Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

 Όπως το αποτύπωμα των κορμιών μας

Ούτε σημάδι δεν θ’ απομείνει πως βρεθήκαμε σ’ αυτό

τον τόπο.

Ο κόσμος κλείνει πίσω μας,

Η άμμος ξαναστρώνεται.

Μπροστά μας είναι κιόλας ημερομηνίες

Που πια δεν υπάρχεις,

Κιόλας ένας άνεμος παρασύρει σύννεφα

Που δε θα βρέξουν πάνω στους δυο μας.

Και τ’ όνομά σου είναι κιόλας στις λίστες

των επιβατών των πλοίων

Που και μόνο οι ονομασίες τους

Νεκρώνουν την καρδιά.

Οι τρεις γλώσσες που ξέρω,

Όλα τα χρώματα που μέσα τους βλέπω

κι ονειρεύομαι:

Τίποτα απ’ αυτά δεν θα με βοηθήσει.

 

Yehuda Amichai

Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης

Aλέξης Τριανός- Φύλακες Ερειπίων

 Σου έδινα συνέχεια σου έδινα

Και συ έπαιρνες συνέχεια έπαιρνες
Και δεν ήξερες πως παίρνεις
Δεν ήξερες κι ούτε ποτέ θα ξέρεις
Πως η ψιχάλα γίνεται βροχή
κατακλυσμός η βροχή κι ύστερα θύελλα
Και μένεις γυμνός δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι
Δίχως φωτιά δίχως βοήθεια
Στην τέλεια εγκατάλειψη στην πλήρη ερημιά
Όπως αδειάζει μια κάμαρα σαν αφαιρέσεις
Έναν πίνακα ή κάποιον καθρέφτη
Κάτι δικό σου τέλος πάντων
Αναπόσπαστο με τον εαυτό σου
Που σ' όριζε να υπάρχεις δεμένος μαζί του
Και τώρα μόνο να θυμάσαι ξέρεις
Τώρα που λιγοστεύει η βροχή πάνω απ' την πόλη
Και ξημερώνει πάλι όπως αύριο όπως χτές
Στα προπύλαια τούτης της μέρας παρατημένος
Θα σε θυμάμαι
Όπως το τελευταίο όνειρο τον τελευταίο λυγμό
Με μιαν υδρία ποιήματα κάθε πρωί.
.
.
Αλέξης Τραϊανός |Φύλακας Ερειπίων

Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Αύγουστος.

 Αύγουστος, ο μήνας των γεννεθλιων μου. 

Ο μήνας που σε γνώρισα, 

ο μήνας που σ΄ερωτεύτηκα κάπου ανάμεσα σε Σάββατο και Κυριακή, 

αγκαλιά στο εκκλησάκι, 

να καίγομαι και να λιώνω, 

και να μη μ έχει αγγίξει κανείς έτσι 

όπως μ αγγιζαν τα ακροδάχτυλά σου. 

Να μη με έχει φιλήσει ποτέ κανείς, 

έτσι όπως με φίλουσες, 

κατασπαράσσοντας με, 

έφτανες μέσα στη ψυχή μου

χωρις να προσπαθήσεις. 

Δεν διαλέγουμε τον έρωτα, 

μας διαλέγει αυτός,

κι έτυχε να σαι εσύ το αντικείμενο του πόθου μου. 

Ανάμεσα σε Σάββατο και Κυριακή, 

Ανάμεσα σε νύχτα και σε μέρα

κοσμογονία. 

Βότσαλα στη παραλία, 

το μουντό νησί, 

η πνιγερή επαρχία, 

έγινε ξαφνικά μέσα από τα μάτια σου, 

ο Κήπος της Εδέμ. 

Ηρθε ο Σεπτέμβρης, 

και χωριστήκαμε.

Μήνας- μαρτύριο μακριά σου. 

Κάθε μέρα κι ένας πόνος, 

που δεν μπορούσα να γιατρέψω. 

Τέλειωσα τα μαθήματα, 

κι ύστερα έτρεξα πίσω σου. 

Ευτυχισμένα πρωινά του Οκτώβρη, στο άδειο νησί. 

Ευτυχία. 

Κλάματα ευτυχίας. 

Μόνο μαζί σου. 


