Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Το μάθημα.

Οι τελευταίοι μήνες κύλησαν με διάφορες εναλλαγές. Πέρασε μία περίοδος απίστευτης κούρασης, σωματικής, αλλά κυρίως ψυχικής. διάφορες εναλλαγές συναισθημάτων. μια κούραση απο την απώλεια σου. ο θρήνος των εννέα μηνών ενδεχομένως να έλαβε τέλος, καθώς σε θυμάμαι,αλλά πια δεν πονάει. συμβιβάστηκα με το τέλος το δικό μας. Αλλά κρατάς τα κομμάτια  μου κι εσύ, όπως κι εγώ. Αναπολώ στιγμές δικές μας, αναπολώ τα αστεία μας, με μια γλυκιά μελαγχολία, αλλά χωρίς πόνο. Ο πόνος που ένιωσα ήταν ένα μαχαίρι στα σωθικά μου. Αποτυπώθηκε στο κορμί μου με διάφορες εκρήξεις, με σπυριά, με νεύρα, με στομάχια που πονάνε, με τα μαλλιά μου να πέφτουν.
Διάλειμμα στον πόνο αυτόν δεν υπήρξε, κι ας ήρθαν κι άλλοι.
Γυναίκα  που έπεσε στο κρεβάτι για εκδίκηση ή για να ξεχάσει. Μα πώς ξεχνάς σ άλλο κορμί ;
Μόνο με τον χρόνο ξεχνάς, αν καταφέρει να είναι σύμμαχός σου. Αργεί η θεραπεία, αλλά μάλλον αυτήν την φορά έχει πιάσει.
Ησουν ένα μαθημα ζωής για μένα. Εμαθα πως παραχωρείς, τόσο όσο παραχωρεί κι ο άλλος άνθρωπος. Κι αν ο άλλος άνθρωπος δεν  δινει χώρο και χρόνο, τότε εσύ ή θα συμβιβαστείς ή θα φύγεις. Κι έμαθα ακόμα και το ιδιωτικό βάσανο της ζήλειας. Τι μικρόβιο, Θεε μου, αθεράπευτο,τι παρανοικό συναίσθημα, αλλά και πόσο δυνατό. Είναι μία τρέλα που σε τραβάει στην δίνη της κι εσύ προσπαθείς να μην σε καταπιεί και εσύ με την σειρά σου να μην καταπιείς το αντικείμενο του πόθου σου. Ησουν μακρινός κι άπιαστος. Κι η αίσθηση πως δεν σε είχα ποτέ μου, με τον τρόπο που ήθελα να σε έχω, δηλαδή ολόκληρο, με σώμα και ψυχή αφιερωμένα αποκλειστικά σ εμένα, μ έκανε να σε ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ. Κάθε μέρα που περνούσε, η φλόγα μου γινόταν πυρκαγιά. Μα τελικά φρόντισες βίαια αυτή να σβήσει. Ολα σβήνουν, και κάθε συναίσθημα που γεννιέται έχει προορισμό του τον θάνατο. Τώρα πια το έμαθα.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που δεν έμαθα: Ολα τούτα τα ξέρω, αλλά στην εφαρμογή τους υστερώ. Γιατί πάντα είμαι έτοιμη να δώσω το είναι μου σε κάποιον άλλον. Πάντα είμαι έτοιμη να ερωτευτώ με τέτοιο παραλογο τρόπο, αλλά έμαθα κιόλας πως άλλος τρόπος δεν υπάρχει. ή είμαι ερωτευμένη και παράλογη ή νιώθω κάτι ξεφτισμένα συναισθήματα και διατηρώ την λογική μου συγκρότηση και συνοχή. Ναι, αλλά την βαρέθηκα τόσο καιρό την λογική μου συγκρότηση.
