Σάββατο 20 Ιουλίου 2019

Ματαιώσεις.

Αναψε η λάμπα στο απέναντι πεζοδρόμιο.
άναψε κι εμένα ο πόθος μου,
μα το φως αυτό αύριο το πρωί θα σβήσει,
κι ήσυχα κι αναίμακτα θα κοιμηθεί κι αυτό το πάθος.

Αύριο θα 'ναι ένα παγωμένο δειλινό..
μήνας Δεκέμβρης, Χριστουγεννιάτικα φώτα..
κι εγώ πιο παγωμένη από ποτέ,
θα προσπαθώ να ξεριζώσω από μέσα μου
μέσα στους πολλούς κι Εσένα.

Κι ύστερα, όταν πια θα ξεχάσω τα μάτια σου,
όταν πια δεν θα ακούω εκείνον τον αντίλαλο της  φωνής σου,
τότε ξανά με το αμήχανο χαμόγελο θα επιστρέψεις,
να μου θυμίσεις πως ίσως κάποτε να σ' αγάπουσα.

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Εμμανουελ και Καμίλια

Εκείνος αναζητούσε το σώμα της κάθε πρωί, Έψαχνε με τα χέρια του να τη βρει πλάι του στο κρεβάτι. Ματαιοπονούσε τουλάχιστον ένα τέταρτο της ώρας κάθε πρωινό τα τελευταία πέντε χρόνια. Μάταια. Η Καμίλια έφυγε χωρίς να προειδοποιήσει κανέναν ένα βράδυ του Οκτώβρη. Εκείνο το βράδυ πρέπει να ένιωθε μέσα βαθιά τη καρδιά της να σφίγγεται, το στόμα της στεγνό, τα πόδια της τη κράταγαν μετά βίας, αλλά το είχε αποφασίσει. Θα έφευγε κρυφά. Δεν θα έλεγε τίποτα στον Εμμανουέλ, με τον οποίον είχαν μοιραστεί είκοσι χρόνια ζωής.

Ο εμμανουελ ήταν  καλός άνθρωπος,  από παλιά αστική οικογένεια και δούλευε συνεχώς στο γραφείο του, διεκπεραιώνοντας γραφειοκρατικές εργασίες. Το γραφείο του ήταν ένα έργο τέχνης, κτίσμα παλαιό, με μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν την απέναντι μικρή παραθαλάσσια κωμόπολη. Προτιμούσε να δουλεύει κάπου μακριά από το κέντρο και όσο για τους πελάτες του δεν ανησυχούσε, καθώς μετά από τριάντα χρόνια εμπειρίας στην δουλειά, είχε αποκτήσει πλέον τόση μεγάλη φήμη, που ο κόσμος θα συνέρεε για να τον συμβουλευτεί, ακόμα και αν πήγαινε στην κορυφή του απέναντι βουνού. Βλέπεις ο Ιμμάνουελ είχε πολλές περγαμηνές, τρία πτυχία του Πολυτεχνείου, και ένα μεταπτυχιακό στα Δομικά Υλικά από το καλύτερο Πανεπιστημίο της Γαλλίας.
Η Καμίλια καταγόταν κι αυτή από αστική οικογένεια, αλλά δεν είχε δα και τόσο σπουδαίες σπουδές, ούτε τόσα πτυχία όσα ο Εμμάνουελ. Ηταν μία ταπεινή ζωγράφος. Καθόταν με τις ώρες στο μικρό δωμάτιο του τεράστιου νεοκλασικού κτηρίου και ζωγράφιζε με κάρβουνο, αλλά και λαδομπογιές. Η ζωγραφική ήταν το πάθος της. Κάθε φορά που έπιανε τα πινέλα ένιωθε ότι κάποια ανώτερη δύναμη δίνει σήματα στον εγκέφαλο και το αριστερό της χέρι σχεδιάζε ακατάλυπτα σχήματα, τα οποία στην πορεία μετά από πολύ μόχθο έντυνε με διάφορα χρώματα. Κάποτε δεν έβαζε διόλου χρώμα στα σχέδια της, μόνο ζωγράφιζε σκίτσα με κάρβουνο. Τα ασπρόμαυρα ήταν τα αγαπημένα της. Ο πατέρας της Καμίλιας, γνωστός ιατρός και υπουργός υγείας κάποτε με την παράταξη των δημοκρατικών, αντέδρασε άσχημα όταν η Καμίλια αποφάσισε να μην ακολουθήσει την ιατρική, και να δώσει εξετάσεις στην Ανωτατη Σχολή Καλών Τεχνών της χώρας.  Ακόμα χειρότερα όμως αντέδρασε ο πατέρας της, όταν η Καμίλια αρνήθηκε την δημόσια θέση ως καθηγήτρια εικαστικών σε σχολείο της γειτονιάς της, θέση την οποιά ο πατέρας της είχε προσπαθήσει πολύ για να της εξασφαλίσει. Ομως, εκείνη δεν ήθελε να χαρίσει τον συναισθηματικό κόσμο της που εξέφραζε μέσω της ζωγραφικής σε μία δημόσια θέση. Ηθελε να μείνει μακριά από το εθνικό σύστημα εκπαίδευσης, μίας και πίστευε πώς το μόνο που μαθαίνουν οι δάσκαλοι στα παιδιά είναι η σκληρή και σχεδόν στρατιωτική πειθαρχία. Αν υπήρχε ένα άλλο είδος σχολείου, ένα σχολείο που να μαθαίνει στα παιδιά την διεκδίκηση και την απειθαρχία, τότε μάλιστα, θα δεχόταν μετά χαράς τη θέση που της προσφέρθηκε.

Ο Εμμάνουελ γνώρισε την Καμίλια περίπου στα δεκαοκτώ της χρόνια σε έναν χορό που διοργάνωνε το πανεπιστήμιο της. Η Καμίλια ήταν τότε μία ξέγνοιαστη και πανέμορφη φοιτητριούλα, ενώ εκείνος ένας καταξιωμένος επαγγελματίας, μίας και είχαν διαφορά σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια. Εκείνος την πρόσεξε από την πρώτη στιγμή που εισήλθε στο χώρο, καθώς φορούσε ένα κόκκινο μακρύ φόρεμα, το οποίο ήταν πολύ απλό, αλλά πολύ όμορφο. Τότε την πλησίασε, άρχισαν να μιλούν και δεν άργησαν να καταλήξουν κουλουριασμένοι στο πάτωμα του φοιτητικού της σπιτιού. κατήργησαν σχεδόν τον χρόνο, και όλες τις μικροαστικές συνήθειες και έγιναν ζευγάρι. σε λιγότερο από ένα εξάμηνο αποφάσισαν να μείνουν μαζί και καθώς είχα τυφλωθεί από το απαράμιλο πάθος, δεν μπορούσε κανείς από τους δύο να αντιληφθεί πως αυτοί οι δύο άνθρωποι ουδέποτε θα μπορούσαν να συνεχίσουν να είναι μαζί .

Τελικά ο χρόνος αποφάσισε ότι αυτοί οι δύο δεν μπορούν να συμβαδίσουν. Ο εμμανουέλ ήταν πολύ τυπικός. Η καμίλια από την άλλη ουδεμία σχέση με την τυπικότητα είχε. Ο,τι δεν περιείχε έρωτα της προκαλούσε αφόρητη βαρεμάρα και μελαγχολία. Ο χρόνος ίσως όλα τα να τα εξαλείφει, ίσως είναι εκείνος που εξαφανίζει στην χοάνη του τα πιο μεγάλα πάθη. Η Καμίλια μέρα τη μέρα μαράζωνε, κλεινόταν με τις ώρες μέσα στο μικρό δωμάτιο της και ζωγράφιζε σχεδόν ασταμάτητα, ενώ ο Εμμανουελ εργαζόταν στο μεγάλο κτήριο μόνος πέρα απ΄την πόλη και αναρωτιόταν σιωπηλά για την αιτία της μελαγχολίας της Καμίλιας. Ωστόσο ποτέ δεν τη πήρε στα σοβαρά αυτή της την μελαγχολία, αλλά αντίθετα σκεφτόταν πώς μάλλον αιθεροβατεί καθώς ουδέποτε εργάστηκε και ουδέποτε μόχθησε για να καλύψει τις βασικές της ανάγκες. Πίστευε ότι θα περάσει ο καιρός και η Καμίλια θα είναι πάλι εκείνη η χαμογελαστή φοιτηρια που είχε γνωρίσει.

