Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

Πάθος-παθαίνω-ασθενώ.

 " Αλλο ν αγαπήσω. Αλλο να ερωτευτώ. ΤΟ πάθος δεν είναι και απαραίτητα ευλογία. Μπορεί να είναι και ο,τι χειρότερο έχεις κάνει στον εαυτό σου " 

Είπε. Η λελογισμένη " φίλη ".  Η δήθεν " πεφωτισμένη", η δήθεν έξυπνη φίλη μας, μας κάνει μαθήματα περί σχετίζεσθαι. Οπως και άλλες " φίλες", όπως και άλλες που φιλοδοξούν να  γίνουν ειδήμονες στις σχέσεις μας, να έχουν λόγο στη ζωή μας. Δεν τις κακολογώ. Εξυπνες φίλες. Μιλάνε για τους άντρες του, λες και μιλάνε για κραγιόν. Πρώτη ποιότητα προιόντος, δε ξεθωριάζει, σε καλή τιμή, value for maney το deal. Κάπως έτσι είναι και οι αγάπες της " φίλης". Δεν της κοστίζουν τίποτα. Είναι value for money. Μία σχέση σε προσφορά. Εκπτωτικό χωριό καταντήσαμε. Δεν παθιάζεται, για να μην της στοιχίζει τίποτα ένας ενδεχόμενος χωρισμός. Βρήκε τον πιο βολικό άντρα, που έχει μία βολική δουλειά και ιδανικό ωράριο, για να τη βγάζει στα Κολωνάκια και στα κέντρα. Εναν που θα λεει ναι σε όλα. Εναν που και να τον χάσει, τι θα τη πειράξει ; Θα τον αντικαταστήσει τόσο εύκολα, όπως ένα κραγιόν. 

Φοβάται το πάθος, έτσι όπως η φωτιά το νερό. Δεν θέλει να της συμβεί. Πάθος- παθαίνω- ασθενώ. Πάθος σημαίνει ασθένεια ετυμολογικά. Φυσικά. Ενα πάθος είναι ο,τι χειρότερο μπορεί να σου συμβεί, αν τα θες όλα καλογυαλισμένηα, αστραφτερά. Αν θες να βαδίζεις στα σίγουρα, να ξέρεις τι σου ξημερώνει, να ξέρεις με ποιόν κοιμάσαι και ότι μαζί του θα κοιμάσαι για πάντα ή τελοσπάντων ότι ακόμα κι αν δεν κοιμάσαι μαζί του για πάντα, ξέρεις ότι θα σου εξασφαλίσει μία τέτοια ζωή: Σταθερή.

Βαρετές σταθερότητες. Η φίλη είναι απατηλή. Μας εξαπατά. Πάθος-παθαίνω-ασθενώ μέσα στην ασθένεια του έρωτα. Ακραία βία τα πάθη. Ακραία βία ο έρωτας. Γυναίκες που δεν τον έζησαν, γιατί δεν μπορούσαν. Γιατί δεν έχουν τα κότσια να διεκδικήσουν ένα πάθος Γιατί φοβούνται ένα πάθος. Γυναίκες πεζές. Που απλώς επιβιώνουν. Που δεν ξέρουν τον ίλιγκο ενός έρωτα. Που δεν έχουν ασκηθεί στις μετωπικές αγάπες. Που αν ποτέ ριγίσει το σώμα τους, τότε θα το βάλλουν στα πόδια και δεν θα γυρίσουν ούτε να κοιτάξουν πίσω. Γυναίκες που δε ξέρουν τι εστί ιδρώτας, τι εστί κλινοπάλη. Γυναίκες που δεν ξέρουν τι σημαίνει επιθυμία. Γυναίκες που ενδεχομένως να αγαπήθηκαν. Αλλά δεν αγάπησαν. Κι αν αγάπησαν η αγάπη τους δεν βαραίνει. Δε γράφει τίποτα πάνω στην ύπαρξη του άλλου. Γιατί είναι μέτρια αγάπη. Λελογισμένο αίσθημα, καλά ζυγιασμένο. Αγάπη μετά από επεξεργασία. Τι μου δίνει ; Τι του δίνω. Ολα πάνω στη πλάστιγκα του ερωτο-ασιθήματος. Ερωτας με πλάστιγκα δεν υπάρχει. Δε ζυγιάζουμε τα αισθήματα μας. 

