Aποφάσεις ζωής... Εκείνο το βράδυ του μηχανογραφικού πόσο είχα αμφιταλαντευτεί.. Ο έρωτας κι η λογική.. Η καρδιά και το μυαλό.. μια αιώνια μάχη σ ένα πεδίο που ο ένας ή ο άλλος υπερισχύει. Κι όμως κάποιες φορές πρέπει να τα συμφιλιώνεις...
Λοιπόν Νομική ή Φιλοσοφική; Αιώνιος ο δεσμός με τα βιβλία..
Ενας δεσμός όπως αυτός που έχουμε με το ζωογόνο νερό.
Φιλοσοφικα, παιδαγωγικά, ιστορικά, μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, σαπουνόπερες, ψυχολογικού ενδιαφέροντος βιβλία.. Ο,τι και να πεφτε στα χέρια μου πάντα δεν έφευγε έτσι, χωρίς να το καταβροχθίσω. Πάντα άνοιγα μια αγκαλιά για το Βιβλίο. Μια αγκαλιά τεράστια, ιερή σχεδόν. Κάθε Βιβλίο και ένας άλλος διαφορετικός Ερωτας. Η ποιήση με συνεπήρε τα τελευταία δυο μου χρόνια. Διψούσα γι αυτήν, σαν το χώμα που ζητά την βροχή το φθινόπωρο. Ηθελα κι εγώ να υψωθώ, να ερμηνευσώ τον άνθρωπο και ν την ψυχή μου κι ίσως να την γιατρέψω.. Ιατρείο ποιήσεως παραφράζοντας την εκπομπή του Δευτερου " ιατρείο ασμάτων" . Οσο έχω ερωτευτεί την Ποιηση δεν ερωτεύτηκα κανέναν..
Κι υστερά πόσο θα επιθυμούσα να την σπουδάσω.. Φιλοσοφικη... Πόσες φορές μπήκα στην ιστοσελίδα του Καποδιστριακού; Τα μαθήματα με ανατριχιαζαν κυριολεκτικά.. Μόνο και μόνο οι τίτλοι τους με παίρναν απ το χέρι και μ οδηγούσαν σε τόπους ηλιόλουστους μα και φθινοπωρινούς.
Απο τα 12 μου έλεγα " θα σπουδάσω στην φιλοσοφική".
Μια επιθυμία βαθιά χαραγμένη κάτω απ το πετσί μου, μες στην ψυχή μου και πιο κάτω απ αυτή.
Μετά ήρθε η Νομική. Ο θείος πορωμένος με την σπουδή του Νόμου με επηρέζε. Κι έτσι τ ονειρο της φιλοσοφικής πήγε περίπατο. Η Νομική ήταν τ ανέφικτο για μένα, το θεοποιημένο, το πιο υψηλό. Μόνο και μόνο γι αυτό έπρεπε να την πετύχω. Γιατί φίλοι μου, την αποτυχία δεν την σηκώνει η πλάτη μου εύκολα. Ζορίζεται(ζορίστηκε ήδη πολύ). Μια σχολή που σ ανοίγει πόρτες στον κόσμο, οξύνει την σκέψη, την υψώνει, σου προσφέρει πολλές δυνατότητες.Κι εδώ είναι η λογική.
Επειτα, δεν τα χα και της τιμής μου να πάω πιο κάτω. Πρέπει να υψωνόμαστε όσο πιο ψηλά αντέχουμε. Και να σου πω κάτι; Εγώ άντεχα.. κι αφού άντεχα, καλώς διάλεξα. Μετά, είναι κάτι που μ αρέσει..