Τα χρόνια όμως είχαν περάσει και η Καμίλια κόντευε πλέον τα σαράντα, χωρίς όμως να έχει αλλάξει πολύ. Μόνο μικρές ελαφρές ρυτίδες μαρτυρούσαν την ηλικία της. Ο Εμμανουελ είχε μεγαλώσει αρκετά και η ηλικιακή τους διαφορά έγινε πλέον αισθητή. Ενα πρωί η Καμίλια ξύπνησε, άγγιξε το σώμα της. Αντιλήφθηκε πώς ακόμα είναι ζωναντό. Ζεστό. Σφρυγιλό και υγιές. Ξαφνικά κάτι ξύπνησε μέσα της, ο ποθος για ελευθερία, για έρωτα. Εκανε να αγκαλιάσει τον άντρα της, μα εκείνος προς απογοητευση της  είχε φύγει για τη δουλειά του. Ηταν το βράδυ εκείνης της ημέρας που η Καμίλια αποφάσισε να πάρει το σαρκίο της και να αποχωρήσει για την Ελλάδα, δίχως ποτέ να έχει επισκεφτεί την χώρα αυτή. Πράγματι, εκείνο, το ίδιο μελαγχολικό και γκρίζο βράδυ η Καμίλια έφυγε. Ουδέποτε ειδοποίησε τον Εμμανουελ για τον τόπο που βρίσκεται. Εκείνος εδώ και πέντε χρόνια αναζητά το κορμί της κάθε γκρίζο πρωινό. Το μεγάλο σπίτι φαντάζει άδειο. Η πόλη είναι άδεια.

Φτωχέ Εμμάνουελ είσαι κι εσύ ένας ακόμα ματαιωμένος. Ενας ακόμα από εκείνους που εφησήχασαν στη μικροαστική τους σχέση. Ενας ακόμα από εκείνους τους άχρωμους και άοσμους εραστές της συνήθειας.
Η μικρή Καμίλια κάπου μακριά χάνεται στις ονειροπολήσεις της για δήθεν αιώνιους έρωτες... Κάπου σ ένα μικρό ελληνικό κυκλαδίτικο νησι η Καμίλια ξυπνάει κάθε πρωί κοιτάζοντας την ανατολή του ηλίου, περιφερόμενη στα λευκά στενά σοκάκια και μαραμένη πια από τον καιρό και την προσμονή, κοιμάται μόνη από τις δέκα. Οσο για εραστές είχε πολλούς, αλλά κανείς μα κανείς δεν της χάρισε εκείνον τον αιώνιο έρωτα, που τόσο ανελέητα και εμμονικά αποζητούσε.
Ισως εκείνος ο νεαρός που υπάρχει κάπου σε μία άκρη της ζωής της, να της εμπνεύσει εκείνον τον έρωτα που αναζητούσε... Ισως. Ποιός ξέρει ; Δεν θα μάθουμε ποτέ...αφού οι έρωτες αρχίζουν μ ένα ίσως, κορυφώνονται με μια κραυγή που φωνάζει "ΝΑΙ" και τελειώνουν μ ένα |" ποτέ ξανά"...  

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019


Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Με αφορμή μιαν αλοιφή.

Τις προάλλες τραυμάτισα το πόδι μου. Ο γιατρός μου το έβαλε σε γύψινο νάρθηκα και θα έπρεπε να είμαι σε ακινησία για δεκαπέντε ημέρες, αλλά την δέκατη ημέρα δεν άντεξα αυτή μου την αδράνεια. Πήγα στο μπάνιο, ξετύλιξα τη γάζα, και άρχισα με το μικρό ψαλιδάκι των νυχιών να κόβω αργά και σταθερά το βαμβάκι που κρατούσε στο πόδι μου αυτό το γύψινο κατασκεύασμα της νοσοκόμας. Το πόδι μου παρ όλα αυτά παρέμεινε πρησμένο, αλλά εγώ αρνήθηκα να πάω ξανά στον γιατρό. Αντ αυτού ξεχύθηκα και πάλι στους δρόμους με όλη μου την ορμητικότητα, το πάθος, την αφέλεια και την ελευθερία που με διακατέχει. 
Ποτέ μου δεν άντεχα τις στατικότητες στη ζωή, ούτε στους δρόμους. Μισώ το μποτιλιάρισμα στους δρόμους της Αθήνας, επειδή πρέπει να είσαι σταματημένος μέσα στο όχημα σου και να περιμένεις... να περιμένεις.... τι να περιμένεις άραγε ; Βασανιστικές αναμονές στους δρόμους, στις ζωές μας, στα σχέδια μας... Ολα επικαλύπτονται απο ένα σύννεφο ελπίδας για το μέλλον... Αλλά η ελπίδα το μόνο που κάνει είναι να σε αδρανοποιεί και να σε καθηλώνει σε αβέβαιες προσμονές, ενώ το παρόν πετάει σα βιαστικό πουλί μακριά μας, και χάνεται, και μόνο όταν χαθεί προσπαθούμε πεισματικά να το επαναφέρουμε στην μνήμη μας και να αναβιώσουμε την ευτυχία του παρελθόντος. Οταν τα πράγματα σου συμβαίνουν, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που σου συμβαίνουν δεν μπορείς να συνειδητοποιήσεις πόσο υπέροχα είναι, πόσο ηδονικά και καθοριστικά για εσένα και αυτό αποτελεί μία ανθρώπινη τραγωδία. 
Στον έρωτα, για παράδειγμα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που γεννιέται, αρχίζεις να αναρωτιέσαι πόσο θα κρατήσει, αν το αντικείμενο του πόθου σου θα εξακολουθεί να σε ποθεί  και την επόμενη ημέρα ή την επόμενη εβδομάδα ή τα επόμενα χρόνια. Βάσανα που έχει αυτός ο άτιμος ο έρωτας. Ποιός είπε ότι ο έρωτας είναι ευτυχία ; Ερωτας είναι η μόνιμη αγωνία για τον άλλον... Ερωτας είναι η βία που σου ασκεί ο εραστής σου, γιατί σου ασκεί βια, οταν ένα και μοναδικό ανθρώπινο ον είναι ικανό να σε ταξιδέψει στα σύννεφα ή σε βαθιά χαράδρα μέσα σε ένα χιλιοστό του λεπτού.Ο έρωτας είναι η μυστική συνάντηση των ανθρώπων, ο έρωτας είναι αυτός που διατρέχει τα ανθρώπινα σώματα, τα οποία μόνο για να ενωνονται είναι πλασμένα. Ο έρωτας είναι η μοναδική κινητήριος δύναμη του κόσμου. 
Εγώ ψάχνω τον έρωτα, όπως οι ρίζες του δέντρου ψάχνουν στο έδαφος το νερό, ώστε να καρπίσει το δέντρο. Ετσι, κι εγώ βουτάω μέσα στον ωκεανό της ζωής και των ανθρώπων, αλλά άνυδρα, βλέπετε, τα εδάφη, άνυδρα και στέρφα, καρπούς δεν αποδίδουν. Μονάχα ματαιωμένες επιθυμίες, ματαιωμένα σχέδια, ανώφελα φιλιά,ανούσια πάθη που εξατμίζονται μέ το πρώτο φως της αυγής. Διάχυτος ερωτισμός παντού τριγύρω. Σώματα χορεύουν, χέρια αγγίζονται, φιλιά χλιαρά στα χείλη, και άλλα φιλιά αληθινά, φιλιά μισής ώρας, φιλιά απρόσμενα, τρυφερότητα ξοδεμένη, σπέρνα ξοδεμένο. Μα όλα αυτά γιατί δεν οδηγούν κάπου; Πού βγάζει, αλήθεια, αυτός ο δρόμος των ερωτικών συναντήσεων; Μάλλον σε ξέστρωτα κρεβάτια και σε φοβισμένες Καλημέρες-Καληνύχτες. Χαιρετίσματα μου στέλνουν απ τα ξένα οι έρωτες μου. Απιαστες πατρίδες οι άντρες που ερωτεύτηκα. Κρίμα... Κι ήμουν τόσο όμορφη... 
Είμαι, λένε, επιθετική με τους άντρες. Μπορεί και να είμαι. Θυμός. Απεριόριστος θυμός, καταπιεσμένος, που όσο και να προσπαθήσω να τον θάψω στα έγκατα μου, ανεβαίνει σαν καπνός στην επιφάνεια και σκοτεινιάζει κάθε μου πρόσωπο τρυφερό. Μια βαθιά πληγή, που αιμοραγεί, και που δεν μπορεί να κλείσει ή ακόμα κι αν κλείνει με κάθε επόμενο ξύσιμο, ματώνει και αιμοραγεί ξανά από την αρχή. Κάποια, λένε, στην ηλικία μου είναι μικρή, για να απογοητεύεται τόσο πολύ και τοσο βαθιά και τόσο απόλυτα. Λένε... Ολοι λένε... Ειδήμονες, Επιστήμονες, Ψυχολόγοι... Η ανθρώπινη ψυχή, το ανθρώπινο τραύμα δεν έχει ηλικία. Σίγουρα καθείς την απογοήτευση του την εκδηλώνει διαφορετικά, κι εγώ δεν μπορώ να το βάλλω κάτω και να παραμείνω έρμαιο της μόνωσης μου. Σαφώς αυτό δεν ταιριάζει σε ανθρώπους που αγαπούν τόσο πολύ τη ζωή και τους ανθρώπους. Επιθετικότητα, λοιπόν, ίσως και να σημαίνει απογοήτευση ή έστω αυτοπροστασία, αλλά οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν παρά μοναχά αυτό που βλέπουν μπροστά τους- αν το καταλαβαίνουν και αυτό- Δυστυχώς, το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης μονάχα ένας ποιητής μπορεί να το συλλάβει, και σήμερα δεν υπάρχουν ποιητές παρά μονάχα επιβήτορες.  - Δεν θέλω να γαμηθώ άλλο, γαμώτο σας, Δεν θέλω. -
Σκέφτομαι, πώς στο στραμπουλισμένου πόδι μου θα αλείψω την άθλια αλοιφή και θα γιατρευτεί. Αλλά οι καρδιές πώς γιατρεύονται ; Αν, η μοναδική γιατρεία της αθλιότητας μας είναι η αγάπη, αυτό σημαίνει ότι πάντα η επούλωση του τραύματος της καρδιάς μας, θα εξαρτάται από κάποιον άλλον ; Θα πρέπει άραγε κάποιος άλλος να μας αγαπήσει, ώστε να ξαναγεννηθούμε από την αρχή ή έστω να σταματήσουμε είμαστε μαινόμενοι ; Αυτήν η προσέγγιση φαίνεται τολμηρά ρομαντική, αλλά΄ταυτόχρονα τόσο μοιρολατρική. Με τρομάζει να μην είμαι εγώ η κυρία της καρδιάς μου, και του εαυτού μου, αλλά να πρέπει να ρθει ένας καινούριος άνθρωπος στη ζωή μου ώστε να με γιατρέψει.- εσύ για μένα είσαι γιατρός, εσύ θα με γιατρέψεις- Προσπάθησα να ηρεμήσω την καρδιά μου, αλλά καταπώς φαίνεται μονάχα επούλωσα τα τραύματα προσωρινά. - εις σε προστρέχω τέχνη της ποιήσεως- . Αν πρέπει κάποιος να μας αγαπήσει και να τον αγαπήσουμε, ώστε να πάψουμε πια να πονάμε, τότε είμαστε όλοι από χέρι χαμένοι. Δυστυχώς ή ευτυχώς οι άνθρωποι δεν μπορούν να βρεθούν στα φαρμακεία, όπως οι αλοιφές, ούτε μπορεί η αγάπη τους να εξαγοραστεί με ευρώ. Οπότε τι μας μένει; Μηδέν εις το πηλικό. Τι είχες Γιάννη... Τι είχα πάντα... " βγάλτα πέρα μοναχή σου, όπως κάναμε όλοι μας... ΩΩΩΩ Γαμώ το πορτοφόλι μας... " και τα ρέστα δικά σας, μωράκια μου.... ανυποψιάστα αδύναμα πλασματάκια μου, εγώ θα σας αγαπούσα αν....