Πάθος-παθαίνω και ασθενώ μέσα στα πάθη μου. Αυτό είναι το μεγαλείο μας, έξυπνη φιλη. Αυτή είναι η ελευθερία μας. Να μπορούμε να ασθενούμε επιλεκτικά. Επειδή αυτές όλες οι καλογυαλισμένες φίλες με το ρίμελ πάντα στην εντέλεια, δεν μπορούν να πάθουν πάθος γιατί δεν έχουν δικό τους πάθος, ούτε καν πάθος για ζωή, φθονούν. Μας φθονούν οι " εξυπνες" γυναίκες. Πασχίζουν να μας ανοίξουν τα μάτια : Να μην είσαι διαθέσιμη πάντα, για να σε ψάξει. Να μη σε έχει δεδομένη. Και η χαρά του να μοιραστώ, κούκλα μου ; Γιατι έτσι συμβαίνει με γυναίκες σαν εσένα. Φοβάστε να μοιραστειτε, κι άλλοι σαν λύκοι πεινασμένη για αγάπη, πέφτουν πάνω σας και σας ζητούν να δώσετε κάτι που δεν έχετε : συναισθηματική και όχι λογική αγάπη. Ζήλεια και φθόνος, για γυναίκες- γυναικάρες, που μπορούν να αφεθούν σε υψηλά αισθήματα και σε υψηλά πάθη. Μας βαφτίζει, λεει, άρρωστες. Συνεξαρτώμενες. Και άλλα τέτοια δήθεν ψυχολογικά. 

Καμία ψυχολογία δεν μπορεί να εξηγήσει το μυστήριο του έρωτα. οπου και να πάει η ψυχολογία, έχει πάει πάντα ένος μεγάλος ποιητής. Αν δεν υπήρχε το πάθος-παθαίνινω-ασθενώ πώς θα γράφονταν τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της λογοτεχνίας ; Αν δεν υπήρχαν τέτοια πάθη, τότε η Αννα Καρένινα ενδεχομένως να επιβιώνε. Αλλά μόνο θα επιβιώνε. Δεν θα ζούσε. Πριν την αυτοκτονιά, έζησε. Πάθος-παθαίνω-ασθενώ. Ασε με να ζήσω πριν γίνω σκουλίκια, χώμα, και ένα σώμα σε αποσύνθεση. Πώς ζει το σώμα σου έξυπνη φίλη ; Ανατρίχιασες ποτέ από πόθο ; Ανατρίχιασες ποτέ μόνο από μία τόση δα σκέψη του σώματος του άλλου, χωρίς καν να σε αγγίξει ο άλλος ; Ενιωσες ποτέ να σε εξουσιάζει ο άλλος από μίλια μακριά ; Ενιωσες ποτέ την ύπαρξη σου βαριά ; Ξέρεις ποιά είναι η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι σου ; Ερωτεύτηκες ποτέ έναν Τόμας του ομόνυμου βιβλίου ; Διάβασες ποτέ το ομώνυμο βιβλίο και αν το διάβασες τι κατάλαβες ; Τι σου στοίχιζει η ζωή σου ; Πόσο κάνει η ελυθερία σου ; Τι τιμή έχει ο ήλιος, γαμώτο ; Τι τιμή έχει ο οργασμός σου ; 

Τι στοιχίζει μία ερωτική απώλεια ; Ενα κραγιονάκι ; Ενα ποτάκι ; Ενα μήνα ; Πόσο καιρό κάνεις να ξεχάσεις έναν έρωτα ; τρείς μέρες ; τι βαραίνει στην ύπαρξη σου ; Τι βαραίνει στη ζωή σου. 

Τίποτα. Οπως και τους μικραοστούς, δεν τους βαραίνει τίποτα. Ολα καλογυαλισμένα, τακτοποιημένα αισθήματα, δήθεν, γιατί αυτοί ξέρουν να περνάνε καλά. Πάνε στα μπουζούκια. Τα κάνουν όλα πουτάνα. Ανοίγουν μπουκάλια. Αυτή σε προγενέστερες εποχές. Επί ΠΑΣΟΚ. Τώρα μόνο το κεφάλι κάτω, και μαζεύουν φράγκα για να βγάλουν το διακοποδάνειο που πήραν τότε, για να πάνε τη γκόμενα στην Ελβετία. Γιατί ως γνωστόν η γκόμενα απ τη Καρδίτσα, αν δεν πήγαινε Ελβετία μία φορά το χρόνο, δεν ένιωθε πλήρης. Τους μικροαστούς δεν τους βαράινει τίποτα. Αποφαίνονται για τη μωρία τους. Μας λένε δήθεν. Αχαιρεύτους. Παρανοικούς. Αυτοκατστραφικούς. Και τελικά χαζούς. Μας κάνουν συστάσεις περί σχέσεων. Να κοιτάζουμε να αγαπάμε, και όχι τα πάθος-παθαινω. 

