Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Μεγάλη Δευτέρα

Σφάλισε τα παράθυρα,
κι ασε μόνο ανοιχτό τα τζάμι,
να μπουν μέσα τα θαύματα της άνοιξης,
να σε παρασύρουν στη μέθεξη της φύσης
φέρε κρασί μπρούσκο,
κόκκινο σαν αίμα,
άνοιξε εκείνο το παλιό πικ απ
και βάλε εκείνα τα νοσταλγικά βάλς της Βιέννης-
η προστακτική,
η πιο ερωτική έγκληση.

Ασε μόνο τα μικρά κεριά αναμμένα,
για ν αντιφεγγίζει το κορμί σου,
στο φως τους,
έτσι πάλλευκο, αγνό
και καθαγιασμένο.
Ιερά τα σώματα μόνον όταν γίνονται αντικείμενο πόθου,
μεταρσιωτικός ο Ερωτας.
Τα μαλλιά σου λούζονται στο φως,
η καρδιά μου σκιρτίζει,
αλυχτάει σαν σκύλος που πονάει.
Τα μακριά μαλλιά μου αγγίζουν την πλάτη,
ερεθίζομαι από την ερωτικότητα μου
-πάλι νάρκιση, μισή, ανολοκλήρωτη-

θα φύγεις, ξέρω το πρωί,
παίρνοντας μαζί σου εκείνο το άρωμα,
που λάτρευες.
Μια στιγμή μόνον ιερή ο Ερωτας,
κι ύστερα πόνος,
μάχες στα λευκά σεντόνια,
γδάρσιμο του σώματος,
πληγή που ματώνει
μέσα στην γλυκιά άνοιξη...

Εβδομάδα των παθών
κι εγώ ονειρεύομαι πόθους
κι αμαρτίες,
ένα ανθισμένο τριαντάφυλλο,
που πεισματικά αντιστέκεται στην ανομβρία.

"Ω γλυκή μου εάρ, γλυκυτατόν μου τέκνον..."
Ο πόνος της Παναγιάς μεταπλαθεταί σε μελωδικό εγκώμιο.
Πα βου γα δε νι.
-Βυζαντινές νότες-
Μιά βυζαντινή αμαρτία γυρεύα,
κι ίσως τώρα το πληρώνω.
Η Παναγιά έκλαιγε το Θάνατο του Ανθρώπου,
που μας σαρώνει, μας καταρακώνει,
Κι εγώ να κλαίω εδώ τον Θάνατο του Θεού
- μα αλλον Θεό δεν έχω εκτός από τον Φτερωτό του Δωδεκάθεου- ,
που μας αφήνει ανυπεράσπιστους, ματωμένους σαν τις παλάμες τους Ιησού,
γυμνούς, εξαυλωμένους...

Γυμνή σε ξένο κρεβάτι,
σε ξένη αγκαλιά,
ακόμα ποθητή,
ακόμα λίγο μοιραία,
ένα πληγωμένο αγρίμι,
που επουλώνει παροδικά τις πληγές του
ή μήπως ρίχνει λίγο ακόμα αλάτι;
Εγκόσμια κι απόκοσμη συνάμα,
ευαίσθητη και σκληρή ταυτόχρονα,
είμαι ακόμα εδώ να με κατρώγει μίαν Ανάγκη... 



Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Άννα Αγγελοπούλου: Η αγάπη στην ποίηση: Γιώργος Θέμελης, ποιήματα

Άννα Αγγελοπούλου: Η αγάπη στην ποίηση: Γιώργος Θέμελης, ποιήματα: Ποιήματα του Γιώργου Θέμελη Σας παρουσιάζω τα παρακάτω ποιήματα του ποιητή Γιώργου Θέμελη (1900-1975). Προέρχονται από τις συλλογές ...


