Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Τούτος ο τόπος περίκλειστος απο παντού, τριγυρισμένος από το Αιγαίο και τα ψηλά βουνά.
Τόπος ευλογημένος, με τις ελιές, τα αμπέλια, τα εύφορα εδάφη του.Σπόρος πέφτει, δέντρο γεννιέται αμέσως, με τα ψέματα που λένε κι εδώ.
Νησί όμορφο, σχετικά μεγάλο, αρκετά αραιοκατοικημένο. Ψηλά βουνά, πλούσια και σπάνια βλάστηση. ΟΙ ακρογιαλιές του μοιάζουν με δαντέλες, κάπου κάπου είναι βραχώδεις, αλλού βουλιάζεις στην άμμο. Ίσως να ήταν μία υπερβολή, αλλά όλη η φυσική ομορφιά της Ελλάδας συμπυκνώνεται στο νησί .
Και πάνω που νιώθεις καλά που επιτέλους επέστρεψες, που έξω ο ήλιος ΄λάμπει, θα έρθει πάλι κάτι να σε θυμώσει, να σε βγάλει πάλι από τα ρούχα σου. Ελληνική επαρχία της υποκρισίας, πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια πάνω απ' όλα. Μόνο που κι οι τρεις θεσμοί στην σύγχρονη εποχή δεν υπάρχουν στην μορφή που υπήρχαν παλιά. Και καλύτερα. Επιτέλους αρχίζει να καταρρέουν τα σάπια αυτά κατασκευάσματα. Κανείς δεν αντέχει πια αυτήν την υποκρισία. Κανείς δεν αντέχει την ασφυκτική ηθική του χριστιανισμού. Φτάνει πια αυτή η συντήρηση. Βαρέθηκα να βλέπω τον κόσμο να σε περνάει από κοινωνιοδικίο για το παραμικρό που κάνεις. Βαρέθηκα να πρέπει συνεχώς να λογοδοτώ για το με ποιούς κάνω παρέα, με ποιούς δουλεύω, αν πίνω, αν βγαίνω.
ΠΟλύ μ αρέσει να τους σοκάρω απ την άλλη. Ολους αυτούς τους ηλίθιους, που με ήθελαν μία πεινασμένη σεξουαλικά γυναίκα, μία γυναίκα φοβισμένη, χωρίς προσωπικότητα, χωρίς ίχνος υπερβολης. Μα γι αυτούς πρέπει να είσαι κάποιος που ξέρει να τηρεί το μέτρο. Να ξέρει να προσποιείται καλά. Να είσαι ενάρετη κι ευγενική και προπάντων να μην έχεις εραστή.
Μισώ μ όλη τη δύναμη της ψυχής μου την νοοτροπία τους. Σιχαίνομαι ν ακούω τις κουβέντες τους, τα κουτσομπολιά τους.
Σιχαίνομαι να γυρίσω εδώ, που το μυαλό κλείνει, το σώμα μένει απότιστο, η κοινωνική επαφή φθίνει.
Αγαπώ την ανωνυμία μου. Αγαπώ να χάνομαι στους μεγάλους δρόμους μέσα στ αμάξι. Εσύ να οδηγείς... Κι ύστερα ένας καφές στην ΠΛατεία, που κανείς δεν μας ξέρει. ΠΟυ μπορώ να σε φιλάω όσο θέλω κι όποτε θέλω.

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Στο σπίτι της υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο κενό. Συνήθως βέβαια κάποιο φίλοι της εναπέθεταν εκεί τα πραγματα τους. Αγάπη, φιλία. Σπίτι γεμάτο ανθρώπους, αρώματα καφέ, τσιγάρου, αλκοολούχων, καρυκεύματα, έρωτες.
Μετά απο τρεις φίλους που φιλοξενήθηκαν εκεί, το δωμάτιο παραμένει άδειο τώρα. Περιέχει στο κέντρο ένα πράσινο χαλί, ένα ωραίο πανί στον τοίχο, μια μικρή λάμπα, λίγες καρέκλες, βιβλία και στερεοφωνικό.
Το δωμάτιο καταφύγιο φιλοξενεί τις παράξενες εμπνεύσεις. Είναι το δωμάτιο, όπου κλείνεται και ονειρεύεται. Οποιος κι αν υπάρχει στο σπίτι, εκείνη κάθε φορά που θέλει να νιώσει τη μαγεία κάθεται στο πάτωμα ή στο μεγάλο μαξιλάρι και ταξιδεύει παρέα με τη μουσική της και τα τσιγάρα της.
Την περιτριγυρίζουν κεριά και βιβλία, σκέψεις το αύριο. Μία γλυκιά ανάμνηση, ένας φόβος για το μέλλον, μία μεγάλη εσωτερική ανάγκη να ξορκίσει την εσωτερική της μοναξιά.
Γράφει μικρές ερωτικές ιστορίες,  γράφει για θυελλώδεις έρωτες κι όμως ζει για τους άλλους, τους κωμικούς.

Κι όμως τον έρωτα τον ζει με όλες τις αισθήσεις της και φτιάχνει εικόνες, ιστορίες, σκηνικά.

Ιστορία καμία δεν υπάρχει εδώ και τώρα να φτιάξει ή έτσι νομίζει ?