Προχθές ένιωσα ευλογημένη και πάλι: Η καρδιά μου αποδείχθηκε ότι μπορεί πάλι να χτυπήσει, αρκετά δυνατά. Και το σώμα μου μπορεί πάλι να εκκρίνει διάφορες ορμόνες χαράς, αλλά και δύναμης να ξεπεράσω τον φόβο ότι θα πληγωθώ πάλι ανεπανόρθωτα. Πώς να ζήσεις μία ζωή φοβούμενος μήπως πληγωθείς  και προδοθείς ;
Η ιστορία πηγαίνει έτσι: Θα πληγωθείς και θα πληγώσεις. Πλήγωσα κι εγώ. Μεσα στην μεγάλη μου πληγή που αιμοραγούσε, είχα δύο ανθρώπους πλάι μου και τους απομάκρυνα, όχι από κακία, ούτε από εγωισμό, αλλά επειδή ήμουν αδιάφοροι γι αυτούς, ενώ εκείνοι όχι. Πληγώθηκα κι εγώ που τους πέταξα από την ζωή μου. Ομως, το παιχνίδι παίζεται έτσι. Φαύλος κύκλος είναι, σκέφτομαι. Είναι ένα παιχνιδι ο έρωτας που ποτέ δεν τελειώνει. Με επιθυμείς- δεν σε επιθυμώ-σε επιθυμώ-δεν με επιθυμείς. Κάτι σαν τον πύργο της Βαβέλ: Τον χτίζεις, αλλά γκρεμίζεται μόνος του. Αρα πρέπει να πορευτείς μ αυτήν την ιδέα κι ίσως και να την αποδεχτείς. Μια ζωή θα καίγεσαι για πουλιά διαβατάρικα, θα κολυμπάς σε ένα πέλαγος και όταν θα φτάνεις στην στεριά με την ελπίδα να βρείς ΕΚΕΙΝΟΝ, εκείνος θα έχει αποχωρήσει, γιατί δεν άντεξε να σε περιμένει. Δεν ήταν δυνατό το αίσθημα,ώστε να σε περιμένει. Κι εσύ θα λυγίζεις, αλλά πάλι θα σηκώνεσαι. Κι άλλοτε πάλι θα είσαι εσύ εκείνος ο άνθρωπος που δεν θα έχει αντοχές να περιμένει τον ναυγό του. Κάποιος θα ναυγεί για σένα κι εσύ θα κάνεις ηλιοθεραπεία με τα λάδια σου και τα γυαλιά ηλίου σου. Κι όταν θα κλέψεις τον απαραίτητο ήλιο, θα ξεχάσεις ακόμα και να κοιτάξεις στο πέλαγος μήπως εκείνος καταφτάνει. Απλώς θα μαζέψεις τα πράγματά σου και θα αποχωρήσεις ήσυχα και ειρηνικά.
Κι όμως, πρέπει να διαλέξεις πλευρά ή έστω ποιός ρόλος σ αρέσει περισσότερο. Να ναυαγείς ή να λιάζεσαι ; Εγώ προτιμώ το ναυάγιο κι ας διακινδυνέψω να πνιγώ. Τουλάχιστον θα πνιγώ ευτυχισμένη και με την καρδιά να χτυπάει.  Θα φεύγω ξέροντας ότι έζησα. Οτι άναψα τσιγάρα, ότι ήπια ποτά, ότι έκανα ατέλειωτα βράδια έρωτα με Εκείνον(τον οποιονδήποτε εκείνον που ανέβασα στο βάθρο του), ότι έγραψα άπειρα γράμματα κι ότι όσο πολύ χάρηκα,άλλο τόσο πόνεσα.





Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

Προς τις γυναικες.

Ερχονται. Φοράνε όμορφα ρούχα. Ομορφα αρώματα.
Ντύνονται με αυτό το φως, το άπλετο φως της γοητείας τους.
Φεγγουν τα πρόσωπα τους ανάμεσα στα μούσια τους ή ανάμεσα στο δέρμα τους.
Ομορφα δέρματα: Αλλα απαλά, άλλα σκληρά.
Ομορφες καρδιές.
Με ευαισθησίες, με μία αλήθεια που γυρεύουν να βρούν, μ ένα ψέμα που θέλουν ν ακούσουν.
Με μια παιδική αθωωτητα κρυμμένη μέσα στο αντρικό σαρκίο.
Δεν τους επιτρέπεται να λυγίζουν.
Πρέπει να είναι δυνατοί, σκληροί, προστατευτικοί.
