λέει..
Βράδυασε.

Το φεγγάρι ναυαγισμένο στα σύννεφα.
Οι δρόμοι άδειοι...
Αρχισε να βρέχει...
Χανονται μέσα στην βροχή...
Ξέρουν, όσο κρατάει μια βροχή, τόσο κρατάει κι η ζωή...

Στην Α λ ς

Να ζήσεις Ειρήνη και Χρόνια πολλά,
μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά,
παντού να σκορπίζεις της νιότης το φως
και όλοι να λένε να μια ΣΟΦΟΣ!!!

Ειρηνάκι, εύχομαι ολόψυχα κάθε ευτυχία!!!
Ευχομαι η ζωή σου να είναι μια όμορφη θάλασσα, γεμάτη συκγκινήσεις, έντονα συναισθήματα και πολύ αγάπη!!! :)

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Εκανα το χάλι μου ιπτάμενο χαλί(;)


Η χαρμολύπη άρχισε να γέρνει προς τη λύπη, καθώς η χαρά της τέλειωσε.

Η χαρμολύπη αρχίζει να μεταλλάσσεται σε χάος.

Εκρυγνειται και κλαίει.

Κυκλοφορεί πάντα ντυμένη στα μάυρα.

Η χαρμολύπη δεν έχει δικαίωμα ούτε τα μάτια της ν ανοίξει να δει το φως.

Η χαρμολύπη δεν ξέρει αν αντέχει άλλο.

Παλεύει... Με τα τέρατα που ξυπνούν μέσα της.

Η χαρμολύπη γέρνει προς τη λύπη.

Και δεν είναι που λύπεις και η λύπη πανηγηρίζει.

Μα να, είναι ένα παράπονο πιο βαθύ και πιο μεγάλο.

Είναι ένα παράπονο που σιγοκαίει μέσα της απο τότε που γνώρισε τον κόσμο τον πεζό.

Είναι που η χαρμολύπη δεν έχει δικαίωμα να ανοιξει να μάτια της και να ξεπεταχτεί στο φως.

Είναι που είναι δέσμια.

Είναι που βλέπει την Αποτυχία να την ειρωνεύεται.

Είναι που βλέπει την Ζωή να μπαίνει σ άλλο τραίνο.

Η χαρμολύπη ήθελε να φύγει και μένει εδώ, γιατί η Λύπη την κάλεσε στο τραπέζι της να καπνισουν μαζί ένα τσιγάρο.

κι η χαρμολύπη εξατμίζεται... σαν τον καπνό... Κι όμως μένει ακόμη μέσα στο υγρό κελί, πανω στο σιδερένιο κρεβάτι....

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

απολογισμός...

Ταράτσα... Φεγγάρι. Σφυριγματα των οχημάτων κάτω απ τα πόδια μας.
Χαμόγελα... Μια φίλη που ήταν παιδί και τώρα την βλέπεις να στέκεται μπροστά σου γυναίκα σωστή.
ΚΟυβέντες για τα παιδικά χρόνια, αυτά που πέρασαν.
Μετά εφηβεία... Θυμάται και μετανοιώνει.
Εγώ πάλι τίποτα δεν θυμάμαι.
Ο χρόνος περνάει.. Μεγάλωσε. Μεγαλωσα.
Μεγάλωσα χωρίς να ζήσω τίποτα.
Δεν έχω δικές μου αναμνήσεις να κρυφτώ.
κοιτάζω πίσω κι όλα είναι τόσο άδεια.
"Δεν φταίω εγώ που μεγαλώνω. Φταίει η ζωή που είναι μικρή"
Καλοκαίρια μελαγχολικά και άδεια.
Χειμώνες ατέλειωτoi μπροστά στο τζάκι.
"Τα ονειρά μου σκουριασμένα ρημάζουνε εδώ κάτω στα ρηχά"
Ακούω... Βλέπω το φεγγάρι.
ταξιδεύω σ αυτά τα παλιά, αυτά που δεν υπήρξαν, που δεν υπάρχουν.
Ενα ξενύχτι... αυτό θέλω...
Ενα καλό ξενύχτι μόνη...

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Πώς γουστάρω κάτι απογευματα με καφέ και τσιγάρο...


Ξαφνικα, χτύπησε το τηλέφωνο μου μέσα στην άθλια ζέστη του καλοκαιρινού απογεύματος.
Ηθελες να πάμε για καφέ και σου είπα να πεταχτείς απ το σπίτι να πιούμε.
Επιασα να φτιάξω γλυκό που ποτέ δεν είχα ξαναφτιάξει.
Το σπίτι όλο μοσχομύριζε.
Τα λουλούδια στεκόταν πανω στο τραπεζι στο κεντητό τραπεζομάντηλο της μαμάς. Είχε πάνω κίτρινα και μπλε σχήματα ,να μου θυμίζουν αυτά που αγάπησα πιο πολύ στη ζωή μου, την θάλασσα και το φως. Ολα αυτά να μου θυμίζουν το νησί.
Το παράθυρο ήταν ανοιχτό και το απογευματινό φως έλουζε το δωμάτιο.
Εβαλα τον καφέ στην καφετιέρα. Αυτή η μυρουδιά του καφέ πλημμύρισε τον αέρα, μαζί με το άρωμα των λουλουδιών και του γλυκού.
ολα ήταν σχεδόν έτοιμα.


Χτύπησες το κουδούνι. Σου άνοιξα. Μύρισες και σ άρεσε όλο το σκηνικό. Τα λουλούδια, τα αρώματα...
Καθίσαμε ήρεμα μπροστά στο παράθυρο στο τραπέζι και κουβεντιάζαμε... και κουβεντιάζαμε μέχρι που μας βρήκε το βράδυ...