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

Love Of My Life

Ι.  Το μίσος

Oχι, δεν είναι εντάξει η συμπεριφορά του. Δεν είναι καθόλου εντάξει, ακόμα και αν έχουν περάσει τόσα χρόνια. Ακόμα και αν  είμαι κακός άνθρωπος. Δεν με ενδιαφέρει να είμαι καλός άνθρωπος. Στο βωμό της πολιτικής ορθότητας συντελούνται οι μεγαλύτερες συγκαλύψεις. Οχι, δεν με ενδιαφέρει. Ας με χαρακτηρίσετε κατίνα, αδύναμη, γυναικούλα, τριτοδεύτερη σκύλα, αλλά εγώ επιμένω: Δεν είναι εντάξει η συμπεριφορά του. Οσο και να θέλω να τον καταλάβω, όσο και να προσπάθησα να τον συγωχωρεσω, δεν τα έχω καταφέρει. Με ενοχλούν ακόμα όλα όσα μου έκανε. Δεν είναι εντάξει. Καθόλου εντάξει. Εγώ δεν είμαι Χριστός να στρέψω το μάγουλο από την άλλη. Θα ήθελα πάρα πολύ να σηκώσω εγώ το χέρι μου και να του σπάσω τα δικά του μούτρα. Του εύχομαι να πονέσει τόσο όσο πόνεσα. Αυτός ο άνθρωπος με κατέστρεφε αργά και σταθερά. Με πλήγωσε σε σημείο που με έκανε να τρομοκρατηθω. Να είμαι μουδιασμένη από τον πόνο. Να μην μπορώ να σηκωθώ και να αρπάξω τη ζωή, αν και έπρεπε να αρπάξω τη ζωή. Με σπασμωδικές κινήσεις προσπάθησα να σταθώ στα πόδια μου, να προχωρήσω και να πάω παρακάτω. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ό,τι πιο απαίσιο γνώρισα, το πιο απαίσιο πλάσμα που κυκλοφορεί αναμέσα μας. Είναι ρομπότ. Δεν σκέφτεται τίποτα. Δεν τον αγγίζει τίποτα. Ούτε καν η ραγισμένη μου καρδιά. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο πιο απαίσιος άνθρωπος της Αθήνας και μη σας ξεγελάει το χαμόγελο και το αγγελικό του βλέμμα. Ούτε εμένα να μη με ξεγελάει. Γιατί άφεση αμαρτιών ; Τι είμαι εγώ; ο Πάπας ; Θα μου πείτε συγχώρεσε τον, για να προχωρήσεις. Προσπάθησα να τον συγχωρέσω. Δε γίνεται. Δεν είναι εντάξει. Είμαι θυμωμένη που με έκανε να κλάψω, να πονέσω. Καθαρμα,δεν θα σου κάνω τη χάρη. Δεν υπάρχει περίπτωση να σου κάνω αυτή τη χάρη. Ουτέ σ εσένα ούτε σε κανέναν άλλον. Δεν σε συγχωρώ γιατί εξ αιτίας σου  δεν μπορώ να κάνω μία σχέση. Οπου και να πάω, με σημαδεύεις. Λες και έρχεσαι διπλα μου, πάνω στο κρεβάτι μας, να μου τα επισκιάσεις όλα. Να με σκοτώνεις. Πόσο εύκολα προχώρησες κάθαρμα ; Μίλα, για δε μιλάς ; Πόσο εύκολα προχώρησες, κάθαρμα ; Τι ήμουν εγώ για σένα ; Αποθήκη σπέρματος ; Μόνο έτσι με αντιμετώπισες. Πώς αλλιώς σ αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος που φεύγει, χωρίς να πει ούτε ένα αντίο μετά από τόσα χρόνια; Εσείς κορίτσια τι έχετε να πείτε; Δεν είναι κάθαρμα ; Δεν είναι άναναδρος. Δεν το μετανιώνω. Ολα όσα σου έσουρα δεν τα μετανιώνω. Ανανδρο άθλιο υποκείμενο. εισαι άνθρωπος εσύ ; αναίσθητε, απαίσιε... ανάθεμα την ώρα που έπεφτα πάνω σου. ανάθεμα και τρεις ανάθεμα. Τι θα μου έλειπε αν δεν σε είχα γνωρίσει ; Θα είχα γνωρίσει κάποιον άλλον να ζήσω έναν κανονικό έρωτα, όχι έναν έρωτα που με σκότωσε. Σε σιχαίνομαι και σου εύχομαι όσα μου έχεις κάνει, να τα πάθεις όχι μία φορά, αλλά εκατό φορές. Και δεν με νοιάζει που νιώθω άσχημα γι αυτά που γράφω, απαίσιο κάθαρμα, ασπόνδυλο ζώο. δεν με νοιάζει καθόλου. Ισως η μόνη θεραπεία είναι να βγουν από μέσα μου. Σε μισώ. Σε σιχαίνομαι. Μακάρι να μην σε δω ποτέ ξανά στη ζωή μου ή αν σε δω να είσαι ταπεινωμένος. Να έρθεις πίσω μου, να με παρακαλάς, και να σε πατάω κάτω με τα τακούνια μου. να μη με νοιάζεις καθόλου. να είσαι σαν να μην υπήρξες ποτέ. Σαν να μη με άγγιξες ποτέ, λες και δεν πέρασες ποτέ από πάνω μου, όπως όλοι οι υπόλοιποι μετά από σένα μεταβολίστηκαν μέσα σε μερικά εικοσιτετράωρα. Δεν θυμάται το σώμα μου κανέναν τους, εκτός από έναν που μόνο τα φιλιά με μέθυσαν. Το μόνο που θα με λύτρωνε θα ήταν να έρθεις πίσω και να με παρακαλάς και να σε στείλω πραγματικά σοτν αγύριστο και ακόμα παραπέρα, αφού πρώτα σε βασανίσω, όπως σου πρέπει. Θα μου πείτε ότι όλα αυτά είναι κατινιές. Ναι, είναι, και δεν θα τα κάνω, γιατί απλούστατα ποτέ δεν θα γυρίσει.