Και μέσα στα μάτια τους το βλέπεις: Σου ζητάνε τρυφερότητα τις πιο πολλές φορές, αλλά για να το δικαρίνεις πρέπει το βλέμμα σου να κοιτάζει βαθιά. Πέρα από τη λαγνεία. Αρχικά φαίνονται λάγνοι, πρόστυχοι, τιποτένιοι, σκληροί, ωμοί, κυνικοί. Απελπισμένοι είναι. Μην τους παρεξηγείς. Εγκλωβισμένοι μέσα στο ρόλο τους. Μόνοι, κατάμονοι μέσα στο κορμί τους, που τους ξελογιάζει, που τους παρασύρει. Σ αυτό το κορμί που λογική δεν ξέρει, μόνο τα γράμματα της αφής.
Κι εσύ είσαι εκεί. Και δεν πρέπει να τους αφήσεις να χαθούν μέσα στη μοναξιά τους. Καταβάθος το επιζητούν. Επιζητούν την μοναξιά. Φοβούνται. Φοβούνται την θηλυκή τους πλευρά. Φοβούνται όλα αυτά που μπορείς εσύ να σημαίνεις για εκείνους. Γι αυτό το κάστρο, Γι αυτό το τείχος. Γι αυτό δεν σ' αγαπάνε εύκολα. Μπορείς να τους προδώσεις. Το ξέρουν. Δεν το αντέχουν εύκολα, όχι τόσο εύκολα όσο εσύ.
Σου ζητάνε. Σου ζητάνε σαν μικρά παιδιά. Τα μάτια τους πυρκαγιές στο σκοτάδι, τα μάτια τους απελπισμένα. Τα μάτια τους υπέροχα. Λάμπουν στο φως. Σε κοιτάζουν και λάμπουν. Και σε φοβούνται. Και εσύ δεν βλέπεις. δεν βλέπεις τίποτα. Μόνο χάνεσαι. Χάνεσαι στις δικές σου σκέψεις και συνεχώς διατυμπανίζεις πόσο κενοί είναι. Εσύ είσαι κενή ,κούκλα μου. δεν βλέπεις. Ασε τους άντρες μέσα στη φοβερή ερημιά του πλήθους. Ασε τους μόνους τους αν δεν μπορείς να πας κοντά τους. Αν δεν μπορείς να δεις από την μέσα πλευρά τους. Αν τους τρομάζεις. Αφησε τους μέσα στο δικό τους μαρτύριο. Αλλιώς πλησιάσε τους και παρ τους αγκαλιά. Και μην τους σκοτώνεις το παιδί μέσα τους. διασκεδασε τους. Γίνε η μάνα τους. Γίνε η φωτιά τους. Γίνε όσα μπορείς γι αυτούς. Μόνο γι αυτούς. Κι άσε τους φεμινισμούς. Δεν υπάρχεις, κούκλα μου, χωρίς αυτούς. Δεν υπάρχεις. Δεν πηγαίνεις πουθενά.
 Γιατί έχουν υπέροχα στόματα. Προσφέρουν ευτυχία. Χείλη μαγικά, στόματα θερμά, γλώσσες που καίνε και γυρνάνε. Θέλουν να σε καραβροχθίσουν. Θέλουν να σε συντρίψουν. Να σε σώσουν ή να σε σκοτώσουν. Μπορούν. Μεταξύ μας, το ξέρεις. Σου ασκούν εξουσια. Το κορμί σου σε εξουσιάζει. Είναι η βιολογία σου. ΤΟ ξέρεις. Αλλά είσαι γυναίκα. ΤΟ ελέγχεις ευκολότερα. Αυτοί δεν μπορούν. Η φύση τους έκανε αυθόρμητους, μόνους, με σώμα περιτοιχισμένο. Εσύ είσαι η δυνατή. με το ανοιχτό σώμα. Γεννάς. Γεννάς μωρά. Ζωές. Τους γεννάς κι αυτούς από την αρχή. Και κάθε μέρα κι εσύ γεννιέσαι απο την αρχή. Αυτοί δεν μπορούν. προσκολούνται. Θέλουν μάνα. Θέλουν ερωμένη. Θέλουν στοργή. Κι εσύ θες στοργή. Αλλά σ εσένα είναι κοινωνικά αποδεκτό. Σ αυτούς, όχι. Γι αυτό, σου λέω, τυλιξε τους στην αγκαλιά σου. Ασε τα πολλά λόγια. Δεν χρειάζονται. Πλησιασε τους με ο,τι έχεις. Μην σκοτώσεις τη φωτιά. Η φωτιά αναγεννεί. 