Εσύ γίνε έξυπνη. Εγώ μόνο χαζή. Ευτυχώς. Παραμένω χαζή. Παραμένω στο πάθος-παθαίνω-ασθενώ. Και το επικροτώ. Παραμένω στο " δε χω χωρίς εσένα" κι ας είναι ο,τι χειρότερο μου έχει συμβεί. Παραμένω στα κλάματα. Παραμένω στις απώλειες. Παραμένω ετοιμοπόλεμη, έτοιμη να παραδωθώ σ έναν επόμενο μεγάλο έρωτα. Εμμένω. Και επιμένω. Πάθος-παθαίνω-ασθενώ. Για Εκείνον. Πάθος -παθαίνω -ασθενώ . Και έζησα το παράδεισο και τη κόλαση. Κι όλους τους έρωτες των μυθιστορημάτων. Και έφτιαξα σκηνικά μοναχή μου, με τον ερωτά μου, μέσα στο σπίτι, που δεν μπορείς να τα φανταστείς. 

Και η ύπαρξη μου είναι βαριά. Και θα χορτάσω. Αγάπη. Πάθος- παθαίνω - ασθενώ. Επιλέγω. Δε συμπλέω με μικροαστούς. Κι ας είναι ο,τι χειρότερο μου έχει συμβεί το να φύγει ο έρωτας μου. Παραδίδομαι. Ελευθερη παραδίδομαι. Ελευθερη -πολιορκημένη. Ελευθερη ερωτευμένη, ελεύθερη ασθενής. Ελεύθερη ερωμένη. Ερωμένη. Και ποτέ η γυναίκα του. Ερωμένη για πάντα ακόμα και μετά από δέκα παιδιά. Ερωμένη. Γυναίκα. Θυληκιό. Αισθησιακή. Απενοχοποιημένη. 

Μείνει λοιπόν με τις καλογυαλισμένες σου αγάπες. Εμένα άσε με στη μελαγχολική ασθένεια μου. Πάθος-παθαίνω-ασθενώ. Ζω. " Κοίτα μη πεθάνεις και δε δεις τι θαύμα είναι να γαμάς από έρωτα! " 

Τα πάθη μου μου στοιχιζουν. Ζωή. Μέρες χαμένες στο συρτάρι. ΑΠλυτα ρούχα. Πολλά τσιγάρα. Βαριά ποτά. Μικρή κατάθλιψη για διαστήματα. Αλλά στοιχίζουν και ζωή. Ηλιος και θάλασσσα και πληρότητα. Αυτός είναι όλος ο κόσμος. Αυτός, ο έρωτας σου, είναι το σύμπαν ολόκληρο. Ο,τι βλέπεις, ο,τι ακους και δεν τον περιεχει, σε αφήνει αδιάφορο. Αυτός είναι τα πάντα για σένα. Πάθος-Παθαίνω-Ασθενώ. 

Και ξανά. 

Πάθος παθαίνω ασθενώ. 

Πάμε πάλι. 

Ζήλεψε η μιρκόψυχη φιλή. 

Εϊμαι ελευθερη. 

Εσύ αγάπα- ζήγιασε ελατώμματα- ζήσε ηρεμα. 

Περαστικά σου. 



Η δική μου Λυπιού

"Tα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…
Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.
Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι… όχι… λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».
Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.
Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας…
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο,
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας. .
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούργιο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντας σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.
Ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού
βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.
Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε
αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο
που ’βγαινε απ’ το θάνατο.
Το φτερωτό σύμβολο της επιπολαιότητας, η πεταλούδα,
ακίνητη, ντυμένη τα χρώματα της νύχτας
βρέθηκε ξαπλωμένη σαν να την είχε γλεντήσει ο χάρος
κι αμέσως μετά να την είχε απαρατήσει.
Ή σαν να ξεκουραζόταν πριν αρχίσει το δύσκολο
δρόμο της απ’ το μαύρο στο τέλειο.
Η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είμαι γω
που κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω
πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται
στην οδό της χαράς.
Λέω: κάποιο λάθος έγινε δω
και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού
ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος.
Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,
σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:
«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»
Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.
Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετό της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.
Λυπιου/ Κατερίνα Αγγελακη Ρουκ


Πάνε χρόνια που δεν έχω επιτρέψει στον εαυτό μου να πονέσει αρεκτά. Ενδόμυχα μπλοκάρω τον πόνο και λέω ΟΧΙ, δεν αξίζει. Λάθος. 