ΙΙ. Εξορθολογισμός.  
Θα μου πουν οι ψυχολόγοι και οι άλλοι ειδικο-λόγοι - γέμισε ο κόσμος ειδήμονες της ανθρώπινης ψυχής- ότι έχω εμμονές με την εξουσία, ότι το εγώ μου είναι τεράστιο, ότι ο μόνος που μιλάει τώρα είναι ο θιγμένος μου εγιωσμός. Ναι, mon serie, το θέμα είμαι τι κάνουμε προκειμένου να ξαναθρέψουμε τον εγωισμό μας ή ακόμα περισσότερο τι κάνουμε για να μην έχουμε τόσο εγωισμο. Περαιτέρω οι ψυχολόγοι και οι άλλοι, θα μου πουν ότι τα λεγόμενα μου καταδεικνύουν έλλειμμα αυτοπεποίθησης, διότι αντλούσα την επιβεβαίωση μέσα από έναν γκόμενο. Και από πού να την αντλήσω,  βρε χριστιανοί ή μωαμεθανοί μου τελοσπάντων ; Υπάρχει κανείς απ΄ολους εσάς που δεν γουστάρει να νιώθει επιθυμήτος από κάποιον άλλον άνθρωπο, ειδικά αν τον άλλον άνθρωπο τον θέλει ; Υπάρχει κάποιος πού δεν θα επιβεβαιωνόταν μέσα από αυτό ;
Θα μου πουν επίσης ότι το μόνο που με κράταγε σ αυτή τη σχέση ήταν η ανασφάλεια μου, ότι δήθεν τάχα μου δεν θα βρω άλλον. Θα μου πουν ότι ο μόνος λόγους που τον σκέφτομαι ειναι ότι δεν υπάρχει στο προσκήνιο κάποιος άλλος ή ότι έχω θέματα με τη δουλειά μου και επαναφέρω κάκές σκέψεις στο νου μου ή ότι απλώς είμαι μαζοχίστρια και γουστάρω τον πόνο ή ότι έχω την ανάγκη να νιώσω κάτι, έστω κι αν αυτό το κάτι συνεφαίνεται με την απώλεια ή το θυμό, γιατί ως γνωστόν είναι καλύτερα να νιώθεις ακόμα και πόνο παρά να μη νιώθεις τίποτα. ή ότι σκεφοτμαι όλα αυτά επειδή έχω πολύ χρόνο και είμαι άνεργη. ή ότι απλά είμαι παρανοική. Θα μου πουν ένα σωρό αφορμές,αιτίες για τις οποίες σκέφτομαι ακόμα αυτόν τον άνθρωπο.
Η βασική αιτία όμως είναι μία και την ξέρω εγω: Το σώμα. Καταραμένη σάρκα, καταραμένη λαγνεία, καταραμένη μου ζωτικότητα, καταραμένη θηλυκή μου ενέργεια- γιατί τόσο θυληκη, γιατί τόσο λάγνα ; Αμάρτημα η λαγνεία. Μέγα. Ο βασικός λόγος που εξακολουθώ να τον σκέφτομαι είναι ότι ουδείς μπορεί να συγκριθεί στο κρεβάτι μαζί του ούτε κατ ελάχιστον. Μην ακούσω ότι τότε ήμουν ερωτευμενη και γι αυτό το κρεβάτι ήταν τόσο καλό. ΠΑΠΑΡΙΕΣ. καυλωμένη ήμουν, μόνιμα, όπως και αυτός, και αυτό ήθελα, και αυτό θέλω. Και δεν το βρίσκω. Δεν μου βγαινει, έχασα το σεξ απίλ μου. τόσα χρόνια πέρασα από τόσος ρόλους: τρίτο πρόσωπο και δήθεν μοιραία γκόμενα, ερωμένη ηθοποιού, αγάμητη σύζυγος που ξεσκονίζει, κοριτσάκι που περιμένει τον άντρα να κάνει την πρώτη κίνηση,  φίλη και ερωμένη μαζί. Κανένας άντρας, και ήταν τόσοι, δεν μου δημιούργησε αυτό το αίσθημα. Κανείς δεν με έχει εμπνεύσει για πάνω από ένα μήνα. Κανείς δεν με έχει κάνει χάσω το μυαλό μου. Μαζί του ήμουν όλοι μου οι ρολοι και άλλοι τόσοι, εκτός από  αγάμητη σύζυγος.
Μαζί του ήμουν γυναίκα, ευχαριστημένη γυναίκα στο κρεβάτι και πουθενά αλλού. Και δεν καταλαβαίνω, γιατί πρέπει να νιώθω ενοχές γι αυτό. Και δεν καταλαβαίνω γιατί οι γκομενες κάθομαστε σε σχέσεις, όταν το κρεβάτι είναι χάλια ή μέτριο. Και δεν καταλαβαίνω πώς κάποιες παντρεύονται εκείνον με τα πολλά φράγκα και όχι εκείνον που τις τρελαίνει στο κρεβάτι. Και δεν καταλαβαίνω για ποιόν λόγο πρέπει να κάνουμε παιδιά από τη στιγμή που δεν τα βρίσκουμε με τον άντρα μας στο κρεβάτι. Και δεν καταλαβαίνω, επιτέλους, δεν καταλαβαίνω, γιατί δεν πρέπει να με νοιάζει το κρεβάτι. Και γιατί τώρα που διαβάζεις αυτά νομίζεις ότι είμαι τόσο φτηνή και τόσο πεζή και τόσο κυνική, ενώ δεν είμαι, γιατί μιλάω για κρεβάτι με τον έναν και μοναδικό και όχι για κρεβάτι με ένα σωρό τυχάρπαστους και άσχετους κρετίνους- εραστές.
Και όποιος είπε ότι δεν αγαπάμε με το σώμα, δεν ξέρει τι θεό λατρεύει. ή μάλλον δεν έχει αγαπήσει ποτέ. και ακόμα περισσότερο δεν έχει ερωτευτεί ποτέ του. τι είναι δηλαδή ο έρωτας ; μόνο πεταλούδες στο στομάχι και στίχοι του Ελύτη και της Σάρα Κειν ; Δεν είναι ο έρωτας σεξ στο πάτωμα ή οπουδήποτε άλλού; Δεν είναι ο έρωτας σεξουαλική ένωση; Δεν είναι ο έρωτας μία φωτιά που σε καίει; Δεν είναι σωματική εξάρτηση από το άλλο σου μισό ; Δεν είναι εκείνος ο πόνος κάθε φορά που τον αποχωρίζεσαι ; Δεν είναι η τρελά κάθε φορά που δεν σου απάντάει στα τηλέφωνα ; Δεν είναι η ζάλη του φιλιού; Δεν είναι αυτό το αχόρταγο αίσθημα που έχεις κάθε φορά που σε ξαπλώνει κάτω ; Δεν είναι αυτή η αίσθηση ότι θες να τον κατασπαράξεις, να τον φας ολόκληρον, να περάσει το δέρμα του κάτω από το δέρμα σου για να μην τον χάσεις ποτε; Δεν είναι εκείνο το αίσθημα ότι χάνεις τα λογικά σου κάθε φορά που σε αγγίζει ; Δεν είναι μία κακιά φωτιά που σε καίει κάθε μέρα, αργά, βασανιστικά και κάποτε απολαυστικά ; ΑΝ όλα αυτά δεν είναι ο έρωτας, τότε τι σκατά είναι; Μία κατ επίφαση συντροφικότητα; Να πίνουμε τα ποτάκια μας ; Να διαβάζουμε τα ποιηματάκια μας; Να κάνουμε τα παιδάκια μας και να ρίχνουμε και καναν εξωγαμιαίο πήδουλο;  Ρε δεν πάτε να δείτε αν έρχομαι. Βαρετή μικροαστική κοινωνία, ΣΕ ΒΑΡΕΘΗΚΑ.