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Σιχαμένε, με σημάδεψες. Είσαι τόσο καιρό μακριά κι όμως το φάντασμά σου είναι στο μυαλό μου. Συγκρίνω τους πάντες μαζί σου. Κι αυτό το αγόρι έχει πάλι το όνομά σου. Τα ενδιαφέροντα σου. Τις συνήθειες σου. Μπάσταρδε, νομίζω ότι σε ξαναγνωρίζω από την αρχή. Εσένα σ ενός άλλου το σώμα, που δε διαφέρει και πολύ από το δικό σου. Και το σκηνικό τόσο ίδιο. Σχεδόν παρόμοιος ο τρόπος προσέγγισης, σχεδόν ίδια η αφή. Σχεδόν ίδια όλα. Γαμώτο. Φύγε από μέσα μου. Φύγε. Θέλω να προχωρίσω.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Ερωτική σκηνή.

Ερωτικό στόμα, χείλη σαρκώδη,  σχεδόν πάντα άβαφα τις νύχτες,
ανοιγόκλειναν συνεχώς και αδιαλείπτως. Μιλάει πολύ, κινεί πολύ αυτούς τους μύες του στόματος. Εκφραστικό στόμα.
Θα μπορούσες να γράψεις πολλά γι αυτά τα χείλη.
Τα όχι κατακόκκινα, τα όχι συνηθισμένα, τα όχι αυτά των περιοδικών.
Απαλά χείλη.
Και πίσω από τα χείλη, μία πρόστυχη υπεκφυγή.
Δόντια αραιά στην πάνω γνάθο.
Αυτή η μικρή ατέλεια, υποθέτω, ότι την ενοχλούσε,
αλλά ήταν δύσκολο να  διορθωθεί.
Αυτό το σημάδι στο στόμα της προκαλούσε  στους άντρες σχεδόν πυρετό.
Η φαντασίωση του καθενός ήταν διαφορετική κάθε φορά βλέποντας τα δόντια αυτά.
Τόσες φαντασιώσεις, όσοι κι οι άντρες της ζωής της, αυτούς που κουβαλάει πάνω στο κορμί της.
Γιατί κι όλους πάνω μας τους καβαλάμε, μου έλεγε. Δεν την καταλάβαινα. Ούτε την αντρική φαντασίωση καταλάβαινα μέχρι που είδα την εξής σκηνή.

Εκείνη καθισμένη σε μία καρέκλα ψηλή σ' ένα άδειο μαγαζί- ναι, από αυτά τα λυπημένα μαγαζιά, που οι μόνοι κάθονται προς ανακάλυψη του εαυτού τους παρέα με ποτό ή αγνώστους- . Εκείνος μέσα από το μπαρ την πλησιάζει. Δεν αγγίζει τίποτε πάνω της. Μόνο μια αδιόρατη κίνηση που υποδείκνυε, μάλλον, πως δεν ήταν και τόσο άγνωστοι αυτοί οι δύο. Μία  κίνηση συνηθισμένη μόνο στις κρεβατοκάμαρες τις "αμαρτωλές" των ανθρώπων που το αίμα καίει: Με το χέρι του της άγγιξε το στόμα και μετά τα δόντια της. Μόνο αυτό. Καμία άλλη κίνηση. Ανεπαίσθητη. Σχεδόν απαρατήρητη. Μόνο εγώ ως παρατηρητής παρατήρησα το βλέμμα του. Τίποτα το φτηνό. Ούτε το χυδαίο. Μόνο πηγαία έλξη. Εκείνη δεν τον κοίταξε κατάματα. Υποθέτω ότι την ξάφνιασε. Ίσως ευχάριστα.