Πνεύμα ελεύθερο, παράξενο κι αναρχορχοαυτόνομο,(sollicitus animus) δεν ξέρω αν θ αντεχα να λέω στα παιδιά όσα άκουγα εγώ. Γιατί ξέρεις, όταν ερωτεύεσαι την Ποιηση σε λογάριθμο δεν την βάζεις κι εύκολα. Μάχες ατέλειωτες με τον εαυτό μου θα γινόταν κι όλο αυτό θα περνούσε στα παιδιά.. κι ίσως να τους επηρέαζα αρνητικά. Πώς εγώ θα συμβιβαζόμουν με το μοντέλο ανθρώπου-μηχανής που θα μου ζητούσαν αυτοί(ποιοί αυτοί; οι κυβερνήσεις, κοινό μυστικό) να διαμορφώσω; Κι όλο αυτό που χω μέσα μου πώς θα το διoχέτευα μέσα απ το καθηγητηλίκι;
Κι η δική μου η φιλοδοξία πως θα ικανοποιούνταν; Και θα περίμενα έναν ΑΣΕΠ να με διορίσει; Γιατί;
Κι έτσι λοιπόν ο έρωτας κι η λογική συμβιβαστηκαν και βρήκαμε όλοι την χρυσή τομή.
ΣΟφά έχω διαλέξει νομίζω. ΝΟΜΙΖΩ λέω. Ο χρόνος, Ο θΕός χρόνος θα ξεδιαλύνει τα πράγματα κι όλα θα κυλήσουν ορθόδοξα για ανορθόδοξα. Εξαλλου, η ζωή είναι ένα ρίσκο, ένα ταξίδι στ' αγνωστο. Κι εγώ τ αγνωστο το λατρεύω.
Υ.Γ. Διονύση(επετρεψε μου τον ενικό), αν διαβάσεις ποτέ, να ξέρεις πως αν γινόμουν ποτέ καθηγήτρια θα σουν το προτυπο μου.. Κι όταν όλοι κατακρίνουν τους καθηγητές των σχολείων(και δικαίως κάποιες φορές, γιατί απλά είναι άψυχοι και προσιδεάζουν στους καβαφικούς δημοσίους υπαλλήλους) εμένα το μυαλό μου πάει αμέσως σ εσένα. Μια όμορφη εξαίρεση μέσα σ ένα σύστημα που καταρρέει αβοηθήτο. Και ξέρεις, αυτές οι εξαιρέσεις, όπως εσύ, είναι αυτές που αλλάζουν τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος αλλάζει στα σχολειά, όσο κι αν αυτοί τα εξευτίλισαν, γιατί τους βολεύει. Συνέχισε έτσι. Θέλω να σου πω ένα μεγάλο Ευχαριστώ και για τις αναρτήσεις που με βοηθούσαν, μα και γιατί μου θύμιζες πως ανάμεσα στα συντρίμια ανθίζει πάντα ένα λουλουδάκι! Να σαι πάντα καλά! Για άλλη μια φορά, καλή σχολική χρονιά! (Περιτό να σου πω πως σε σύστησα και σε ένα ακόμη φετινό "τριτάκι" )
Κι είμαι σίγουρη πως θα πάρεις πάλι απ το χέρι τους φετινούς σου μαθητές και θα τους βγάλεις στην χώρα που όλα τα ηλιοβασιλέματα είναι πολύχρωμα, θα τους οδηγήσεις σ εκείνον τον τόπο που η Τέχνη συναντά την Ψυχή κι έτσι δεμένες κόμπο συμπορεύονται μέσα στον Κόσμο, στον κόσμο που κοσμεί, κι όχι σ αυτόν τον κόσμο που νοσεί και πεθαίνει κάθε μέρα αργά και βασανιστικά. Σ εκείνον τον κόσμο που οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι, με ψυχή και καρδιά αδούλωτη.. Ξέρεις, εσύ να του δείξεις κι άλλο κόσμο, Ανθρώπινο και πάνω απ όλα ευαίσθητο, μυστικό μα και πασίγνωστο.. γιατί για μένα μια λειτουργία της Τέχνης είναι να άρει την ψυχή μας στους Ουρανούς της λευτεριάς...
Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010
Have you noticed? Του Lolek!
Lord Have you noticed that I try?
Mom Have you noticed that I try?
Or maybe love have you noticed that, noticed that I try?
Lord can you please give me some time?
Mom can you please give me some time?
Or maybe love can you please give me,please give me some time?
Can anybody give me some more time?
Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010
Κομοτηνή- Αθήνα( "αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που χάνεις )
Ανοίγω έναν υπολογιστή κι έχω την ψευδαίσθηση πως όλος ο κόσμος είναι στα πόδια μου. ΕΝα κουμπί και μπορείς να λύσεις κάθε απορία. Ευκολα διαβάζεις τις ειδήσεις, διαβάζεις σχόλια, μαθαίνεις νέους καλλιτέχνες, νέους ποιητές, βλέπεις τα καλλιτεχνικά προγράμματα.