Αύγουστος, ο μήνας των τελευταίων διακοπών μας

- δε ξαναπάτησα το ποδι μου σ εκείνο το νησί από τότε, 

φοβάμαι ότι θα αναβιώσουν οι μνήμες, 

και θα πονέσει πολύ η καρδιά, 

το σώμα, 

το στόμα, 

τα δάχτύλα. 

Κάθε μέρος του σώματος μου, 

που το άγγιξες, 

πονάει. 


Αύγουστος ο μήνας που με παράτησες

μία για πάντα

και δε ξαναγύρισες ποτέ ξανά. 

Χαθηκες αόριστα χωρίς εξηγήσεις. 


Απέχουμε εννέα Αυγούστους από τότε που σε γνώρισα. 

Εσύ το έχεις ξεχάσει, 

ειμαι σίγουρη. 

Μετράω έξι Αυγούστους από τη φυγή σου. 

Πόσοι Αύγουστοι θα περάσουν χωρίς μια ερωτική παρουσία ακόμα ; 

Αναρωτιέμαι. 


Κι εσύ με διέγραψες από τη καρδιά σου μία γα πάντα.

Ισως καλύτερα. 


Αύγουστος ο μήνας που γεννήθηκα, 

Ο μήνας που σε γνώρισα. 

Ο μήνας που με άφησες. 

Ας ειναι. 


Ας είναι ο τελευταίος Αύγουστος δίχως έρωτα. 


"Δώσε μας, Κύριε, τον παραλογισμό και την αμφιβολία του έρωτα. Κι όλες τις εναρμονισμένες, κατεψυγμένες, καλοσαπουνισμένες ηδονές θα τις ξεφορτωθούμε, όπως και τις άλλες ιδεολογίες. Αμήν». Μ. Κάραλη


Σάββατο 31 Ιουλίου 2021

ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΣΟΥ.

Ι

ΦΙΔΙ ΝΑ ΓΙΝΩ

ΔΕΡΜΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ

ΙΣΩΣ ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΝΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ. 

ΙΙ

ΝΑ ΓΙΝΕΙ Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΣΟΥ

ΜΙΑ  ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΦΥΣΣΑΛΙΔΑ

ΝΑ ΧΑΘΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥ ΑΙΓΙΑΟΥ Τ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ.

III
 

ΝΑ ΠΑΡΑΚΑΜΨΩ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗ ΚΑΥΤΗ

ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΑ, 

ΝΑ ΤΗ ΔΙΑΓΡΑΨΩ ΑΠ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΜΟΥ

ΙΣΩΣ ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ..  

IV

NA ΠΑΨΩ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ 

ΟΝΕΙΡΑ ΣΑΡΚΙΝΑ

ΙΣΩΣ ΕΤΣΙ ΜΙΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΟΥ 

ΧΑΘΕΙΣ. 

V.

NA ΕΡΘΕΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΠΟΘΟΣ

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΝΑ ΑΝΑΨΕΙ ΤΑ ΣΒΗΣΜΕΝΑ ΦΩΤΑ

ΙΣΩΣ ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ. 

V.I.

ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΕΡΘΕΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΑΓΑΠΗ, 

ΤΟΤΕ ΠΩΣ ΘΑ ΣΒΗΣΤΕΙ ΑΠ ΤΗ ΜΝΗΜΗ 

ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΣΟΥ ;

 


Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

Πρωινές Σκέψεις.

Ι.

 Παρατηρούσα τη γραφή σου. 

Αψεγάδιαστη σύνταξη, αλάνθαστη ορθογραφία, 

τόνοι στις λέξεις, σημεία στίξης σε κάθε πρόταση. 

Κυρίως τελείες και κόμματα, σπάνια θαυμαστικά. 

Δεν είσαι ο τύπος που ενθουσιάζεται εύκολα. 

Ολιγόγραφος, αλλά σε άψογα ελληνικά. 

Εσκυβες επάνω στις λέξεις να τις διορθώσεις,  για να μην μπορώ να σου βρω ψεγάδι. 

Δεν θα έψαχνα ψεγάδια στο μυνηματά σου. 

Είχες τόσα άλλα ψεγάδια άλλωστε. 

Αλλά σε είχα ερωτευτεί, με όλα τα ψεγάδια σου. 

Αυστηρός με τον εαυτό σου κι ακόμα πιο αυστηρός με τους άλλους, 

κρύβεσαι στο δικό σου κόσμο ζώντας τρομαγμένος. 