Πλησίασαν ακόμα περισσότερο, τα στόματα ενώθηκαν. Νομίζεις ότι εκείνη την στιγμή θα έπεφτε ένα jazz κομμάτι κι αυτοί αγκαλιασμένοι θα στροβιλίζονταν στην δίνη της έλξης. Οχι του έρωτα. Δεν ήταν ερωτευμένοι. Ηταν έλξη. Καθαρή έλξη, ειλικρινής, ανθρώπινη. Θα χόρευαν για αρκετή ώρα ανάμεσα σε φιλιά, αγκαλιές, κινήσεις του σώματος που δείχνουν πως επιθυμούν την ένωση. Κι ύστερα η πιο μεγάλη στιγμή του ανθρώπου θα λάμβανε χώρα. Απλά, αβιάστα, καθημερινά. Χωρίς εξηγήσεις, χωρίς συνέχειες, χωρίς προλόγους. Ο μόνος πρόλογος το χέρι του στο στόμα της. Αυτή η αδιόρατη πράξη, αυτή η προστυχότερη ίσως πράξη, το πιο ξεκάθαρο ερωτικό κάλεσμα.





Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Λείπεις-Λύπη.

Τι μου λείπει απο σένα λοιπόν; Ολοι ρωτούν και θέλουν να μάθουν κι ακόμα κι εγώ στιγμές στιγμές αναρωτιέμαι. Μου λείπει η αφή σου. Μου λείπου τα δάχτυλα σου που διέτρεχαν την πλάτη μου ενώ πέφταμε για ύπνο. Τα χείλη σου που άγγιζαν το μέτωπο μου εντελώς φιλικά,θα έλεγα, εντελώς τρυφερά. Μου λείπει η μυρωδιά σου. Αυτή η μεθυστική μυρωδιά λεμόνι, αποσμητικό αντρικό και μαλακτικού που έπλενες τα ασπρόρουχα σου. Μου λείπει η εικόνα σου κάθε πρωί- εκείνα τα πρωινά που ήμασταν μαζί τέλοσπάντων -. Να σε κοιτάζω έτσι, να κοιμάσαι γαλήνιος τον ύπνο του δικαίου,να είσαι έτσι βασιλεμένος, γαληνεμένος κι εγώ να μην σ' αφήνω στην ησυχία σου, ειδικά εκείνες τις πρώτες φορές που σε ξυπνούσςα χαιδεύοντας το πρόσωπο σου-μόνο αυτό, τόσο αθώα κάποιες φορές. Και μου έλεγες ότι σου είχε λείψει ένα τόσο παιδικό άγγιγμα. - Σχεδόν παιδί με γνώρισες και τώρα μ έχεις κάνει μία γυναίκα, μια κομματιασμένη γυναίκα σίγουρα.- Μου λείπει η εικόνα σου να σηκώνεσαι από το κρεβάτι και τα μαλλιά σου να πετάνε- μία χρυσόξανθη φωλιά μελισσών- και να τρέχεις στον καθρέφτη να τα στρώσεις κι εγώ να σε κοροιδεύω μόνιμα για την αφάνα σου. Μου λείπει να γυρίζεις σπίτι από το τρέξιμο και να χαμογελάς μ αυτό το αθώο σου χαμόγελο- το χαμόγελο του θριάμβου - και να τσατίζεσαι στιγμιαία που δεν άναψα θερμοσίφωνα κι εγώ να θυμώνω τάχα που τάχα φωνάζες- μήπως προλάβαινες να φωνάξεις; φώναζα εγώ και για τους δύο. Γενικά, όλα εγώ τα έκανα και για τους δύο. Εγώ τσακωνόμουν για δύο, εγώ αγαπούσα για δύο, εγώ φανταζόμουν για δύο. Εσύ αμέτοχος. Λάμβανες την αγάπη μου. Ποτέ δεν μ αγάπησες, το ξέρω. Βαριά κουβέντα, Το ξέρω. Αλήθεια είναι. -