Ναι, γι αυτό το τελευταίο ήθελα να μιλήσω.
Κοιτάζω τα πάντα να συμβαίνουν στην Αθήνα.
Θυμάμαι οτι απ τα 15 μου, όταν άρχισα δηλαδή να ψάχνω περισσότερα πράγματα για την τέχνη, όταν ανακάλυπτα ποιητές, μουσικούς κλπ, ονειρευόμουν πως θα ζούσα ως φοιτήτρια στην Αθήνα ξοδεύοντας τον χρόνο μου μέσα στα βιβλιοπωλία, στις συναυλίες, στα δισκοπωλεία, στα θέατρα(τα μεγάλα σχολειά όπως τα λέω), στις διάφορες εκθέσεις.. Ηλπιζα να κυνηγήσω κι εκείνο το παιδικό όνειρο της δημοσιογραφίας... Ναι μάλιστα.
Είχα σχεδόν σκηνοθετήσει την φοιτητική μου ζωή με φόντο την Ακρόπολη, τον Μοναστηράκι με τα παράξενα ρούχα και τα παλιτζίδικα, του ζητιάνους, τους ανθρώπους που απρόσωποι τρέχουν με μάτια αδιάφορα, τα αδέσποτα σκυλιά στους δρόμους, την φασαρία. Είχα σκηνοθετήσει την φοιτητική ζωή κάπου εκεί στο Θησείο παρέα με μερικούς γνωστούς που σπουδάζουν στην Πρωτεύουσα..Μ είχα φανταστεί να κυκλοφορώ ξένη μέσα στους ξένους και κανείς να μην με χαιρετά ούτε κι εγώ κανέναν και να μένω μόνο να παρατηρώ τους ανθρώπους - αριθμούς να τρέχουν.
Κι όμως όταν κάνουμε σχέδια, ο "Θεός" γελάει.
Μετά όλοι, φίλοι γνωστοί, άγνωστοι, περαστικοί, θέλησαν να με πείσουν πως η Κομοτηνή θα είναι το ιδανικό για μένα. Μα ΜΑΤΑΙΑ!
Βρηκα μια πόλη ζεστή, ήσυχη, γεμάτη με νέους, γεμάτη μυρωδιές, γεμάτη ανθρώπους πολυλογάδες.
Μια πόλη γεμάτη μουσουλμάνους, Ρομά με τους ντόπιους να υπολειπονται κουλτούρας... Μια πόλη χωρίς θάλασσα.
Οπως και να χει ένας τόπος διαφορετικός, ένας τόπος ξεχασμένος, με τους μιναρέδες, τις μαντίλες και σαφώς τις αρβύλες των στρατιωτικών και τις μπλε στολες των μπάτσων.
Μια πόλη με τεράστια αγορά, μια πόλη με ωραίες εκκλησίες και με κλειστόμυαλους ανθρώπους, επαρχιώτες με την στενή έννοια του όρου..
Βρέθηκα άξαφνα σε μια πόλη που δεν μπορούσες να δεις ηλιοβασίλεμα, γιατί η θάλασσα δεν υπάρχει για να δει τον ήλιο να βυθίζεται..
Συνάντησα μια πόλη περιτριγυρισμένη απ την Ροδόπη, συννεφιασμένη πόλη, σχεδόν μελαγχολική, με μεγάλες πολυκατοικίες,λιγοστά φώτα και υγρούς δρόμους.Ο αέρας της Ροδόπης σε διαπερνούσε και κρύωνες,ένώ τα δέντρα έφερναν μια ευχάριστη ψύχρα..