IΙΙ. Η έλλειψη.

Μου λείπεις με όλους τους δυνατούς τρόπους σε όλα τα δυνατά μέρη. Σε κάθε μπαρ που πηγαίνω κοιτάζω γύρω τους φίλους μου να ζευγαρώνουν ερωτευμένοι, κι εγώ αναρωτιέμαι γιατί δεν ερωτεύομαι πια και κυρίως γιατί δεν με ερωτεύονται πια.Θυμάμαι εσένα, εμάς άλλοτε στα μπαρ μας να πίνουμε σαν να μην υπάρχει άυριο και να κάνουμε έρωτα λες και είναι η τελευταία μέρα του κόσμου.
Στο σπίτι τα βράδια που προσπαθώ να απασχολώ το μυαλό μου, για να μη σε σκέφτομαι, καμία φορά, όπως τώρα λυγίζω και δεν αντέχω. Κυλιέμαι μονάχη στο κρεβάτι και σκέφτομαι ότι αργοπεθαίνω. ¨Οτι μία γυναίκα στα εικοσιεπτά χρόνια της δεν γίνεται να ζει τόσο στερημένη από έρωτα και από κρεβάτι. Διψάω και δεν ήρθες να με ποτίσεις, όπως συνήθιζα να σου λέω. Κι αυτό ισοδυναμεί με θάνατο. Είμαι η ίδια η ζωή, αναζητώ τη ζωή που ταυτίζεται για μένα με το σεξ, και δεν μπορώ να το έχω. Γι αυτό μου λείπεις. Το ξέρω ότι γι αυτό μου λείπεις. Και το έχω παραδεχτεί. Ελλειψει καλού σεξ, μου λείπεις.
Το σώμα σου  το άλλοτε ζωογόνο, τώρα με στοιχειώνει. Κάθε φορά που είμαι με άλλον στο κρεβάτι, πρέπει να είσαι κι εσύ εκεί, για να μου θυμίζεις πόσο άχρηστος είναι ο άλλος. Να μου θυμίζεις ότι όλοι αυτοί είναι φλώροι, είναι λίγοι, είναι ανίκανοι, είναι ανασφαλείς, και δεν σε αγγίζουν ουτε στο μικρό σου δαχτυλάκι. Μην τον μυθοποιείς, θα φωνάξει η έξυπνη φίλη. Σουτ, φιλενάδα, μακάρι να σου κάνουν έρωτα, όπως έκανε αυτός σ εμένα.
Αν το διαβάσει το κείμενο άντρας, θα με μισήσει και το ξέρω. Πώς διανοούμαι να μιλάω έτσι για το φύλο του; Ναι, έχει δίκιο. Δεν είναι όλοι οι άντρες μαλάκες, επειδή εγώ έπεσα πάνω σ έναν, ούτε είναι όλοι οι άντρες άχρηστοι σεξουαλικά, επειδή εγώ έχω πέσει πάνω σε αυτούς με τους οποίους δεν είχαμε χημεία.
Υπάρχει βέβαια κάποιος εκεί έξω που με έκανε να νιώσω πάλι τσίμπημα, υπάρχει κάποιος εκεί έξω με τον οποίον έχουμε χημεία...Αυτός τα υδρογόνα... εγώ το οξυγόνο... για να δούμε... Θα γίνουμε νερό ; Αν και εμείς οι δύο... μόνο τσίπουρο θα μπορούσαμε να γίνουμε, αν είχαμε ενωθεί...

V. Συμπόνοια
Οσα έγραψα παραπάνω, κάθε μία λέξη, κάθε μία φράση, με την οποία σε κατηγορώ... όλα, τα παίρνω πίσω. Τα μετανιώνω. Απαρνιέμαι τις κουβέντες μου. Κανείς δεν ξέρει πόσο μόνος είσαι. Ισως αυτό που κουβαλάς μέσα σου, το μεγάλο σου μυστικό, που μόνο εγώ το είχα ψιχναμιστεί, να είναι ένα αρκετά μεγάλο φορτίο. Ισως μόνο αυτό να αρκεί. Ισως πονάς περισσότερο από εμένα. 
Εκείνο που με πονάει μεταξύ άλλων είναι ότι ποτέ δεν μοιράστηκες το φορτίο αυτό μαζί μου, αν και είχες πολλές ευκαιρίες. Ούτε μία αλήθεια. Δεν ξέρω την ουσία σου. Ερωτεύτηκα έναν άνθρωπο, που τελικά δεν ήξερα. Κοιμόμουν μ έναν άνθρωπο που μου έκρυβε ουσιώδη στοιχεία την ύπαρξης του. Και αυτό δεν μπορεί να μην με θυμώνει, και κατ επέκταση να με πληγώνει. " τα μάτια σου έκλεισες και μ άφησες απ έξω... "
Αυτό με πονάει, που ποτέ δεν έγινα συνένοχος... δεν με έκανες ποτέ κοινωνό των αισθημάτων σου... και έτσι έφυγες... μόνος... Αυτό με πονεσε περισσότερο.. Η αδιαφορία σου....