Μαθητεία
Μαθαίνεται η Αγάπη,
Μαθαίνεται από μέσα, αποστηθίζεται.
Όπως η θλίψη, όπως η έκταση.
Τ᾽άφωνα ψάρια δεν πηγαίνουν
Σχολείο να μάθουν τη σιωπή,
Την εκθαμβωτική θαλάσσια αγάπη
Μες σε βαθειά κρησφύγετα.
Τα ερωτικά πουλιά δε μελετούν
Μαθήματα αγάπης˙ δε γράφουν
Τις τέσσερες πράξεις της
Στις πλάκες τους οι πεταλούδες.
Ίσως μονάχα οι Άγγελοι να μαθαίνουν
Λέξεις, ονόματα, κομμένες συλλαβές,
Συλλαβίζοντας τον έρωτα μες στην ουράνιαν ερημία.
Ίσως να ξέρουν καλά τη σιωπή της Αγάπης,
Τη γλώσσα της σιωπής, τον ανεκλάλητον έρωτα των πραγμάτων.
Αυτή τη γλώσσα, αυτή τη Μουσική,
Αυτή μαθαίνουν τα δάχτυλά μου.
Τα δάχτυλά μου, τα χείλη μου, τα έκπληχτα μάτια.
Από το Δίχτυ των Ψυχών II

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Με αφορμή το βιβλίο Ερωτας ή Τιποτα


 γιατί να μας ταλανίζει ο μοντερνισμός ; γιατί να πιστεύεται από νέα άτομα ότι πρέπει να καταναλώνουμε αδηφάγα εραστες ; γιατί κανείς δεν πιστευεί στην αιωνιότητα τουέρωτα ; στην ευχάριστη βίωση της μοναγαμίας ; γιατί τόσο κενό στον έξω κόσμο; γιατί κατάντησαν έτσι του νέους ανθρώπους ; και γιατί οι νέοι άνθρωποι μασάνε ; Βαρέθηκα με τον ερωτικό καπιταλισμό! Ζητάω ερωτική αποκλειστικότητα, έρωτα εις τους αιώνες των αιώνων... μέχρι τα βαθειά μου γεράματα να βγαίνω περίπατο, ν ανασαίνω γιασεμί... να κυνηγάω κάθε είδους ηδονή... Την ηδονή της τέχνης, των δρόμων, της αντίστασης, της επιστήμης... Ηδονή σε κάθε μέρα, σε κάθε στιγμή, σε κάθε ερωτική συνεύρεση... όχι αυτό το ξεπούλημα... όχι άλλες σχέσεις fast food... όχι άλλη επιφάνεια! Νισάφι! Φτάνει!
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ στην μαζική κατήφεια! ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΡΩ ! ευχαριστώ! θέλω να βγω με πανό στο Σύνταγμα να το φωνάξω, να το φωνάξω στις παρέες μου, στους συναδέλφους μου, σ όλους αυτούς τους ηλίθιους που λένε με περισπούδαστο ύφος πώς δεν πιστεύουν στον έρωτα... ότι ο έρωτας είναι επανάσταση, είναι έμπνευση, ΕΊΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ!
είναι συνυφασμένος με την ευτυχία, είναι το συστατικό της ευτυχίας... είναι χείμαρρος ορμητικός που σε παίρνει μαζί του, είναι όχημα που σε μεταφέρει σε άλλο γαλαξία, είναι η εκκοσμίκευση του θεού επί της γης... είναι " η πιο ισχυρή χειραψία προς τη ζωή".. είναι ο δρόμος προς την αθανασία...οδηγεί στην γέννεση του ανθρώπου, από άνθρωπο... σκέφτηκε κανείς άραγε τι θαύμα είναι η ζωή ; τι θαύμα η γέννηση ; και " έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν" λέει το ευαγγέλιο και δεν θα το μεταφράσω ως απώλεια του εαυτού και της ατομικότητας, αλλά ως ένα προνόμιο συμπόρευσης, μία δυνατότητα να γεννήσεις ένα παιδί... Μόνο έτσι να ρχονται παιδιά στον κόσμο... Μόνον από έρωτα, κι όχι από τη μετατροπή της μήτρας σ ένα σπερματοδοχείο, όχι από μία σεξουαλική εμπειρία από την οποία ελλείπει το πάθος και ο έρωτας και προσιδιάζει στην αυτοικανοποίηση... Οχι άλλο πεταγμένο σπέρμα... Οχι άλλο γαμήσι! Ας ξυπνήσουμε επιτέλους! Ας κλείσουμε το τιντερ, το φειςμπουκ, το απρόσωπο ίντερνετ... κι ας βρεθούμε στο κέντρο της πόλης...απλοί, λιττοί, απέριττοι... γήινοι, αλλά και τόσο θεικοί συνάμα, κι ας ζήσουμε πια αυτό το δώρο της ζωής... την ίδια την ζωή! Οχι άλλοι λογαριασμοί απλήρωτοι, όχι άλλες επιπλαστες ανασφάλειες γιατί δεν προσιδιάζουμε σε τηλεοπτικούς στάρς. Ας βάλουμε ποίηση στην καθημερινότητα μας, ποιότητα στις σχέσεις μας, ερωτικά λόγια στο κρεβάτι μας και ψυχή στο κάθε τι... Θέλω τόσο πολύ να ζήσω, τόσο ανελέητα να ρουφήξω κάθε σταγόνα της άνοιξης, κάθε γεύση του ποτού μου, κάθε άρρωμα του ερωτικού υποκειμένου μου... Και δεν ήμουν ποτέ πιο ερωτική απ ότι είμαι τώρα, δεν απολάμβανα ποτέ περισσότερο τη ζωή απ ότι αυτή τη περίοδο... Το θνησιγενές με τρομάζει, οι ανασφάλειες μου κάποτε με καταβάλλουν, ο φόβος ότι μπορεί να μην βρω τον συντροφό μου με πονάει, αλλά δεν πρόκειται στον αιώνα τον άπαντα να το βάλλω κάτω... Θα αντιπαλέψω μία εποχή... Εχει κι άλλους εκεί έξω... Θα βρεθούμε κάποτε...σε κάποια κοινή πορεία... μέσα σε καιόμενους δρόμους...


Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Ημερολόγιο.

Αποκαμωμένη πια από τα ξενύχτια, τις οινοποσίες, τα ατέλειωτα γλέντια και τις κοινωνικές επαφές,
επιστρέφω σ' εμένα για άλλη μία φορά. Ο πυρήνας της ψυχή μου καίγεται από μία φωτιά, κακιά φωτιά, κόκκινη, μοχθηρή, φθονερή, που κατατρώγει και σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα της.
Στέκομαι μακριά από αυτήν την πύρινη εστία. Δεν έχω τη δύναμη να την αντιμετωπίσω. Δεν έχω τη δύναμη να δω τι είναι αυτό που με κατατρώγει, με σπαράζει, με πετάει στα τάρταρα.

Ταξίδεψα για χρόνια σ ένα σωρό κορμιά, σ ένα σωρό αισθήματα, σ ένα σωρό μαγικά βράδια και δεν είμαι αλώβητη, ούτε αβλαβής. Μήπως είμαι σώα όμως ; Δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει μέσα μου.
Ένας θυμός και μία οργή αγρεύουν και εκτονώνονται σε άσχετες στιγμές που πάσχω από έλλειψη συνειδήσεως. Ίσως αυτό είναι μία βαθύτερη ανάγκη και υπαιτίως φέρνω τον εαυτό μου σε κατάσταση τέτοια. Δεν ξέρω τι να τραγουδήσω, δεν ξέρω που να ακουμπήσω. Πρέπει να πάψω να ελπίζω σε μεγάλους έρωτες, σε καλούς συντρόφους και σε άλλες τέτοιες ψευδαισθήσεις. Με πονάει η μοναξιά στην οποία διαβιώνω, αυτή η μοναξιά του ύπνου, αυτή η μοναξιά της αγκαλιάς. Χρόνια τώρα δε βρήκα μια αγκαλιά να με χωράει, μήτε ένα κρεβάτι ζεστό, μήτε μία ψυχή καθαρή. Θέλω μια καρδιά ανέγγιχτη ή έστω όχι τόσο κακομαθημένη σαν τη δική μου. Αποζητάω μάταια ένα ζευγάρι χέρια να κλειστώ μέσα τους και να αρχίσω να κλαίω για όλα όσα πια πονάνε.