Επειτα, πήγα στην σχολή. Δέος με πλημμύρισε, καθώς μόνο τότε κατάλαβα πόσα είχα πετύχει. Πέρασα απ την τεράστια αυλή, κοιταξα τα κομματικά συνθήματα στους τοίχους( το πιο όμορφο η ΠΚΣ "αυτοί που μας παίρνουν το βιβλίο μας κατηγορούν πως μείναμε αγράμματοι ή κάτι τέτοιο του Μπρέχτ) . Μετά ανέβηκα τα σκαλιά, νιώθωντας τόση μικρή μα και τόσο τεράστια παράλληλα.Να, σαν να πατάς στα πόδια σου και ταυτόχρονα να σαι μερέωρη. Το άγνωστο εισέβαλλε σε κάθε μου κύτταρο και άρχισε να με συνεπαίρνει. Ημουν εγώ! Εγώ στην Νομική; Ναι ΕΓΩ στην ΝΟΜΙΚΗ! Είχα πατήσει στην σχολή-φάντασμα. Πάντα έτσι την έβλεπα. Το μακρινό όνειρο, ο θησαυρός, το Υψηλό, το Απιαστο,το Μεγαλύτερο. Ετσι το ένιωθα και τώρα; Τώρα ήμουν μέσα
! Αναψα ένα τσιγάρο εκεί κοντά στα κομματικά τραπεζάκια. με πιάσαν τα κοράκια τν κομμάτων. Ευγενείς, ωραίοι και μπλαμπλάδες και πρόθυμοι. Μόνο που εγώ ξέρω τα παταμύθια τους.
Ναι, Είμαι στην ΝΟμική.
Μετά σκέφτηκα πως θα μπορούσα και καλύτερα. Η ΑΘήνα, το άπιαστο, το ακατόρθωτο για πολλούς και για μένα. Απέτυχα, σκέφτηκα, σκέφτομαι ακόμη. Η σκέψη να ξαναδώσω πολύ έντονη, μα η μάνα μου θυμώνει νευρικά.
Και τα ονειρά μου για την Αθήνα; Η χαμένη μου περηφάνια...
Μα τι τα θες; Αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που χάνεις.. σαν έτοιμος απο καιρό, σαν θαρραλέος ( κι άλλη φορά να πιστεύεις στον εαυτό σου, τώρα τράβα τα! )
Ναι, γι αυτό το τελευταίο ήθελα να μιλήσω.
Κοιτάζω τα πάντα να συμβαίνουν στην Αθήνα.
Θυμάμαι οτι απ τα 15 μου, όταν άρχισα δηλαδή να ψάχνω περισσότερα πράγματα για την τέχνη, όταν ανακάλυπτα ποιητές, μουσικούς κλπ, ονειρευόμουν πως θα ζούσα ως φοιτήτρια στην Αθήνα ξοδεύοντας τον χρόνο μου μέσα στα βιβλιοπωλία, στις συναυλίες, στα δισκοπωλεία, στα θέατρα(τα μεγάλα σχολειά όπως τα λέω), στις διάφορες εκθέσεις.. Ηλπιζα να κυνηγήσω κι εκείνο το παιδικό όνειρο της δημοσιογραφίας... Ναι μάλιστα.
Είχα σχεδόν σκηνοθετήσει την φοιτητική μου ζωή με φόντο την Ακρόπολη, τον Μοναστηράκι με τα παράξενα ρούχα και τα παλιτζίδικα, του ζητιάνους, τους ανθρώπους που απρόσωποι τρέχουν με μάτια αδιάφορα, τα αδέσποτα σκυλιά στους δρόμους, την φασαρία. Είχα σκηνοθετήσει την φοιτητική ζωή κάπου εκεί στο Θησείο παρέα με μερικούς γνωστούς που σπουδάζουν στην Πρωτεύουσα..Μ είχα φανταστεί να κυκλοφορώ ξένη μέσα στους ξένους και κανείς να μην με χαιρετά ούτε κι εγώ κανέναν και να μένω μόνο να παρατηρώ τους ανθρώπους - αριθμούς να τρέχουν.
Κι όμως όταν κάνουμε σχέδια, ο "Θεός" γελάει.
Μετά όλοι, φίλοι γνωστοί, άγνωστοι, περαστικοί, θέλησαν να με πείσουν πως η Κομοτηνή θα είναι το ιδανικό για μένα. Μα ΜΑΤΑΙΑ!
Βρηκα μια πόλη ζεστή, ήσυχη, γεμάτη με νέους, γεμάτη μυρωδιές, γεμάτη ανθρώπους πολυλογάδες.