Μου λείπει να μου λες "πιές νερό, δεν ήπιες όλη μέρα σήμερα. ή βγες έξω, μην είσαι όλη μέρα σπίτι. Αρκουδάκι, θα σε βγάλω να πάρεις αέρα. ' Αυτές οι φράσεις με σκοτώνανε. Κάθε φορά σ ερωτευόμουνα από την αρχή όταν τολμούσες να τις ξεστομίζεις. Κι ας μην καταλάβαινες γιατί. -έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν καταλάβαινες-. Μου  λείπουνε οι τεράστιες βόλτες μας στην Αθήνα, στο Μοναστηράκι, στην Πλάκα, στου Φιλοπάππου. Κι οι τεράστιες βόλτες τις καθημερινές στη Καστέλα, ν ατενίζω την θάλασσα από ψηλά και να σε κοιτάω και να σκέφτομαι εσύ είσαι η θάλασσα μου. Εσύ που δεν μπορώ ποτέ να σε αγγίξω. Πού ποτέ δεν μπόρεσα να σε περιορίσω, ούτε με την αγάπη μου μπόρεσα να σε δεσμεύσω. Γαλήνια θάλασσα εσύ. Ορμητικός ποταμός εγώ. Και κάπου εκεί στο δέλτα ανταμώναμε. Και κάποιες φορές, τις πιο πολλές, σκληρό ήταν το αντάμωμα. Επρεπε τα δικά μου νερά να μην είναι τόσο ορμητικά,για να μην σε ταρακουνήσουν. Κι άλλοτε το μπορούσα κι όταν το μπορούσα πιεζόμουν εγώ, για να μην πιεστείς εσύ. Αδικος κόπος. Η ορμητικότητα μου ερχόταν πολλές φορές και γινόταν πραγματικότητα.. Κλάματα, φωνές, "δεν μ αγαπάς" σου έλεγα. Στο τέλος έπαψα και να διαμαρτύρομαι. Αποξένωση. Δεν είχε νόημα. Και πόσο σε μισούσα. Πόσο σε μισούσα εκείνες τις στιγμές που ένιωθα πως δεν έχει νόημα καν να διαμαρτυρηθώ ή να κλάψω. Απογοητευτικό τέλος. Ετσι τελειώσαμε. Ετσι κι αλλώς. Σιωπηλά. Εκκωφαντική σιωπή. Μας βόλεψε. Και τους δύο, κακά τα ψέματα. Εσύ δεν ήθελες να μιλήσεις. Εγώ δεν ήθελα να ακούσω.
Αλλά και τα λόγια τι νόημα έχουνε; Περισσότερο δεν πονάνε; Από τις πράξεις κρίνεις, δεν χρειάζεσαι όμορφα περιτυλίγματα να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Ενα πάθος που τέλειωσε. Το κηδέψαμε μαζί; Οχι, μόνο εγώ έχω πενθήσει έστω και κάποιες μέρες, κάποιες στιγμές που σε σκέφτομαι. Εσύ άραγε τι να κάνεις; Αυτό που φαντάζομαι. Κι είναι αυτό που φαντάζομαι, που με κάνει αλήθεια να σε μισώ.  Σε μισώ, σε θέλω. το ίδιο είναι. Αλλά πίσω πώς να γυρίσω ; Αποκλείεται. -
Μου λείπουνε τα βράδια του Σαββάτου που έξω είναι - 8 κι εγώ σε περίμενα να έρθεις. Είχα καθαρίσει το σπίτι, είχα μαγειρέψει 2-3 φαγητά που σ αρέσουν, είχα γίνει ωραία-μόνο  και μόνο για ΣΕΝΑ- και η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Κάθε λεπτό αναμονής ήταν ένας αιώνας. Κι ύστερα χτυπούσε το κουδούνι και δεν μπορούσα να μην χαθώ στην αγκαλιά σου, να μην παραλύσω στο αγγιγμά σου. - κολακευόσουν όταν στο έλεγα αυτό, το θυμάμαι. Ακόμα κι αυτό το ηληθιο ιριαμβευτικό συο βλέμμα μου λείπει-. Μα πιο πολύ η αφή σου, η φωνή σου. Να με ξυπνάς για να μου πεις ότι έχω ουρά, ότι έτσι με είδες στον ύπνο σου. Να με φωνάζεις Ρόρη απο την αρχή του δρόμου, Να σ ακούω να γελάς, να θυμώνεις, να διαμαρτύρεσαι.