Τώρα έχω πάει στη Λυπίου. Ματαιωμένες προσδοκίες η λυπίου. Ματαιωμένα όνειρα. Ματαιωμένοι έρωτες, κείτονται πεθαμένοι. Πώς περνάει ο έρωτας ; Δύσκολα. 

Πρέπει να γδάρεις το δέρμα σου. Μόνο έτσι. Αλλιώς δε γίνεται. ΝαΙ, ΑΛΛΆ ΠΏΣ ΘΑ  γδάρω το δέρμα μου ;  Προσπάθησα έστω να το ξεπλύνω, αλλά εκείνες τις πιο προσωπικές μου ώρες η  αναβλύζει το μύρο του παλιού έρωτα. Και τότε πονάει. Σκοτεινιάζει το δωμάτιο, μαυρο πηχτο σκοτάδι, ο άλλος δεν είναι δίπλα μου, στο μυαλό μου δεν είναι δίπλα μου, προσπαθώ να κατέβω στη γη, να επικεντρωθώ στον διπλανό μου. Κάποιες φορές αυτεξαπατώμαι και κάποιες άλλες όντως δεν τα καταφέρνω. Οταν δεν τα καταφέρνω, κοιμάμαι αγκαλιά με τον άλλον. Υποκρίτρια. Προσπαθώ όμως. Προσπαθώ γαμώτο. Το καταλαβαίνεις ; Οτι στο κρεβάτι είσαι εσύ, ο άλλος κι εγώ. Ενα φάντασμα πλανιέται πάνω απ τη κρεβατοκάμαρα μου. Δεν μπορώ. 

ΠΛέον δεν θέλω ούτε άλλος να υπάρχει. Πρέπει να διώξω το δικό σου φάντασμα. 

Εδώ και μέρες ταξιδεύω στη Λυπίου. Εκεί ζω ξανά και ξανά αναμνήσεις, τις μόνες αναμνήσεις που ήμουν όντως ζωντανή. Μαζί σου έμαθα τι θα πει ζωή. Με κανέναν άλλον. Κανείς δε ξύπνησε τις αισθήσεις μου. Δεν είναι δικό σου θέμα. Ο έρωτας έκανε τη δουλειά του. Υπάρχουν γυναικες που δε ξέρουν τι σημαίνει αυτό που λέω. Είναι αλήθεια. οι πιο πολλές γυναίκες κάνουν σεξ για να ικανοποιήσουν τον άντρα, για να μη φανούν ξενέρωτες, γιατί έτσι πιστεύουν ότι πρέπει, γιατί τους το ζητάει ο άλλος, για να επιβεβαιωθούν. Πάντως λίγες φορές οι γυναίκες κάνουμε σεξ, επειδή όντως το γουστάρουμε. Ε με σένα έγινε αυτό. Ηθελα εσένα και τη πράξη, αλλά τη πράξη μόνο μαζί σου.  Και με απελευθέρωνες πλήρως απ όλες τις γυναικείες ενοχές. Αυτές που κουβαλάμε οι γυναίκες από τις μανάδες μας. Με απελευθέρωνες πλήρως και από τη ντροπή. Αθωος έρωτας, ιερές στιγμές. Είσαι ό,τι με συνέδεσε με το παράδεισο. Το σώμα σου ήταν η γωνιά του παραδείσου. Και τον έζησα το παράδεισο μαζί σου. Και τη κόλαση όλη την έζησα όμως. Και κάκηκα. Και υπέφερα. Και ζήλευα. Μανιωδώς σε ζητούσα και χτυπιόμουν μοναχή μου πάνω στα κρεβάτια. 

Μου έχει συμβεί αυτό που γράφει ο Χαριτόπουλος  : 

«...Και για να καταλάβεις τη σχέση μου με το δέρμα σου και με τη μυρωδιά σου: κοιμάμαι δυο μήνες και δέκα μέρες πάνω στο ίδιο σεντόνι και με το ηλίθιο πούρο σου δίπλα μου να βρομάει φρικτά.

Κι αυτή η φορά ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, αλλα κι η πρώτη μαζί σου, που η στέρηση είχε σώμα.

Αυτό το έγκλημα το έχεις μηχανευτεί ολόκληρο, από την αρχή ως το τέλος, για να την πατήσω εκεί που δεν την πάτησα ποτέ, να μην μπορώ να με ξαναγγίξει άνθρωπος, και να ξέρω πως, ακόμα κι αν είχαμε χωρίσει οριστικά, ακόμα κι αν κατάφερνα μετά από καιρό να καλυφθώ στοιχειωδώς (γαλήνια ιστορία και τα ρέστα) στο συναισθηματικό μέρος από έναν άνθρωπο, θα ΄πρεπε να πάθει το σώμα μου αμνησία για να μπορέσω να τον αγγίξω χωρίς να βγάλω όλα τα Bloody Mary από πάνω του.