Έχω διώξει σχεδόν όλα τα άτομα που με έγδαραν άθελα τους. Απομακρύνομαι. Κείτομαι μέσα στην σπηλιά μου, στο δικό μου ιερό. Παρουσιάζω μία εικόνα φενάκη. Ο καθρέφτης είναι όμορφος, γελαστός, φοράει κόκκινο κραγιόν και φόρεμα, φιλάει όμορφα και είναι αισιόδοξος. Εγώ πάλι δε μοιάζω σε τίποτα μ αυτό που βλέπεις μπροστά στον καθρέφτη. Εγώ είμαι ξεγραμμένη, διαλυμένη, με ελπίδες ματαιωμένες, με φτερά τσακισμένα, αλλά μ ένα πείσμα σχεδόν αρχέγονο, που έρχεται από τα βάθη του σώματος μου. Έχω οργή, η φωτιά μου βράζει, δε ξέρω τι θα κάψω ακόμα εκτός από τον εαυτό μου. Φοβάμαι εκείνους που θέλουν να δουν μέσα μου. Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια μου. Δεν έχει λυγμούς, ούτε φωνές. Μόνο σιωπή τριγύρω, φάκελοι χαρτιών, υποχρεώσεις, φιλόδοξα σχέδια, μεγάλα γλέντια, υποκριτικές ηδονές- καμία ηδονή δεν τρέφει την ψυχή μου.

Εδώ κάτω είναι σκοτάδι. Είμαι ο ποταμός Αχέροντας. Είμαι η Μήδεια, αλλά δεν σκότωσα τα παιδιά μου. Σκοτώνω τον εαυτό μου ίσως από το μεγάλο πείσμα μου. Αυτή η απομόνωση μ έχει πικράνει, αυτές οι αλλεπάλληλες ματαιώσεις των ελπίδων μου μ έχουν κάνει σκληρή σαν πέτρα. Μοιάζουν όλα τόσο μάταια, η αλήθεια είναι τόσο σκληρή και πικρή, αλλά δεν μπορώ να την δεχτώ. Η ελπίδα είναι μία σκρόφα που κυκλοφορεί τις νύχτες στα μυαλά μας. Είναι μία πόρνη που εκδίδεται στη Συγγρού και εκδίδει και εμάς μαζί της. Γίνεται ο νταβατζής μας, μας εξαπατά, δεν μας πληρώνει ούτε ένα ευρώ, κι ας μας έχει εκπορνεύσει στην ψύχρα.

Χειμώνες άνυδροι πέρασαν δύο, οδεύουμε προς τον τρίτο άνυδρο χειμώνα. Τα καλοκαίρια είναι μικρά, μόνο φαινομενικά λάμπουν, κάποτε για ώρες, άλλοτε για μέρες. Δεν βαστάνε αιώνες οι χαρές. Μια στιγμή μονάχα οι χαρές σε σηκώνουν από το λήθαργο. Μόνο για μία στιγμή. Ύστερα αυτοεξαπατάσαι. Τεχνητός ο ήλιος, παράγεται από χημικά στοιχεία το φως του. Υποκριτικά τα χαμόγελα.

Αν αξίζει κάτι στη ζωή μόνο ο έρωτας είναι. Μόνο γι αυτό το μεσοδιάστημα ανάμεσα στην ζωή και στον θάνατο. Ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο. Η λοιπή πραγματικότητα είναι πεζή, και κυνική, διέπεται από τον θάνατο. Κάθε μέρα είμαστε πιο κοντά στο αποτρόπαιο αυτό γεγονός. Κάθε μέρα που δεν ζούμε έναν έρωτα είμαστε πιο νεκροί κι από μία κούκλα. Κάθε μέρα που δεν λιώνουμε από επιθυμία πάνω στα σεντόνια μας, δε ζούμε, παρά αναπνέουμε. Κάθε μέρα που δεν μπορώ να χάσω το μυαλό μου εξ αιτίας κάποιου, είμαι ένα νεκροζώντανο πλάσμα, που υποτίθεται ότι μάχεται για τα δίκαια της κοινωνίας. Είμαι ένα αδύναμο, πληγωμένο αγρίμι, που δεν ξέρει που να επιστρέψει, γιατί η φωλιά του είναι άδεια. Κάθε φορά που δε με μεθάει ένα φιλί, ντρέπομαι. Ντρέπομαι να διεκπεραιώνω μία διαδικασία αναπαραγωγής μόνο και μόνο για κάποιες στιγμές ηδονής- " άλλα ζητάει η ψυχή, για άλλα κλαίει"- . Θέλω εκείνον τον άνευ όρων έρωτα, εκείνον τον ιερό έρωτα που σε κάνει μούσα, που σε μεταρσιώνει σε persona sacra, θέλω εκείνη την τρυφερή αγωνία, εκείνη τη μανία, εκείνη την απονενοημένη και ένοχη στιγμή που ανήκει μόνο σε δύο ανθρώπους. Διαφορετικά, να μη περιμένουμε έλεος από πουθενά, αν ο έρωτας δεν μπορεί να δικαιώσει την ύπαρξη μας. 