"Love of my life
you ' ve hurt me... " 

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

Σ' εκείνον

"φτάνει, ένα τίποτα, μια λέξη ένας ήχος, για να ξανάρθουν ζωνταντά, αυτά που νόμιζες πως είχανε πεθάνει"

" Ακόμα κι άμα στα ξερίζωνα τα χείλη αυτά, που άλλα έχουν φιλήσει, την γεύση της απόλαυσης που νιώσανε θα την θυμόσουν ως το θάνατο"

 "Δωσ μου λίγη αγάπη ακόμα, μη μ αφήνεις σα σκυλί πεινασμένο
Δως μου λίγη αγάπη ακόμα, θέλω να μπω στη γενιά των χαμένων"

"Πίσω μου πάγοι που προσεύχονται ν' αρπάξουν φωτιά μπρος μου φωτιές που περιμένουν να παγώσουν κι ανάμεσα τους μια άγρια πεινασμένη στιγμή που περιμένει πληρωμή, που περιμένει πληρωμή από μια άδεια καρδιά κι από ένα άδειο κορμί"
Κυριακή πρωί: Ξυπνάω κατά τις οκτώ, αλλά σκέφτομαι ότι ειναι πολύ νωρίς για να σηκωθώ από το κρεβάτι από τώρα. Ξαπλώνω λίγο ακόμα. Βυθιζομαι μέσα στο στρώμα, και κουκουλώνομαι με το πάπλωμα μου, ώστε να μη με ενοχλεί το πρωινό φως. Κλείνω τα μάτια μου και σκέφτομαι εσένα. Θα φταίει ο καιρός φαινεται. Ο χειμώνας πάντα είναι δύσκολος, ειδικότερα όταν είσαι μόνος.Οι χαμηλές θερμοκρασίες χρειάζονται αγκαλιές, σκέφτομαι, αλλά μετά που το επεξεργάζομαι καταλήγω στο ότι το μόνο που χρειάζομαστε είναι θερμά αισθήματα. Αγκαλιές βρίσκεις τόσο εύκολα, θερμά αισθήματα τόσο δύσκολα. 
Ανάμνηση: κάπου στο κέντρο της πόλης, σ ένα σπιτι ζεστό, με αναμένη ξυλόσομπα, ήμασταν μαζί. Ηταν ένα βραδύ- δε θυμάμαι ποιανού μήνα- που ειχα έρθει να σε βρω σπίτι σου για ουίσκι, ποίηση και έρωτα. Εκανες πρόβα τάχα μου έκείνον τον μονόλογο. Ψεύτη! Είχες σκηνοθετήσει τη στιγμή: ηθελες να ανοίξω τη πόρτα και  να σε ακούω να λες " Πιάνω τη Βίκυ, τη ρίχνω στο κρεβάτι και ορμάω μέσα της...". Και όντως ορμησες μέσα στο μυαλό μου, η εικόνα σου εκείνη έμεινε ανεξιτηλη. Δεν ήθελα να σε ερωτευτώ, και προσπάθησα να συγκρατήσω τα συναισθήματα μου. Ησουν, είσαι και θα είσαι σάτυρος, αλητήριος, γυναίκας εκ φύσεως, ένας ανικανοποίητος παραπονιάρης που σου φταίνε πάντα οι άλλοι άνθρωποι, και βαθύτατα επικεντρωμένος στον εαυτό σου. ο Φρουντ θα έλεγε οτι πάσχεις από ναρκισιστική διαταραχή. Το πιστεύω κι εγώ. Δυστυχώς, δεν θα απελευθερωθείς ποτέ από τον εαυτό σου. θα διακατέχεσαι πάντα από τον πόθο της κατάκτησης. 
Πάντως, δεν καταλαβαίνω, γιατί επιστρέφεις και τι θες τελικά από εμένα. Απομακρυνθήκαμε με τρόπο άσχημο: σιώπησα σχεδόν βίαια και απόλυτα σε έστειλα εκεί που έπρεπε: στον αγύριστο. Ποιά ήμουν εγώ άλλωστε να στραφώ κατά του εγωτισμού σου ; Αυτό σε ενόχλησε είναι η αλήθεια. Οτι δεν σου χτυπούσα παλαμάκια. Οτι δεν σε προσκύνουσα, όπως έκαναν οι άλλες που σε πλησιαζαν, και σου έταζαν δουλειές, δόξες και μεγαλεία με αντάλαγμα το ωραιότατο κορμί σου. 
Ιησού Χριστέ, Γκεβάρα, Επαναστάτη Ανώνυμε, Τρελέ του χωριού,Ασυμβίβαστε, Μάρξ, ταπεινέ στρατιώτη, όποιος κι αν πιστεύεις πως είσαι κατά καιρούς, δε σε προσκυνάω, όχι, αδερφέ, λάθος σου τα είπανε. Δεν είσαι και καμιά εικόνα δα, ουτε κανένας ανώνυμος άγιος στο εικονοστάσι. Και στο κάτω κάτω πάντα μου αργούσες τα χατίρια μου, πάντα ετούτη η ασάφεια πρωταγωνιστούσε στις συναντήσεις μας, η οποία καμιά φορά με τσάκιζε. Αλλοτε δε με πείραζε πολύ. Ημουν κι εγώ ασαφής. Ημουν κι εγώ χαμένη. 
Πίναμε ουίσκι και καπνίζαμε ναργιλέ στην παρακμιάκη γωνιά της πόλης. Βρίσκαμε μία γοητεία στην παρακμή. Και οι δύο. Δεν άκουγα τι μου έλεγες. Κοιταγα τα μάτια σου. Ομολογώ: Δεν έχω δει ποτέ στη ζωη μού ωραιότερα μάτια. Ειναι γεγονός ότι ήσουν ο πιο όμορφος από τους εραστές μου, και ειμαι περήφανη που σε είχα στο κρεβάτι μου. Ησουν πάντα όμως φειδωλός στις ηδονές. Περισσότερο ηδονιζόσουν να με κυνηγάς παρά να με έχεις. Μέσα στο παράξενο μυαλό σου, εγώ δεν σου ήμουν αρκετή, επειδή δεν με είχες γνωρίσει με απρόσμενο τρόπο, είχες πει. Μωρό μου, μας έχει χαλάσει η ποίηση, δε νομίζεις; Αναζητείς το απροσδόκητο και το αναπάντεχο χτυποκάρδι, που θα το νοιώσεις για μίαν άγνωστη που αγνοεις το ονομα της. Αυτή θα διασχίζει το πεζοδρόμιο, αμέριμνη, και χαμένη στις σκέψεις της ή και στη θλίψη της και ξαφνικά εσύ από το πουθενά θα της μιλήσεις και θα τη σώσεις από την υπαρξιακή της μιζέρια. Ναι, μωρό μου, καλησπέρα και καλή βραδιά. Σκεφτόμαστε ακριβώς τα ίδια. Μόνο που σήμερα δεν υπάρχουν πριγκίπισες, ούτε πρίγκιπες. Το πιθανότερο ειναι η συννεφένια γκόμενα να σε προσπεράσει, ή έστω να σε περάσει για τρελό, ή έστω για λιγούρι, αλλά πάντως καμία σημασία δεν θα σου δώσει. Ισως καλά θα κάνει, ίσως γλυτώνει έτσι από τη γοητεία σου, που είναι μάστιγα, και κάρβουνο αναμένο, και λάβα που βράζει, και συννεφο που κυοφορεί έναν κατακλυσμο του Νώε. 