Μια πόλη γεμάτη μουσουλμάνους, Ρομά με τους ντόπιους να υπολειπονται κουλτούρας... Μια πόλη χωρίς θάλασσα.
Οπως και να χει ένας τόπος διαφορετικός, ένας τόπος ξεχασμένος, με τους μιναρέδες, τις μαντίλες και σαφώς τις αρβύλες των στρατιωτικών και τις μπλε στολες των μπάτσων.
Μια πόλη με τεράστια αγορά, μια πόλη με ωραίες εκκλησίες και με κλειστόμυαλους ανθρώπους, επαρχιώτες με την στενή έννοια του όρου..
Βρέθηκα άξαφνα σε μια πόλη που δεν μπορούσες να δεις ηλιοβασίλεμα, γιατί η θάλασσα δεν υπάρχει για να δει τον ήλιο να βυθίζεται..
Συνάντησα μια πόλη περιτριγυρισμένη απ την Ροδόπη, συννεφιασμένη πόλη, σχεδόν μελαγχολική, με μεγάλες πολυκατοικίες,λιγοστά φώτα και υγρούς δρόμους.Ο αέρας της Ροδόπης σε διαπερνούσε και κρύωνες,ένώ τα δέντρα έφερναν μια ευχάριστη ψύχρα..
Επειτα, πήγα στην σχολή. Δέος με πλημμύρισε, καθώς μόνο τότε κατάλαβα πόσα είχα πετύχει. Πέρασα απ την τεράστια αυλή, κοιταξα τα κομματικά συνθήματα στους τοίχους( το πιο όμορφο η ΠΚΣ "αυτοί που μας παίρνουν το βιβλίο μας κατηγορούν πως μείναμε αγράμματοι ή κάτι τέτοιο του Μπρέχτ) . Μετά ανέβηκα τα σκαλιά, νιώθωντας τόση μικρή μα και τόσο τεράστια παράλληλα.Να, σαν να πατάς στα πόδια σου και ταυτόχρονα να σαι μερέωρη. Το άγνωστο εισέβαλλε σε κάθε μου κύτταρο και άρχισε να με συνεπαίρνει. Ημουν εγώ! Εγώ στην Νομική; Ναι ΕΓΩ στην ΝΟΜΙΚΗ! Είχα πατήσει στην σχολή-φάντασμα. Πάντα έτσι την έβλεπα. Το μακρινό όνειρο, ο θησαυρός, το Υψηλό, το Απιαστο,το Μεγαλύτερο. Ετσι το ένιωθα και τώρα; Τώρα ήμουν μέσα
! Αναψα ένα τσιγάρο εκεί κοντά στα κομματικά τραπεζάκια. με πιάσαν τα κοράκια τν κομμάτων. Ευγενείς, ωραίοι και μπλαμπλάδες και πρόθυμοι. Μόνο που εγώ ξέρω τα παταμύθια τους.
Ναι, Είμαι στην ΝΟμική.
Μετά σκέφτηκα πως θα μπορούσα και καλύτερα. Η ΑΘήνα, το άπιαστο, το ακατόρθωτο για πολλούς και για μένα. Απέτυχα, σκέφτηκα, σκέφτομαι ακόμη. Η σκέψη να ξαναδώσω πολύ έντονη, μα η μάνα μου θυμώνει νευρικά.
Και τα ονειρά μου για την Αθήνα; Η χαμένη μου περηφάνια...
Μα τι τα θες; Αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που χάνεις.. σαν έτοιμος απο καιρό, σαν θαρραλέος ( κι άλλη φορά να πιστεύεις στον εαυτό σου, τώρα τράβα τα! )
Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010
Μα πού πήγες;
Σεπτέμβρης.
πρώτη Σεπτέμβρη-δέκα Σεμπτέμβρη.
Ο καιρός περνά αργά, βασανιστικά ή τόσο γρήγορα.
Εχω χάσει την αίσθηση του χρόνου πια.
Δεν ένιωσα φθινόπωρο ακόμη.
Βόλτα στην βροχή μοναχική με τηλέφωνο κλειστό και ρολά κατεβασμένα.
Αναμνήσεις, εικόνες γκρι, επαναστάσεις μάταιες.