Ποιός μας τρέφει τελικά, αν δεν είναι ο ίδιος ο εγκέφαλος μας ;

Cayetano - Fairy Tales

Αργύρης Χιόνης

«Ὤ ναί, ξέρω καλά πώς δέν χρειάζεται καράβι γιά νά ναυαγήσεις, 
πώς δέν χρειάζεται ὠκεανός γιά νά πνιγεῖς. 
Ὑπάρχουνε πολλοί πού ναυαγῆσαν μέσα στό κοστούμι τους, 
μές στή βαθιά τους πολυθρόνα, 
πολλοί πού γιά πάντα τούς σκέπασε τό πουπουλένιο πάπλωμά τους. 
Πλῆθος ἀμέτρητο πνίγηκαν μέσα στή σούπα τους, 
σ’ ἕνα κουπάκι του καφέ, 
σ’ ἕνα κουτάλι του γλυκοῦ… 
Ἄς εἶναι γλυκός ὁ ὕπνος τους ἐκεῖ βαθιά πού κοιμοῦνται, 
ἅς εἶναι γλυκός κι ἀνόνειρος. 
Κι ἅς εἶναι ἐλαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.» 

Αργύρης Χιόνης 1986... 

Διαβάστε όλο το άρθρο: www.mixanitouxronou.gr/iparchoune-polli-pou-navagisan-mesa-sto-kostoumi-tous-epikero-piima-tou-argiri-chioni/

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Το τελος του κοσμου-Θεμης Καραμουρατιδης.wmv


και δε βαριέσαι...Ολα υπό έλγχο μη μου χαλιέσαι

Μάθε μου να περπατάω ξανά - Θέμης Καραμουρατίδης




Μάθε μου να περπατάω ξανά.... Ενα βήμα τη φορά...
Είμ απο κείνα τα παιδιά, που θέλαν να χουνε φτερά...

Βύρων Λεοντάρης- "Η Μαρία στο παράθυρο"- απόσπασμα.

«Εγώ είμαι που είχα πει: θα σ’ αγαπώ για πάντα.
Μα όσο περνούν τα χρόνια το για πάντα
όλο και τρέμει πιο πολύ σαν αναφιλητό
κι η αγάπη είναι μια λέξη που αποφεύγουμε
όπως τα μάτια αυτών που γύρισαν από εξορία – και που
θα ξαναπάν […]
Από μια μοναξιά σ’ άλλη περνάμε – αυτό είναι όλο,
αφήνουμε τα χέρια που κρατούσαμε ως τώρα
(χωρίς να μάθουμε ποτέ μας πως μας είχαν χρόνια πριν
εγκαταλείψει)
ζητώντας άλλα χέρια που κι αυτά θα μας εγκαταλείψουν
- μα τι χέρια να ‘ναι αυτά;
Τουλάχιστον αυτή τη μοναξιά την είχες συνηθίσει,
ήξερες πια τους τοίχους, τις γωνιές, να μη σκοντάφτεις στο
σκοτάδι,
ήξερες να μην πέφτεις πάνω στις πληγές των άλλων
γνώριζες τα βήματα του «κανείς…»
και το συρτό αλύχτημα της επιθυμίας στα σωθικά σου.
Τουλάχιστον αυτή τη μοναξιά την ήξερες,
γιατί γυρεύεις άλλη; …
- Όχι, μη, μη μου μορφάζεις στο σκοτάδι σαν πληγή,
δεν είμαι εγώ που στήνω αυτό το δίλημμα,
εγώ παραμιλώ – άμμος μεθυσμένη από ήλιους και κύματα,
άμμος που πίστη δεν κρατάει, μα επιθυμία μονάχα…
Παραμιλώ γιατί φοβάμαι
το ξέγδαρμα της μέρας που περνάει και φεύγει
τη σκόνη στα γαρίφαλα των βάζων
τους στοιχειωμένους δρόμους, τ’ αυτοκίνητο
που σταματάει μπροστά στον κήπο
- να, σβήνει τώρα τα χρυσά λεπρά του μάτια,
άκου τον παφλασμό της πόρτας του ( σα να πέφτει
και να πνίγεται ένα κορμί στην ίδια του σκιά).
Έρχονται φίλοι που άλλοτε αγωνίζονταν, και τώρα
σταδιοδρομούν,
γεμίζουνε τις κάμαρες προσέχοντας να μην αγγίξου
τα χθεσινά τους λόγια που έμειναν με βλέφαρα ανοιχτά
πάνω στους τοίχους,
πίνουν, καπνίζουν σαν ερείπια
μαθαίνοντας ο ένας στον άλλον πως γίνεται κανείς,
από άνθρωπος, σκιά – φοβάμαι,
είναι στιγμές που κιτρινίζουν τα πόδια μου
κι ας είμαι ακόμα νέα, νέα πολύ,
τριγυρισμένη από θροΐσματα αστεριών
και στίχους νοτισμένους απ’ το πρόσωπό σου…
Με τα βαριά πολυταξιδεμένα μου ριγμένα τώρα
απ’ τους ανέμους σ’ άλλα πρόσωπα,
πόσο θα σε κρατήσω ακόμα, πόσο,
φως κουρασμένο μέσα μου,
άσπιλη νοσταλγία – πόσο ακόμα; -
με τα μαλλιά ριγμένα τώρα σ’ άλλα πρόσωπα…»
(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον/ βιβλία)