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Αθήνα.

Βρααδιάζει στην  Αθήνα... στην πιο ανοιχτή πόλη του κόσμου. Περπατάω μόνη μου στην Ασωμάτων, κοιτάζοντας την αστική παρακμή τριγύρω. Τα κτίρια παραμελλημένα , θυμίζουν μία παραίτηση. Στο βάθος και στο τέλος της οδού, κοιτάζω τα καφενεία κι από πάνω μας ένα φεγγάρι φωτίζει τα ερωτευμένα ζευγάρια, τις γελαστές παρέες, τα χρόνια μας που περνάν και πίσω δεν γυρνάν. Νομίζω πως μυρίζω γιασεμί στη γειτονιά. Χαμογελάω περπατώντας και ακούγοντας κάποιο τραγούδι της Νικολακοπούλου. Ενας ταρίφας χωμένος μέσα στο κίτρινο ταξί του με προσπαρνάει. Η κόρνα ουρλιάζει.Ο διπλανός δρόμος πολυσύχναστος, αδιάφορος, κουραστικός. Η Αθήνα, η πιο ανοιχτή πόλη του κόσμου. Η πόλη με τις αντιφάσεις. Η πόλη- σύμβολο της ελευθερία μου, της συναισθηματικής μου ελευθερίας, το γεωγραφικό μήκος και πλάτος στο οποίο μπορώ να εκφραστώ. Υστερα βαδίζω στα εξάρχεια σε μία ταράτσα στην Χαριλάου Τρικούπη. Είναι αργά κι αύριο πρέπει να ξυπνήσω για τη δουλειά, αλλά δε με νοιάζει. Θυσιάζω λίγο ύπνο για το φωτεινό φεγγάρι που φωτίζει το Λυκαβητό. Αμάξια πηγαίνουν κι έρχονται- μόλις που διακρίνω τα φώτα τους. Δάσος στο λόφο, το εκκλησάκι φωτισμένο, ένας βράχος που μοιάζει σμιλεμένος και καλοσχηματισμένος. Φώτα  από τα γύρω σπίτια. Τα άδεια μπαλκόνια- που πήγε όλος αυτός ο κόσμος ; Μάλλον θα κοιτάζει μία οθόνη κρυστάλλων. Τεχνολογία: μέσο απομόνωσης και κατάλοιπο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αεράκι δροσερό του φθινοπώρου με ηδονίζει. Η ζωή προχωρά- τα χρόνια δεν γυρνάνε πίσω, μήτε οι στιγμές.
Βραδιάζει στην Αθήνα και κάπου εσύ γελάς μάλλον. Σ έψαξα σ όλους τους δρόμους του κέντρου, αλλά δε σε βρήκα, αγάπη μου.Αρχίζει να βρέχει. Βρέχει γέλια, βρέχει δάκρυα, βρέχει χαρά, βρέχει και θλίψη. Πίσω από μία ρεκλάμα μπορεί να ταξιδεύεις σ ένα ταξίδι που κανείς δεν έρχεται, γιατί φοβάται το πάθος σου. Ενα ταγκό παίζει σ εκείνο το μπαρ που ακόμα δεν ξέρω το όνομα του και συ μ ένα μυδιάμα κοιτάζεις τους θαμώνες να πίνουν το ουίσκι τους. τα τροχοφόρα της Πατησίων μαρσάρουν ανελέητα, αναπτύσσουν γκάζια. οι άστεγοι στην πλατεία Αμερικής ετοιμάζονται να πλαγιάσουν- άλλοι αγκαλιασμένοι, άλλοι μόνοι. Ο άνθρωπος σου μέσα σε τόσα εκατομμύρια κόσμου μάλλον με σκέφτεται σαν ένα πλάσμα που δεν υπάρχει. Σαν μία αγάπη που αδικήθηκε από τον χρόνο κι από τις συνθήκες ή σαν μία τύχη που δεν την συνάντησε ακόμα. Η ελπίδα εξασθενίζει κι ο Σαββόπουλος στο walkman κλαίει μ ένα ζειμπέκικο βαρύ. Εδώ κάτω στα εγκόσμια δε κλαίει κανείς. Η ζωή συνεχίζεται, ο χρόνος άχρονος δεν ταυτίζεται με το παρόν, μα με φαντασιώσεις μέλλοντος. Απολαμβάνω την ονειροπόληση, χάνομαι σ δρόμους άγνωστους... Τα φιλιά γίνονται όλο και περισσότερα κι οι εραστές της μία βραδιάς βαδίζουν προς τα μικρά βρώμικα διαμερίσματα τους. Κι η Αθήνα παραμένει η πιο ανοιχτή πόλη του κόσμου. Κι η Νεφέλη φοράει ακόμα το μικρό κουρέλι  από φεγγαρόφωτο στα μαλλιά της... ενώ οι άνθρωποι σκοτώνονται " για ένα πουκάμισο αδειανό.. " 