είναι αλήθεια. Για σένα βρήκα καινούριες λέξεις. Καινούριες συμπεριφορές. Καινούριες μάσκες. Μάσκες; Οχι, χωρίς στρατηγική ήρθα κατά πάνω σου και σ' έχασα με τις υπερβολές μου, με τον τρελό έρωτα μου - αυτόν που με έκανε δεδομένη. Πού ποτέ δεν έπαιξα με τακτικές. Αυτό φταίει. Πού τα έδωσα όλα. ή ίσως που διάλεξα εσένα. - Τόσα γράμματα. Τώρα θα είναι στο ντουλάπι με τις αναμνήσεις σου. Το μισώ αυτό. Σου είχα πει να μη με βάλεις ποτέ εκεί μέσα. Αλλά θα με βάλεις. Μισώ αυτό το ντουλάπι με τις αναμνήσεις σου. Ζηλεύω ακόμα κι εκείνο το πρώτο κορίτσι που φίλησες και το μόνο που ήθελα ήταν να θες μόνο εμένα-γαμώτο, τόσο εγωιστικό - και όλες οι άλλες να μην υπάρχουν κάν για σένα. Να είναι κατώτερες ή καλύτερα αδιάφορες. Γιατί για μένα, τουλάχιστον, όσο μου τροφοδοτούσες τον έρωτα ή όσο κοιμόμουν όρθια, δεν υπήρχαν άλλοι άντρες. Ηταν τόσο λίγοι μπροστά στην λάμψη σου. Εσύ ήσουν το ποίημα  που υπήρχε ολοζώντανο στην ζωή μου, ήσουν η ενσάρκωση ενός μυθιστορηματικού ήρωα, του δικού μου ήρωα. Και τελικά, τι ; επεσες από το βάθρο σου. Αλλά δεν έφτιαγες εσύ. Εγώ σ' ανέβασα, εγώ σε κατέβασα.
Αλλά η αγαπημένη η αφή σου μου λείπει. Γαμώτο. Και ελάτε να μου πείτε όλοι εσείς οι τάχα μου κουλτουριάρηδες και συναισθηματικοί, ότι δεν αγαπάμε με το σώμα. Μόνο μ' αυτό ερωτευόμαστε. Χωρίς αυτό ποτέ. Αν δε νιώσεις το κορμί να πονάει από έλλειψη, ποτέ δεν ερωτεύτηκες. Να κάτι τύποι σαν εσένα, μώρό μου. Είμαι σίγουρη πως δεν πονάει το κορμί σου. Γι αυτό σου λέω. Αντίο.


Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Αττικό δειλινό.

Ωρα δειλινού κι οι σκέψεις ανακατεμένες, ενώ το ημίφως κυριαρχεί στο δωμάτιο και η φθινοπωρινή δροσιά σε χαιδεύει ολόκληρο. Ετσι, όπως πέφτει η νύχτα στο Παγκράτι γίνεται ο κόσμος πιο γλυκός. Ο ουρανός έχασε σχεδόν το γαλάζιο του χρώμα, ενώ τα σύννεφα βάφτηκαν γκρίζα και στο βάθος λίγο πορτοκαλί. Πορτοκαλί της αισιοδοξίας και της γλυκιάς ανάμνησης. Θυμίζει πράγματα ετούτος ο ουρανός. αυτός ο αθηναικός ουρανός που τους χωράει όλους; ευτυχείς και λυπημένους, μόνους και ζευγαρωμένους, καλλιτέχνες, πλανώδιους, ξένους και ντόπιους. Ανθρωποι. Ανθρώποι πολλοί. Είμαστε τόσοι πολλοί κι όλοι χαμένοι στις σκέψεις μας και την καθημερινότητα μας. 
Και κάπου ανάμεσα σ' αυτούς υπάρχει εκείνος που θα σ' αγαπήσει για αυτό που είσαι και με τον τρόπο που θέλεις να σ' αγαπήσει. Και μπορεί να σε ψάχνει. Μπορεί ακόμα και να σε έψαχνε τότε που έπαιρνες άξαφνα αεροπλάνα χωρίς να το καλοσκεφτείς-παροσμήσεις της στιγμής- για να βρεις κάποιον που, λεει, τον αγαπούσες πολύ και με πάθος και ταπείνωση, αλλά εκείνος δεν σ' αγάπησε ποτέ του. Κι η απόδειξη ήταν το φευγιό του: Αναπάντεχο, χωρίς αφορμή, ανέρειστο και ανέλπιστο. 