2
Μου έλειψες. Μα πού πήγες;
Αλλάζεις ή μάλλον αλλάζεις;
Δεν έχω ιδέα.
Τα κυτταρα μου σαν νεκρωμένα.
Αλλάζω; Πέφτω πάλι στην ίδια παγίδα.
Οχι, δε θα τ αφήσω.
Μου λειψες. Μα που πήγες;
πρώτη Σεπτέμβρη-δέκα Σεμπτέμβρη.
Ο καιρός περνά αργά, βασανιστικά ή τόσο γρήγορα.
Εχω χάσει την αίσθηση του χρόνου πια.
Δεν ένιωσα φθινόπωρο ακόμη.
Βόλτα στην βροχή μοναχική με τηλέφωνο κλειστό και ρολά κατεβασμένα.
Αναμνήσεις, εικόνες γκρι, επαναστάσεις μάταιες.
2
Μου έλειψες. Μα πού πήγες;
Αλλάζεις ή μάλλον αλλάζεις;
Δεν έχω ιδέα.
Τα κυτταρα μου σαν νεκρωμένα.
Αλλάζω; Πέφτω πάλι στην ίδια παγίδα.
Οχι, δε θα τ αφήσω.
Μου λειψες. Μα που πήγες;
ΜΑΝΟΣ ΞΥΔΟΥΣ - Η βροχή (Σύννεφα με παντελόνια)
Οταν αρχίζει η βροχή σε σκέφτομαι,
όταν αρχίζει η βροχή θυμάμαι...
όταν αρχίζει η βροχή..
είναι οι άνθρωποι που χάνονται
στα μεγάλα πανηγύρια..
( εν μεσω λογισμών και παραλογισμών άρχισε η βροχή... -Δημουλά.. )
Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010
ηλεκτρικος κοσμος..
Μέσα απο ηλεκτρικά καλώδια περνάει η μοναξιά,
μιας κι οι άνθρωποι φοβούνται πια να σε κοιτάξουν στα μάτια.
μα τι έπαθαν οι άνθρωποι κι έπαψαν να αφουγκράζονται της ψυχής τον παλμό;
Κι εκείνη η αθωότητα;
Ποιός να την έκλεψε;
Λευκά κρίνα δεν υπάρχουν πια..
(μα να μια φορά που δα τα μάτια σας, είδα μέσα τους δυο εικοσάχρονα παιδιά και μένανε παιδιά.. Παιδιά μ΄ακους; Η αθωότητα, η ομορφιά, η καλοσύνη κι η ζεστασιά σ ένα βλέμμα... )
Μέσα απο καλώδια περνάει η μοναξιά, μπροστά σε μαύρα κουτιά οι άνθρωποι παρηγοριούνται μέσα απο άλλους ανθρώπους, σ άλλη γωνιά της γης..
Να απο που περνάει η μοναξιά..
γιατί και τον διπλανό σου σε μάθανε να τον φοβάσαι..
κι ίσως να πρέπει..
μα πώς ν αλλάξεις λοιπόν;
ΑΠο παιδί σε μεγάλωσαν στον φόβο,
απο παιδί μέσα σ ένα διαμέρισμα,
μεγαλωμένος μέσα σε μεγαλουπόλεις πολύβουες και συνάμα νεκρές, περιτριγυρισμένος απο ανθρώπους με μάτια άψυχα και θολά..
Μα ποιός να έκλεψε την φωτιά..;
Α, μόνο να σ αγγαλιάσω θέλω, όπως η μάνα σου όταν ήσουν παιδί.
Ελα κι εσύ, έχω ανοίξει τα χέρια μου, έχω ξεκλειδώσει την ψυχή μου.. Ελα...
μιας κι οι άνθρωποι φοβούνται πια να σε κοιτάξουν στα μάτια.
μα τι έπαθαν οι άνθρωποι κι έπαψαν να αφουγκράζονται της ψυχής τον παλμό;
Κι εκείνη η αθωότητα;
Ποιός να την έκλεψε;
Λευκά κρίνα δεν υπάρχουν πια..