Μύρισα το φόβο σου, κι αυτό σε τρόμαξε. 

Ξέρεις ότι ξέρω. 

Ξέρω ότι ξέρεις, μωρό μου. 


ΙΙ. 

Ξυπνάω πρωί. 

Οι λέξεις με δυσκολία έρχονται στο νου μου. 

Κάνω κάτι παράξενους συνειρμούς τελευταία. 

Πετάω τα σκουπίδια της ζωής μου εκτός της ψυχής. 

Είναι τόσο εύκολο, άραγε ; 

Ο,τι πονάει, ας πονέσει, κι ύστερα ας μας αφήσει ήσυχους. 

Κι όχι από καιρο σε καιρό να ματώνει εκ νέου.


ΙΙΙ. 

Τους απαρνιέμαι πλέον τους παλιούς έρωτες.   

Ας αλλάξω δέρμα, σα φίδι, 

για να χαθούν παντελώς οι εικόνες του παρελθόντος.  

Κουράστηκα. 

Δεν έχω κουράγιο πια να ταχταρίζω μνήμες στα γόνατα μου. 

Οχι άλλες αναμασημένες και χιλιοπαιγμένες σκηνές της ίδιας ταινίας. 

Νηστεύω τους παρελθοντικούς χρόνους. 

Νηστεύω και τους μέλλοντες ακόμα. 

Ευχαριστώς να καταβροχθίσω ένα παρόν. 

Εχετε κάτι για αποψε μήπως ; 

Καλημέρα. 


Κυριακή 18 Ιουλίου 2021

 λοιπον, για δες, ποτ μπορώ να σε ξεχωρίσω μόνο από τη πλάτη σου, και από τα χέρια σου, και απ το καθισιό σου και μόνο σε μία καρέκλα ; τι να σημαίνει αυτό άραγε; πόσο σ έχω παρατηρήσει ; τόσο που να αρκεί να ξεχωρίζω τη παραμικρή σου ύπαρξη, κι ας μην είσαι πια η αγάπη μου, και ας μην είσαι πια τιποτα περισσότερο για μένα, παρά από κάποιον που κάποτε ερτευτηκα μόνη μου, χωρίς να σε γνωρίσω. Και τελικά τι είμαι για σένα ; Εσύ σγκοπνίζεσαι. Κάθε φορά που σε κοιτάω. Και ξέρεις κάτι ; Αυτό αναζοπυρώνει τον κοιμισμένο και περασμένο έρωτα. Δεν υπάρχει ρε γιώργο, τίποτα να ξεχνιέται. Ολα από ένα ελάχιστον φτάνουν στο ο,τισήποτε. Σαν εσένα που από το τίποτα έρχεσαι σ εμένα. Και θα έρχεσαι πάντα. Γαμώτο. Πάντα θα με βλέπεις και θα τρέμεις. 

Κι αν σκοτωνόσουν τι ;

Μη σε νοιάζει. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Μα να, μονάχα που κάποιες φορές, να κάποια βράδια όπως τώρα θυμάσαι τα ενοικιασμένα σου σπίτια, σύνολο τρία. Δύο φοιτητικά, κι ένα ενήλικο. Και από τα δύο θυμασαι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Στο ένα γέλια, τσιγάρα, ξενύχτια, εξομολογήσεις, κιθάρες και έρωτας. 

Στο άλλο απώλεια, απογόητευση, ενδυνάμωση. Βράδυ, μπαλκόνι, αεράκι φυσάει. Είσαι μόνη. Είσαι ανξάρτητη είμαι ελεύθερη. Φίλοι, Κυριακή Μεσημέρι, ένα τσουκάλι λαχανοντολμάδες και γλυκά μετά, και κρασί, και οι καρέκλες δεν εφταναν. Κι ο χώρος ήταν στενός. Αλλά κάπως χωρέσαν. Κι έναν Αυγουστο λίγο πριν σαλπάρει το βαπόρι πρέπει να ήπιαν κάπως γλυκόπιοτο ούζο μαζί με μεζέ. . Μία φίλη που περιμάζεψες  και μαζί τέσσερις μήνες ζήσανε βράδια που ξεκινούσαν από τις 7 το απόγευμα, ακριβώς την ώρα που σχολούσε. Συζητήσεις, εξομολογήσεις, βόλτες ατέλειωτες στο μπλέ. Βόλτες ατέλειωτες μοναχικές. Μπαρ μοναχικά και μετά μία μοναχική επιστροφή που μπορεί λίγο να σε ενοχλούσε επιφανειακά, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ ουσιαστικά. Δεν ξεπούλησε ποτέ την ελευθερία σου φτηνά.  Δεν είναι ότι κάποιος αξίζει έναν έρωτα περισσότερο από κάποιον άλλον. Ερωτευτόμαστε τυχαία. Τυχαία, μοιραία, και σπάνια. Βάζεις ένα ποτό ακόμα. Και τα απολαμβάνεις. Μόνη στο ημίφως, χαμένη σ όσα έχεις βιωμένα, λες και ζεις σ έναν παράλληλο χρόνο. 