Και δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα για να το εμποδίσεις. Κι ούτε προσπάθησες καν, γιατί δεν έχει νόημα καμία προσπάθεια για να καταπνίγεις τον άλλον, για να τον καταδυναστεύσεις. Κι ας το κάνεις μέσα στον πανικό σου, μέσα στο έρωτα σου τον μεγάλο. Οταν η μπόρα κοπάζει, τα μάτια κοιτάζουνε καθαρά,- τότε και μόνο τότε- συνειδητοποιείς τα λάθη σου που πηγάζουν βέβαια από τα πάθη σου. - Κι άλλωστε τι διαφορά έχει το λάθος από το πάθος; Ενα γράμμα. Τόσο λεπτή η διαχωριστική γραμμή- . Καμία προσπάθεια, λοιπόν. Μοναξιά. Απέραντη ερωτική μοναξιά. Αλλά και προτύτερα πώς ήταν ; Ακόμα χειρότερα. Να είσαι δίπλα του και τόσο έρημη. Σχεδόν απογοητευμένη από τον άντρα που αγάπησες. Τον πρώτο άντρα που αγάπησες στην πραγματική ζωή. Τους άλλους τους αγάπησες μέσα από τις λέξεις, τα βιβλία σου, τις γραφές σου.- Ρομαντισμός αθεράπευτος, ηλίθιος και κενός νοήματος. Σχέσεις και εξαρτήσεις χωρίς πραγμάτωση να πέσει φωτιά να τις κάψει, αν δεν καίγονται τα σώματα, λοιπόν. - Και το κεφάλαιο Α έληξε κι αυτό άδοξα. 
Αλλά πρέπει να ξέρεις να φεύγεις, όταν το τέλος είναι μονόδρομος. Κι εσύ έφυγες. Και κατα βάθος απαλάχτηκες, γιατί αυτόν τον έρωτα, που το ένιωθες σαν εξάρτηση, η λογική σου δεν τον άντεχε. Και πάλευε το λογικό  με το θυμικό: Αγώνας άνισος βέβαια. Η παρόρμηση συχνά κερδίζει στην ηλικία σου. Αλλά μάλωνες με τον εαυτό σου. Δεν άντεχες την αυτοταπείνωση. Και τώρα που η ιστορία έληξε ανέκτησες εκείνο το κομμάτι που σου έλειπε, εκείνη την χαμένη ενέργεια που ξόδευες ακόρεστα σ εκείνον. Εκείνον τον εαυτό σου μάλλον αποκτάς που ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες. Και μάλλον συνειδητοποιείς πόσο δυνατός μπορείς να είσαι. Πόσο διεγερτικό είναι να πατάς στα πόδια σου. Και φοβάσαι. Φοβάσαι πια τους έρωτες, άμα είναι να σε εξουσιάζουν. Κι απ΄την άλλη σκέφτεσαι: Αμα ο έρωτας δεν σ' εξουσιάζει, τότε τι έρωτας είναι ; Αμα δεν νιώθεις πως ο κόσμος γεμίζει, επειδή Εκείνος υπάρχει, τότε είσαι ερωτευμένος; Ε, μάλλον όχι. Τότε είσαι απλά ζευγαρωμένος. 
Φυματική αγάπη κι αυτή με αυτόν που δε σ αγάπησε, αυτή που λέγαμε πριν. Αλλά... Δεν... Δεν σε σκότωσε. ή έστω όχι ολοκληρωτικά. όχι αυτήν την φορά. Κι όμως πόσες φορές έχεις πεθάνει για αγάπες; κι ειδικά για την αγάπη του; Θυμάσαι ; Είδες; Ζεις ακόμα. 
Γι αυτό λέμε πως κάτω από τον Αττικό ουρανό είναι εκείνος... Εκείνος που σε ψάχνει, που σε αναζητεί, εκείνος που θα σε αγαπήσει. Γι αυτό, τον πόνο μπορείς να τον αφήσεις καταμέρος. καταμέρος κι η οργή. Καταμέρος όλα. Χαλάλι του. Χαλάλι σου.  

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Και... Θα πέθαινα να φορέσω το πουκάμισό σου...