Δεν με ένοιαζε αν είχες άλλες, είχα κι εγώ άλλους εξάλλου. Με ένοιαζε που δεν μπορούσα επικοινωνήσω μαζί σου. Γινόσουν τόσο απόμακρος, τόσο αντι-ποιητικός, εσύ, που είσαι η ποίηση η ίδια, εσύ, που το σώμα σου είναι ο ερωτικότερος στίχος.  Ηθελα τόσες φορές να σου στείλω έναν στίχο του Καβάφη " την ομορφιά πολύ ατένισα που πλήρης είναι αυτής η όρασις μου" . Δεν στον έστειλα ποτέ. Ηθελα να μοιραστώ μαζί σου τόσα σύμπαντα, μουσικές και λέξεις. Δεν μου άφηνες περιθώριο για τίποτα. Ισως να με βαριόσουν,σκέφτομαι.  Ισως να μη με ήθελες. Αλλά την ιστορία αυτή γιατί τη συνέχιζες όλον αυτόν τον καιρό ; Γιατί με κυνηγούσες και με προκαλούσες; Και τώρα αναρωτιέμαι τι σημαίνει αυτή η ένδειξη ζωής. Για εσένα, που είσαι ένα τέρας εγωισμού, πρέπει να είναι πολύ μεγάλο βήμα ότι έστειλες πάλι μία ένδειξη ζωής.  " Επέστρεφε ξανα και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις..."
Πόσο μόνος μπορείς να είσαι ; Αν ήσουν αλλιώς, θα ήμασταν ωραίο ζευγάρι, ακόμα κι αν είχες άλλες, ακόμα κι αν είχα κι άλλους. Το μόνο που θα με ένοιαζε θα ήταν να επικοινωνείς επί της ουσιας μαζί μου. Δεν σου ζήτησα ποτέ σεξουαλική αποκλειστικότητα, γιατί εσύ δεν μπορείς. Δεν μπορείς και το ξέρω. Και αναρωτιέμαι πώς ένας άνθρωπος σαν εσένα, ημίτρελος, ρομαντικός μέχρι θανάτου, επαναστατημένος, και ασυμβίβαστος, δεν μπόρεσε να ερωτευτεί έναν άνθρωπο σαν εμένα, που είμαι εξίσου τρελή, επαναστατημένη, ραγισμένη.. Θα φταίει η ποίηση, μωρό μου. Οση κι αν διαβάσεις, όσον ερωτικό Ρίτσο κι αν μου απαγγείλεις, αν δεν σταματήσεις να πιστεύεις ότι το εγώ σου είναι το κέντρο του κόσμου, δεν θα ζήσεις ποτέ μίαν αξιοβιώτη ερωτική ιστορία, παρά μονάχα επαναλαμβανόμενες μηχανικά όμοιες συνουσίες με δήθεν ανεξάρτητες γυναικες. 
Τελοσπάντων, όσον αφορά εσένα, είμαι  πλέον πεπεισμένη μετα βεβαιότητας οτι δεν μου ταιριάζεις, γιατί δεν με αφήνεις να εκφραστώ, και εμένα αυτό με πνίγει, με τσακίζει, με καταβαραθρώνει. Δεν μου εμπνέει έρωτα. Αν στον έρωτα δεν με αφήνεις να σε στέψω με φύλα δάφνης, ως νικητή των ερωτικών αγώνων, τι να σε κάνω ; Εσύ με τον εγωισμό σου, μόνο με δηλητηριάζες. Δηλητηρίαζες ό,τι ωραίο άρχιζε. Δεν λέω. Δεν υπήρξα η πιο τίμια ερωμένη στην ιστορία μας. Και το ξέρω. Κι αν είχες άμυνες, ίσως να έφταιγα κι εγώ, αλλά προσπάθησα να σου δείξω μία αφοσίωση, αλλά ήσουν απών, κι αυτό ενεργοποιούσε το δικό μου εγωισμό. Και θα έπρεπε να το ξέρεις, ότι στον έρωτα πρέπει να βάλεις τον εαυτό σου από κάτω. Γι αυτό είναι βία. Γι αυτό είναι εξαφάνιση ο έρωτας. Αφανισμός. Πανούκλα είναι που ξεκληρίζει ο,τι παρελθόν και μέλλον έχεις. Καταιγίδα ο έρωτας, που ΄ρχεται αιφνίδια, κι είσαι μόνος σε ένα έρημονησι, χωρίς ομπρέλα και χωρίς σκηνή, χωρίς κανένα καταφύγιο. Δύσκολα τη βγάζεις καθαρή στον έρωτα. Γίνεσαι δυνατότερος βέβαια, αλλά με βαθύτερες πληγές. Δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι έρωτες. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις, μωρό μου. Είσαι τόσο αδύναμος συναισθηματικά. Φοβάσαι τόσο πολύ τον έρωτα, ακόμα κι αν έχεις ερωτική προσέγγιση στη ζωή. Και σε συμπονώ γι αυτο. Λες ότι θέλεις να ζήσεις έναν έρωτα, αλλά δεν δίνεις ευκαιρία να τον ζήσεις. Δεν μπορείς να ερωτευτείς εσύ. Είναι απλό. Εισαι ανίατη περίπτωση νάρκισου. 
Ωστόσο, εμένα τόσο με έσωσες από την απάνθρωπη συναισθηματική μου καθημερινότητα. Μου έδωσες έπνευση. Η ομορφιά σου ήταν το αντίδοτο στην αδιαβάθμητη θλίψη που ένιωθα εκείνον τον καιρό. Μπορούσα να ξεκουράζομαι κάπως μέσα στο βλέμμα σου, μπορούσα να νιώθω λίγο ζωντανή ή έστω λίγο επιβεβαιωμένη όταν κοιμόμαστε αγκαλιά, εγώ η ματαιωμένη.Και ημουν, στ αλήθεια, βαθύτατα ματαιωμένη εκείνον τον καιρο. Πού να στα λέω... Και πού να ξέρεις εσύ από τέτοια ; Και αναρωτιόσουν μια φορα που ήμασταν στο κρεβάτι, πώς γίνεται να μη αφήσει ο πρώην μου... Εσύ πώς γινόταν και με άφηνες ; Αυτό γιατί δεν το σκέφτηκες ; 
Τελοσπάντων, ούτε που ξέρω τι μου γίνεται. Ούτε κι εσύ ξέρεις, φαντάζομαι, και ίσως να μη μάθουμε ποτέ. Ισως ξανακυλιστούμε σ εκείνο το κρεβάτι, ίσως ξαναπιούμε κάνα ουίσκι μαζί, ίσως ξαναγκαλιαστούμε. Ερχεται κρυο... Ισως τα δύσκολα χειμωνιάτικα βράδια να γίνονται κάπως υποφερτά, αν κοιμόμαστε και καμιά φορά αγκαλιά... Τι κρίμα που θα είναι καμιά φορά... Τι αδικία είναι αυτός ο παρ ολίγον έρωτας. Δεν τον αξίζουμε, διάβολε. Και δεν ξέρω γιατί γύρισες.. Ισως να νιώθεις ότι μου χρωστάς. Και μου χρωστάς... Πολλά κρεβάτια, πολλά φιλιά, πολλές βόλτες... Και κοίταξε να ξεχρεώσεις... γιατί αν αργήσεις τα χατίρια μου πολύ, τότε ξέχασε με: Θα υποστείς μία ακόμα βίαιη εξαφάνιση. Μια ακόμα ματαίωση του εγώ σου, κι αυτό ίσως να σε συντρίψει, εσένα τον ήδη συντετριμμένο από το εγώ σου.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