Μία αφίσα πάνω από το καινούριο κρεβάτι. Καινούριο κρεβάτι. Σιδερένιο. Λευκό. Το παλιό ήταν μαύρο. Κοίτα να δεις που άαλλαξες κρεβάτι για να μη θυμάσαι, κι όμως δεν κατάφερες τίποτα απολύτως. Πάλι  θυμάμαι. Και κοίτα να δεις που τόσα χρόνια μετά κοιμάσαι στο ίδιο μαύρο σιδερένιο κρεβάτι. Μόνη σου. Κοιμάσαι μόνη σου. Και το απολαμβάνεις. Γιατι στο κάτω κάτω η ποίηση δεν γεννιέται κάθε μέρα και πόσοι άνθρωποι έχουν πάνω τους κάτι ποιητικό ; Τόσοι όσοι μπορείς να ερωτευτείς. Και με πόση κεκτημένη ταχύτητα μπορείς πλέον να τρέξεις; 

Κι απόψε παραλίγο να σκοτωθείς. Ε κι αν σκοτωνόσουν τι θα γινόταν ; Λες και δεν τα έζησες όλα ; Ολη η ζωή εμπεριέχεται σ΄έναν μεγάλο έρωτα, έστω και τοξικό. Κι αυτόν τον έχεις ζήσει στο έπακρο. Ναι, τουλάχιστον, δεν πάτησες φρένο στα ξέφρενα αισθήματα, τουλάχιστον δεν καταπίεσες ό,τι όμορφο μπορεί να ανάψει μέσα σε κάποιον ανίδεο από ζωή και από σχέσεις. 

Εζησες δέκα ζωές μέχρι τώρα. Ε κι αν σκοτωνούσουν, τι θα γινόταν ; Χόρτασες ηλιοβασιλέματα, βόλτες, μπαρ, πανηγύρια, γλυκό πιοτό της νιότης. Και χόρτασες κι έρωτα ; Και ηδονές; Αυτά χορταίνονται άραγες ποτέ ; 

Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ δεν τα χόρτασα, και θέλω να τα ξαναζήσω. Αν σκοτωνόσουν σήμερα τι απ όλα αυτά θα είχε νόημα αν όχι μόνο η σκόρπια και ατόφια ηδονή της στιγμής ; Γαμώτο, το μόνο που έχει νόημα στη ζήση αυτή είναι η στιγμή του αμοιβαίου έρωτα και τίποτα άλλο. " Αλλαζει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο, γίνεται η κάμαρα κέντρο του κόσμου" ...

Μα περισσότερο κι από τον αμοιβαίο έρωτα αξίζει η αίσθηση και η έμνευση που σου προσφέρει. Κι αν σκοτωνόμουν σήμερα λοιπόν ; Ευχαριστημένη θα πήγαινα, και ίσως και λίγο διψασμένη. Και ίσως και με έναν πόνο, ότι την ομορφιά μου δεν την έζησα όπως ήθελα και δεν τη μοιράστηκα και δεν μου την αναγνώρισαν. Θα πέθαινα με τη στέρηση.

Εβαλα ένα ποτό. Αναψα τα κεριά. κι ένα τσιγάρο. Κι αφήνω αυτό εδώ. Αλλά παρά τρίχα θα με κλαίγατε. Και κοίτα να δεις που μετά το συμβάν μπροστά μου εκείνος ο παιδικός έρωτας, σαν να θέλει να μου πει η ζωή κάτι, πως ότι και να γίνει, όπως και να έρθουν τα πράγματα, τη τελευταία στιγμή της ζωής μου αυτός θα είναι απέναντι....