Και όλο αυτό μου το έχεις στερήσει μεθοδικότατα, δεν ξέρω πως και με ποιους τρόπους, για να μην μπορέσω να 'εχω στη ζωή μου ποτέ πια παρά μόνο μια θλιβερή ερωτική ζωή, δηλαδή καλύτερα καθόλου (από θλιβερή). " 

Το σώμα μου είναι κοιμησμένο. Το σώμα μου δεν νιώθει τίποτα από εκεινη τη γνωστή ανατριχίλα, τη ζωοποιό που ένιωθε για σένα. Πεθαινει. Αργοπεθαίνει. Και κάποιες μέρες, όπως σήμερα, είναι εντελώς νεκρό και άψυχο.  Μόνο του μαραίνεται, αλίπαστο, αχόρταγο, πεινασμένο, στερημένο. Και η στέρηση διογκώνεται, μεγαλώνει σα φάντασμα μετά από περιστασιακές συντροφίες. Οσο πιο πολλούς γνωρίζω, τόσο πιο πολύ απογοητεύομαι, τόσο πιο πολύ αδειάζω, τόσο πιο πολύ πεινώ. Και πείνω για να πάω με τον άλλον. Νηφάλια δε μπορείς ; Μπορώ. Μα είμαι απούσα. Κανείς δεν είναι σαν εσένα. Και ξέρεις ποιό είναι το χειρότερο ; Μπορεί να μη βρω ποτέ κάποιον που να ναι σαν εσένα. Μπορεί να μη ξανανιώσω ποτέ ο,τι ένιωσα για σένα. 

Τώρα πάω στη Λυπίου. Σήμερα μου κάνω τη χάρη αυτή. Με αφήνω. Δάκρυα. Ματαιότητα. Ματαιος έρωτας. Ωραία, δηλαδή και τι θα γινόταν ; Θα παντρευόμασταν, θα κάναμε παιδιά, θα γινόμουν μία χαρωπή νοικοκυρά και μία αγάμητη μάνα ; Μαζί σου ποτέ δεν θα ήμουν αγάμητη μάνα και το ξέρω. Υποπτεύομαι πάντα όλους  τους άντρες που θέλουν να μας καταστήσουν μάνες, και άρα κτήματά τους και άρα γυναίκες τους. Οι πιο πολλοί αγιοποιούν τις γυναίκες τους και παύεις να είσαι ερωμένη. Δε θέλω τέτοιο ρόλο. Θέλω πάντα να μαι ερωμένη, η γκόμενα του, όταν είμαστε στο κρεβάτι ή τελοσπάντων οπουδήποτε άλλου. Θέλω να με βλέπει και να τρελένεται. Οχι να μου κάνει παιδιά και να με παρατήσει να θυλάζω κι εκείνος να θυλάζει άλλες. Γιατί θα τον σκοτώσω. ΤΟ μαλάκα. 

Πάω στη Λυπίου για όσο θέλω. Αφησε με εδώ. Στη Λυπίου, όπου με εγκατέλειψες. Πήρες μαζί σου όλο το φως. Η ζωή μου είναι δύο εποχές. Η εποχή η δικιά μας . Η εποχή μετά από σένα. Πώς λέμε μετά το Β Παγκόσμιο ; Μεταξύ μας υπήρχε συμπαντική ένωση. Δηλαδή τι είναι ο έρωτας, αν δεν είναι συμπαντική ένωση ; Εκείνο το κρεβάτι στη Χίο, ένιωθα πως αιωρούταν σ' ένα κόκκινο σύννεφο, με ιδρώτες, πόθους, δαίμονες. Με δαιμόνιζες. Τόσο όσο κανένας. Μα τα μυστήρια του κόσμου! Πώς γίνεται ένας μόνο άνθρωπος, ανθρώπινος άνθρωπος, να σου προκαλεί τέτοια αισθήματα, ώστε να νιώθεις ότι πλησιάζεις το θείο ; 