Ενας ακόμα ματωμένος κόπος



 "Προσπάθεια για πρόβα ζωής. Μακριά του. Φιλότιμη προσπάθεια. Χωρίς αυτόν, πρόβα βυθού, θα προσπαθήσω κι άλλο. (..)Ανάθεμα την ώρα που τον γνώρισα. Για να μου θρυμματίσει τη ζωή. Πότε θα τον ξεχάσω ; Οταν ακμάσουν τα βρύα και γίνουν σαν τους κέδρους του Λιβάνου. Ποτέ" 
Μ. Κάραλη, του έρωτα μέγα κακό

Αγαπη μου, 
(έτσι θα σε προσφωνήσω πάλι, και πάλι και -πολύ φοβάμαι- για πάντα) είναι τόσο πολύς καιρός που δεν σου έχω γράψει ούτε μία σειρά, ούτε μία γραμμή. Ισως γιατί με πονάει, ίσως γιατί είσαι ένα κομμάτι της ζωής μου που προσπαθώ απεγνωσμένα να το ξεχάσω, να το διαγράψω και να πάω παρακάτω. Πήγα και παρακάτω, και έπεσα σε γκρεμό, από γκρεμόν εις γκρεμόν πηγαίνω. 
Οποιος έχει πει ότι ο χρόνος είναι γιατρός, βρίσκεται σε σύγχιση. Ο χρόνος μεγαλώνει τους πόνους, τους πολλαπλασιάζει, η απουσία διογκώνεται, καταλαμβάνει περισσότερο χώρο στο δωμάτιο, όσο προχωρά ο καιρός. 
Κι εγώ εδώ: Ακόμα σε θυμάμαι. Είναι φορές που έρχεσαι ξανά στον ύπνο μου να με αναστατώσεις και να με διαλύσεις. Αλλες φορές σε βλέπω σε φιγούρες άλλων αντρών, που σου μοιάζουν. Κάποτε σε βλέπω στα πρόσωπα των εραστών μου, γίνονται όλοι ξαφνικά στην φαντασία μου ένας, αλλά έχουν τη δική σου μορφή. Τους βαρέθηκα όλους. Οσο πιο πολλούς γνωρίζω, τόσο περισσότερο μου λείπεις, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πως ό,τι έζησα μαζί σου μπορεί να μην το βιώσω ποτέ ξανά. - και πόσο φτωχή θα είμαι, αν αυτός ο φόβος επαληθευτεί-. Βαρέθηκα αυτή την ερωτική ρουτίνα, αυτή την ερωτική ανιαρότητα. Δεν με εμπνέει κανείς και όποιος κατά περιόδους μετά από εσένα, με ενέπνευσε ήταν στον κόσμο του, ο οποίος δεν περιελάμβανε και εμένα. Κουράστηκα. Ισως δεν έμαθα να ψάχνω σωστά. Ισως τελικά να μη σε ξεπεράσω ποτέ. Αλλά αυτό αντιβαίνει στην λογική, και δεν μπορεί να συμβεί. Δεν γίνεται να ζω με αναμνήσεις. Λες κι η ερωτική μου ζωή σταμάτησε στα χρόνια που έζησα μαζί σου. 
Είμαστε χωριστά τέσσερις χειμώνες και τρία καλοκαίρια. Ακολούθησαν πολλοί επόμενοι- όχι, για να μη νομίζεις ότι ειμαι κτήμα σου, γιατί πάντα αυτό νόμιζες, και αυτό μπορούσε να με τρελάνει. Αυτή η αλλαζονία σου, η απαίσια αυταρκεια σου- ω πόσο τη μισούσα, πόσο σε μισούσα κατά βάθος, που δεν μου έμοιαζες καθόλου. Εγώ ήμουν και είμαι ατελής, ένας πεινασμένος για αγάπη σκύλος, που έχω ανάγκη τους ανθρώπους. Εσύ από την αλλη είσαι ο Λύκος της Στέππας, μόνος, έρημος και ικανοποιημένος την μοναξιά σου. Τις γυναίκες τις αντιμετωπίζεις μόνο ως σώματα, που θέλεις να τα ικανοποιήσεις, αλλά εκτός από το σεξ, δεν μας έχεις ανάγκη. Ολες οι πρώην σου τι θα λέμε άραγε  ; Μαρίνα, Αγγελική, Κατερίνα, συμφωνείτε σίγουρα μαζί μου περί της αυτάρκειας του. Προφανώς τον ερωτευτήκατε κι εσείς. Μάλλον μου μοιάζετε. Κρίμα που σας ζήλευα τότε. Πόσο ηλίθιο να ζηλεύεις το παρελθόν κάποιου αντί να ζηλεύεις το παρόν του και το μέλλον του. Αλλά τώρα τι να λέμε ; Πόσο μυαλό να έχεις στα είκοσι ; 
Δημιουργήσα αναμνήσεις και με άλλους άντρες σε πολλές γωνιές της πόλης. Ομως, μετά τα μεσάνυχτα, όταν η νύχτα είναι παγερή, σχεδόν άδεια και στολισμένη, το μόνο πρόσωπο που μπορώ να συναντήσω νοερά, είναι το δικό σου. Κάθε γωνία της πόλης λες και σε φωνάζει αυτό το παγωμένο βράδυ. Αρρωσταινα έξω στο κρύο, αλλά δεν ξέρω αν ήθελα να διακτινιστώ στο σπίτι κάτω από τα σκεπάσματα παρέα με το αλκοόλ μου ή αν ήθελα να βυθιστώ στις αναμνήσεις, και σ αυτή τη μελαγχολία του ανεκλήρωτου  που μάλλον διέπει όλη τη ζωή μου. 
Καμιά φορά πάνω στον παραλαγισμό μου, όταν το σώμα μου σε ζητάει, σκέφτομαι ότι πολύ θα ήθελα να ζήσω ξανά έστω ένα βραδύ μαζί σου. Αν μου έλεγαν ότι πεθαίνω, θα ήθελα να περάσω την τελευταία μέρα μου μαζί σου και κυρίως στο κρεβάτι σου. Ο,τι ένιωσα για σένα, εξάλειψε τον φόβο του θανάτου. Τώρα ο φόβος μου είναι μην πεθάνω και δεν προλάβω να ζήσω ξανά μία ιστορία σαν τη δικιά μας, και κυρίως μη τυχόν και δεν προλάβω να ερωτευτώ κάποιον ξανά, όπως ερωτευτήτηκα εσένα. Θα μπορέσω; τι λες ; Σου είχα πει ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Αποδείχτηκε ότι έκανα λάθος: Μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, γιατί με ανάγκασες να μάθω να ζω χωρίς εσένα, ακόμα και όταν ήμασταν μαζί. 
Ποιά είναι τα φάρμακα μετά από έναν χωρισμό; Να μου πεις εσύ, που όλα τα ξέρεις και όλα τα μπορείς. Είπες, θα περάσει ο καιρός και θα με ξεχάσεις. Βλάκα μου, πόσο λάθος έκανες... - "πόσο λάθος έκανα, που για σένα πέθαινα, τώρα που με πούλησες το ξέρω"- Το σώμα δεν ξεχνάει. Δεν θέλω να ακούσω ποτέ για  ερωτες ψυχής και άλλες τέτοιες μικροαστικές μαλακίες. Ο έρωτας είναι πάνω απ όλα σώμα, σάρκα και οστά, και υγρά, και τίποτα περισσότερο, και τίποτα λιγότερο. Είναι έμπνευση που ξεκινάει όμως από το κέντρο του σώματος και μόνο από εκεί. Εψαξα τα φάρμακα μου, πήρα τα χάπια μου: ποίηση, θέατρο, σινεμά, σεξ- πολύ σεξ με πολλούς-, περιόδους ερωτικής μοναξιάς. Δεν βρίσκω γιατρειά οριστική, ωστόσο- "Δε βρίσκω άκρη, δε βρίσκω γιατρειά"- . Κάθε τόσο έρχεσαι μέσα μου, και μου αναστατώνεις όλα τα τακτοποιημένα και καλογυαλισμένα μου αισθήματα, όλα τα απόλυτα αξιώματα μου " ότι δεν άξιζες φράγκο και ότι δεν αξίζεις ούτε να σε φτύσω". Δεν ξέρω τι εξουσία έχεις ασκήσει μέσα μου, δεν ξέρω πώς κατάφερες να το κάνεις αυτό- ίσως και να ξέρω, γιατί το κρεβάτι είναι παντοδύναμο- , ερευνώ πολύ συστηματικά εδώ και πολύ καιρό πώς σε άφησα να μου το κάνεις αυτό, και κυρίως γιατί να ερωτευτώ έναν άνθρωπο χωρίς να μου δώσει όπλα παρά μόνο σεξ. Ερωτήματα ίσως υπαρξιακά και άλυτα. Ισως τα φάρμακα στους χωρισμούς να είναι μόνο οι εσωτερικές αναζητήσεις. Ενας έρωτας διαβρώνει τις επιφάνειες σου, διαφοροποιεί και ξαναγεννά τις αισθήσεις σου, και όταν φεύγει σ αφήνει διάτρυτη, ίσως περισσότερο λεία, ισως περισσότερο συνειδητοποιημένη περί της ασυνειδητότητας του είναι μας.
 Τελοσπάντων, δεν ήθελα να σου γράψω αυτό. Ηθελα να σου γράψω, ότι δυστυχώς για μένα, ζεις ακόμα μέσα μου και κυρίως το σώμα σου έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια πάνω μου. Δεν ξέρω αν θα σε ξεχάσω ποτέ. Είχα πει ότι δεν θα σου ξαναγράψω, κι όμως το έκανα. Είχα πει ότι δεν θα σε ξανασκεφτώ, και όμως σε ξανασκέφτηκα. Δεν ξέρω αν έπαψα ποτέ να σε σκέφτομαι, δεν ξέρω αν θα πάψω ποτέ να σε σκέφτομαι. Ισως η λύση είναι να αφήνεσαι κατά καιρούς σε όλες τούτες τις ματαιώσεις των προσδοκιών σου, να καλοδέχεσαι τον πόνο, να καλοσορίζεις την αίσθηση του ανικανοποίητου, γιατί ίσως μόνο έτσι να μπορέσεις να ηδονιστείς και να συναντήσεις ίσως την πολυπόθητη πληρότητα, αν υπάρχει κι αυτή.