(μα να μια φορά που δα τα μάτια σας, είδα μέσα τους δυο εικοσάχρονα παιδιά και μένανε παιδιά.. Παιδιά μ΄ακους; Η αθωότητα, η ομορφιά, η καλοσύνη κι η ζεστασιά σ ένα βλέμμα... )
Μέσα απο καλώδια περνάει η μοναξιά, μπροστά σε μαύρα κουτιά οι άνθρωποι παρηγοριούνται μέσα απο άλλους ανθρώπους, σ άλλη γωνιά της γης..
Να απο που περνάει η μοναξιά..
γιατί και τον διπλανό σου σε μάθανε να τον φοβάσαι..
κι ίσως να πρέπει..
μα πώς ν αλλάξεις λοιπόν;
ΑΠο παιδί σε μεγάλωσαν στον φόβο,
απο παιδί μέσα σ ένα διαμέρισμα,
μεγαλωμένος μέσα σε μεγαλουπόλεις πολύβουες και συνάμα νεκρές, περιτριγυρισμένος απο ανθρώπους με μάτια άψυχα και θολά..
Μα ποιός να έκλεψε την φωτιά..;
Α, μόνο να σ αγγαλιάσω θέλω, όπως η μάνα σου όταν ήσουν παιδί.
Ελα κι εσύ, έχω ανοίξει τα χέρια μου, έχω ξεκλειδώσει την ψυχή μου.. Ελα...
Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010
Μοναξιά μέσα στο πλήθος..
Ετούτο το καλοκαίρι οι φίλοι μου ερωτευονταν δίπλα μου
κι εγώ έψαχνα απεγνωσμένα τον χαμένο μου εαυτό...
Υπήρξα και γω ένας εραστής του έρωτα,
ένας εραστής της Ζωής..
μα μάταια τελικώς,
γιατί κι ο έρωτας που ερωτευτηκα δεν μ έφτασε τελικά..
Τέλειωσαν τα ασπρόμαυρα παιχνίδια,
ένα φιλί φτηνό το καλοκαίρι αυτό
και λόγια ποτισμένα με ούζο, που δεν άντεξαν..
Ενα φιλί φτηνό μια μέρα του Ιούλη,
ενώ οι φίλοι μου ερωτεύονταν δίπλα μου...
Μοναξιά μέσα σ όλα τα υπαρκτά και μέσα σ όλα τ ανύπαρκατα...
Δεν μπήκα σ άλλη διάσταση...
μόνο φτηνά φιλιά και χάδια ένα βράδυ του Ιουλίου,
καθώς οι Αλλοι, οι παράξενοι Αλλοι, ερωτεύονταν δίπλα μου..
Ενα φθινόπωρο ατέλειωτο, μοναχικό, κιτρινα χαρτια, κίτρινα φύλα, σκονισμένες αναμνήσεις...
Μοναξιά κι απο ταξίδια.. τίποτα.. κι εμένα μ άρεσε η θάλασσα...
κι εγώ έψαχνα απεγνωσμένα τον χαμένο μου εαυτό...
Υπήρξα και γω ένας εραστής του έρωτα,
ένας εραστής της Ζωής..
μα μάταια τελικώς,
γιατί κι ο έρωτας που ερωτευτηκα δεν μ έφτασε τελικά..
Τέλειωσαν τα ασπρόμαυρα παιχνίδια,
ένα φιλί φτηνό το καλοκαίρι αυτό
και λόγια ποτισμένα με ούζο, που δεν άντεξαν..
Ενα φιλί φτηνό μια μέρα του Ιούλη,
ενώ οι φίλοι μου ερωτεύονταν δίπλα μου...
Μοναξιά μέσα σ όλα τα υπαρκτά και μέσα σ όλα τ ανύπαρκατα...
Δεν μπήκα σ άλλη διάσταση...
μόνο φτηνά φιλιά και χάδια ένα βράδυ του Ιουλίου,
καθώς οι Αλλοι, οι παράξενοι Αλλοι, ερωτεύονταν δίπλα μου..
Ενα φθινόπωρο ατέλειωτο, μοναχικό, κιτρινα χαρτια, κίτρινα φύλα, σκονισμένες αναμνήσεις...
Μοναξιά κι απο ταξίδια.. τίποτα.. κι εμένα μ άρεσε η θάλασσα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)