Λέει η ψυχολόγος ότι σου φόρεσα ιδιότητες που δεν είχες. Οτι σε έπλασα στο μυαλό μου, όπως ήθελα. Μπορεί. Ναι. Εντάξει. Τι να πούμε ; Οτι δεν άξιζες ; Οτι τελικά δεν ήμασταν τόσο καλά ; Οτι με πλήγωνες ; Οτι υπέφερα ; Οτι ένιωθα ότι δεν παίρνω την απαραίτητη προσοχή ; Ναι! Ολα αυτά τα ξέρω. Εγώ μίλάω για άλλα πράγματα. Πέρα απ τη λογική. ΤΟ σώμα έχει δική του λογική. Παράλογη λογική. Μιλάει. Ουρλιάζει. Υποφέρει. Στερείται. Λυπάται. ΤΟ σώμα μου σε διψάει, Και σε πεινάει.  Το σώμα έχει μνήμη. Το λέει και η επιστήμη. Μία επιστήμη να μου πει πώς διαγράφεται αυτή η μνήμη. Και ας μη πήγαινα μαζί σου τώρα. Δεν θα πήγαινα. Νομίζω. Θα μπορούσα να αντισταθώ; ΟΧΙ. 

Στη λυπιού πλάθω εικόνα. ΑΝοιγεις τη πόρτα και μπαίνεις. Και σε δέρνω. Και σε χτυπάω και σου λέω πόσο σε μισώ. Υστερα το δε μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Μου είπε ότι μπορώ. Οτι είμαι δυνατή. Κι αυτό έγινε, στο πραγματικό κόσμο. Οχι στη Λυπίου μου. Αλλά είναι αλήθεια. Καμία φορά δε ζω χωρίς εσένα. Πάω να σου δώσω χαστούκι δυνατό, να προσγειώσω το χέρι μου στο πρόσωπο σου, αυτό που τόσο μισώ. Με ακινητοποιείς. Κλάματα. Μύξες. Φιλιά. Καυτά φιλιά. Προσπαθώ να σε διώξω. Μάταια. Δε γίνεται. Μαζί σου ξυπνάει το σώμα μου. Είναι αλήθεια. Δεν θα μπορούσα ποτέ να σε διώξω. ΤΟ σώμα μου δεν μπορεί. Κλάματα στη λυπίου. 

Κλάματα που δεν μου συνέβη αντίστοιχο και ούτε που θα μου συμβεί. Εχω ένα σώμα νεκρό. Με αυξημένη πλέον επιφάνεια. Χορταίνω τη πείνα μου για σένα μέσα από απαίσια τρόφιμα. Τοξική ζωή. Τοξική τροφή. 

Εδω πού χάνομαι στη Λυπίου, με διακόπτει ένα τηλέφωνο. Υποχρεώσεις της καθημερινής ζωής. που δεν μπορώ να φέρω εις πέρας. ΟΧι, μπορώ, αλλά δυσκολεύομαι. Τι χρώμα έχει η απώλεια ; Μαύρο πηχτό σκοτάδι και η νοστολαγία μοιάζει μ ένα ηλιοβασίλαμε στο αιγαίο. Σε κουβαλάω. Σε υποφέρω. Δε ξέρω τι να κάνω. Εδώ στη Λυπίου δεν μου επιτρέπεται να μαι συχνά. Η ζωή ζητάει. Τρέχω. Βιάζομαι. ΜΕ βιάζει η καθημερινότητα. Υποφέρω. Μόνο πάπλωμα και αλκοολ θέλω. Αλλά η ζωή δε βγαίνει έτσι. Με αυτοκατστροφή. Εχεις και να επιβιώσεις. Λένε πως στη Λυπίου δε ζεις. Μα έχεις παραμορφωτικό φακό. Δεν είναι αλήθεια. Οι πιο βαθιές μας ώρες είναι στη Λυπίου. Τηλέφωνο πάλι. Βιάζομαι. Πρέπει να γίνει ένα μικρό πράγμα, και  κάθε φορά μου φαίνεται βουνό. Και ειναι τόσο μικρό. 

Εδώ στη Λυπίου σήμερα 09.00 με 12.00. Υστερα ρεαλισμός. Μπαίνω στον αυτόματο. Σταματάω το pause. Παίρνω εισιτήριο επιστροφής από τη Λυπίου και πάω στη χώρα της Καθημερινότητας: Καθημερονοχώρα. Η ουδέτερη χώρα. Η βιαστική. Η κουραστική. Η απάνθρωπη. Η και καλά υγιής. Η θετική ψυχολογία. Η αυτοφροντίδα. Η προσπάθεια. Η υποκρισία. Υποκρίνεσαι, μέχρι να καταφέρεις όντως να ξεχάσεις. Και πώς ξεχνάνε ; 





Τον τάσο μη τον μελετάς, ο νου σου μη τον βάνει, απ τη καρδιά σου βγάλε τον, σα σε βγαλε κι εκείνος....."
" 

Η αγάπη χόρτο δεν είναι για να βγει 
με τόση ευκολία, 
είναι δεντρί βαθύρριζο μα θες για να το βγάλεις 
πριχού μονάχο μαραθεί σ’ οργώνει τη καρδιά σου,
βγαίνει μαζί με τη καρδιά.

Ειν’ η αγάπη βάτος,
που αν τύχει και μπλεχτείς μέσα στις αγκαθιές του
δε ξεμπερδεύεις εύκολα,
θα φύγεις λαβωμένος.

Είναι η αγάπη θάλασσα,
που γλυκοκυματίζει,
κι αν τύχει τα γαλάζια της νερά σε ξεγελάσουν
τις ομορφιές της λιμπιστείς κι απλώσεις τα πανιά σου,
δεν είναι μάνα βολετό πίσω για να γυρίσεις
κι αν σε βοηθήσουν οι καιροί με κίνδυνο μεγάλο
στην άλλη άκρια θε να βγεις αλλιώτικα εχάθης.

Είναι η αγάπη φονικό
που ζωντανό σ’ αφήνει.

Είναι η αγάπη ξενιτιά που παίρνει το παιδί σου
μα κάθε μέρα καρτερείς μη και γυρίσει πίσω. 

Είναι η αγάπη όνειρο που θέλεις για να τρέξεις
μ’ από τη γη τα πόδια σου δε λεν να ξεκολλήσουν.

Είναι η αγάπη χείμαρρος
χυμά και σε συντρίβει.

Αγάπη είναι ν’ αγαπάς όποια πληγή σου ανοίγει.

Αγάπη είναι η  η μοναξιά που πρέπει στον καθένα.
Αγάπη είναι να κοιτάς τη πόρτα ολοένα.
Αγαπη ειναι να μιλάς στα φύλλα και στα δέντρα,
στις πέτρες, στα τριαντάφυλλα,
στους τοιχους,

στα ταβάνια. 

Βάζω λευκό φόντο στα γράμματα. Λευκό, όπως το χρώμα που φορούν οι αριστορκάτες στις κηδειες. Πώς αλλιώς θα κηδέψεις έναν έρωτα, αν όχι σα γόνο αριστοκρατικής οικογένειας ; Ο έρωτας γεννιέται μέσα στο ωραίο, μέσα στο υψηλό, μέσα στο ζωτικό σημείο του σύμπαντος σου. Γεννιέται εντός σου, στο κέντρο σου. Αρχίζει απ το νου και καταλήγει στο σημείο ανάμεσα στα πόδια σου. 

Χόρτο... δεν είναι για να βγει... Κηδευώ σε απόψε. Σε διψω. Σε πεινώ. Σου δέομαι. 

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Ερωτική ιστορία.


I

 Αναμνήσεις μίας παρακμιακής και ταόχρονα ένδοξης εποχής. 

Σιδερένια κρεβάτια 

Βελούδινα υφάσματα 

Ζεστό κρασί με μπαχαρικά 

Εξω παγωνιά. 

Μέσα φωτιά. 

Κέντρο του κόσμου το δωμάτιο. 

Εσύ κι εγώ, αγκαλιασμένοι σφιχτά. 

Ξανθά μαλλιά λαμπίριζαν στο σκοτάδι

Χέρια που σε έπνιγαν 

Χείλη που σε ταξίδευαν σε κόσμους άλλους. 

Ηδονές. 

Μία πείνα που χόρταινε. 

Χάρτινο και πλήρες κορμί. 

Ξέπνοους μας έβρισκε η αυγή, αγκαλιά, μεθυσμένους. 


II

Υστερα έμεινε μόνο η παγωμένη λίμνη

Η μελανιασμένη μου καρδιά 

Τα " Δε σε καταλαβαίνω, τα είσαι υστερική" ,

" Πώς γίνεται να σαι βόρειος πόλος και ανέγκιχτο να σ αφήνουν όσα μας συμβαίνουν ; " σου έλεγα. 

Σιωπές, που χωρίζουν. 

Σιωπές που σκοτώνουν. 

Με πρόδωσες. 

Σε εκδικήθηκα. 

Πολύ. Με πολλούς. 

Εκλαιγα πολύ, όχι για πολλούς, μόνο για σένα. 

Υστερα εκεινο που φοβόμουν περισσότερο. 

Η φυγή. 

Πόνεσε. 

Εχασα μαλλιά. 

Πήγα με άλλους. 

Σε ξέπλενα κάθε βδομάδα από πάνω μου. 

Δεν έφευγες. 

Σα δέρμα μου είχες ριζώσει στο σώμα μου. 

Ανηλεής η μνήμη. 

Πονάει. 

Ελλειψη. 

Υστερα ησυχία. 

Ούτε άλλοι. 

Κανείς. 

Μόνο εγώ. 

Πρώτη εγώ. 

Στη μέση της αρένας. 

Δεν θα με κατασπαράξει κανείς. 

Κανείς, γαμώ το φελέκι μου. 

Ευτυχία από τα μέσα μου. 

Κι ένα σώμα που δε λησμονεί. 

 Κι ο έρωτας μας απ όλους τους αριθμούς το μηδέν αγάπησε.

Περιφρονησε το δύο. 

Ας είναι. 

Καληνύχτα. 

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

 τι μας έκαναν άραγε τόσες θλίψεις αν όχι μόνο κακό ; 

τουλάχιστον ωρισαμε. 

Φτάνει πια να πενθούμε για έναν έρωτα. 

Φτάνει πια να χανόμαστε στο έρεβος της αναπόλησης, 

αρκούν πια οι τόσες ματαιωμένες προσδοκίες. 

τώρα θέλουμε μόνο φως να μπαίνει από παντού. 

όχι άλλες βροχές, όχι άλλες καταιγίδες. 

και κάθε φορά αυτό λέμε, 

και κάθε φορά αυτοεξαπατώμαστε από ένα ζευγάρι μάτια. 

Αλλά τι ωφελεί αναρωτιέμαι τόσος πόνος ; 

Πού βγάζει αλήθεια ο κατήφορος αυτός ; 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

λύπη είναι να 'σαι μοιραία γυναίκα,
και να μη σ αφήνουν να δοθείς.
να μη το πιστεύουν,
συνεχώς από ανασφάλεια και μόνο να σε αμφισβητούν,
και κάπως έτσι κανείς δεν σε κερδίζει.
Πάλι σκάκι με τον εαυτό σου έπαιξες,
πάλι μόνη με τις πληγές σου,
πάλι μόνη με φίλες να μπεκροπίνεις,
να χαζοσυζητάς,
για τον υποτιθέμενο μοιραίο άντρα,
που δεν υπάρχει... αληθινά, πουθενά.

Κουράστηκα. 

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Δευτέρα παρουσία

 Εισαγωγή:
Εκείνο το βράδυ ήμουν τελείως μεθυσμένη και φαντάστηκα ότι πέθαινα. Λένε πως όταν πεθαίνεις περνάνε μπροστά από τα μάτια σου οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής σου. Εμένα οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου ήταν αυτές που πέρασα μαζί σου. Μετέπειτα ξεμέθυσα και αντιλήφθηκα αυτό που πάντα ήξερα: Οτι δεν θα έρθεις ξανά και κάπως έτσι προέκυψαν οι παρακάτω λέξεις.


"Τούτο μου έστι το σώμα", ελεγε ο παππάς...
" τούτο μου έστι το σώμα και το αίμα", επανέλαβε με στόμφο
κι οι πιστοί σε μία ουρά να λάβουν θεία κοινωνία.

Ανέμενα στην ουρά κι εγώ ένα νούμερο μέσα στους πολλούς,
ούτε εγώ υπήρχα.
δεν ήμουν τίποτα,
έχασα την υποστασή μου.
Το σώμα μου νεκροταφείο αναμνήσεων.

"χους ει και εις χους απελευσει" ...
Χώμα έγινα,
και έπλευσα σε ωκεανούς πόνου
και αποδήμησα εις κύριον,
αλλά άλλην έγνοια δεν είχα παρά μόνο εσέ.
Εσένα που ήσουν ζωογόνα ύπαρξη,
φουρτουνιασμένη θάλασσα,
χρώμα κόκκινο,
φιλί μεθυστικο,
λέξη μου τρισύλλαβη
"Σ' αγαπω",
ο κόσμος μου.
Τώρα χώμα,
σαν εμένα.

Σε οικτίρω,
σε ζητάω,
ακόμα και στο επόμενο σύμπαν.
Αλλά ο πιστός απουσιάζει.
Άλγους απουσία.
Δευτέρα παρουσία δεν υπάρχει.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Ματαίωση

Ξέχειλη η ζωή επάνω μου,
σαν εκείνο το ζωογόνο ποίημα που έγραφε το κορμί σου στο δικό μου.
Σε κουβαλάω.
Σε λαχτάρισα μία νύχτα,
κι ύστερα χάθηκες,
αόριστα στο δράμα σου.
Ας είναι.
φτάνει μια νύχτα μόνο,
για να συναντηθώ με το φως και το σκοτάδι σου ;
Δε φτάνει.
Ας είναι.
Τουλάχιστον κάτι μου στοίχισες:
το βάρος σου στη μάζα μου.