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Αυγουστος...

" μες στην αγκαλιά μου ο,τι ακριβότερο
κι ο κόσμος ένα βότσαλο μικρό... 
Κι εσύ μου λες να ξεχαστώ 
τον Αύγουστο να σβήσω από τους μήνες
μα κι αν τις μνήμες πολεμώ
στον Αύγουστο με πάνε 
πάλι εκείνες" 




Ενα αυγουστιάτικο πρωινό
μέσα στον κατακαλόκαιρο 
κείτεσαι σ ένα κρεβάτι διπλό
πάνω σε πάλλευκα σεντόνια
με τα παράθυρα ανοιχτά 
την θάλασσα στο βάθος 
και το αγέρι να αγκαλιάζει 
το κορμί σου απαλά. 
Οι μνήμες χορεύουν
έναν αργόσυρτο ρυθμό
νοσταλγικό.
Εικόνες σώματος λευκού
δέρματος απαλού.
Αναμνήσεις υγρών, 
παθιασμένων φιλιών. 
Αναμνήσεις ιλίγγου-
ερωτικού πάθους, 
τότε που τα σώματα πάλευαν 
να κατακτήσουν την αθανασία. 

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Ταξίδευα στη βόρεια χώρα σου για χρόνια.
Κατήργησα την απόσταση για σένα.
Απο μακριά άκουγα την φωνή σου να πάλλεται στο τηλέφωνο,
μαγικά σήμαρα έφταναν στη μεριά μου και η φωνή σου έκανε τη ψυχή μου να πάλλεται και αυτή,
όπως το κύμα του ήχου όταν ταξιδεύει από το στόμα σου στο αυτί μου.
Κατήργησα τα σύννεφα για σένα,
κι όλον εκείνο τον υπαρξιακό μου πόνο,
την ανελέητη μοναξιά,
που κάθε άνθρωπος βιώνει εσωτερικά,
αφού ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος να σωθείς από τη μοναξιά σου
ή έστω να έχεις την αυταπάτη της σωτηρίας.
Ευτυχώς που υπάρχει η ομορφιά-
αυτή είναι η πιο γλυκιά αυταπάτη-
Οικειοθελώς αυταπατούμουν και παραμυθιάζομουν,
κι αν χρειαστει και βρω το έδαφος πρόσφορο,
θα ζήσω γι άλλη μια φορά μέσα σ έναν ψεύτικο κόσμο
- αφού η πραγματικότητα είναι πεζή, άδεια, μισερή-
Κανείς δε ζει με πραγματικότητες, αφού αυτές από μόνες τους μας μετατρέπουν σε απαρηγόρητα σώματα που περιφέρονται μόνα τους μέσα στον κατακαλόκαιρο.
Χρειάζονται πολλά μπουκάλια κρασια και ελάχιστες σταγόνες έρωτα,
ώστε να δημιουργήσεις κόσμους από την αρχή
-αν φυσικά έχεις την ικανότητα να χαθείς μέσα στον έρωτα-
Εσένα πάλι η ψυχή σου ήταν το πιο παγωμένο στοιχείο της ύλης που έχω γνωρίσει,
δίχως φαντασίες, δίχως υπαρξιακές αγωνίες, δίχως μεταφυσικές ιδιότητες.
Το σώμα σου από την άλλη ήταν ο πυρήνας ενός ηφαιστείου,
ορμούσα καταπάνω σου, και με έκαιγες αργά και βασανιστικά,
μα τόσο ηδονικά που δεν μπορούσα να αντισταθώ στο βάσανιστήριο εκείνο.
ήταν βάσανο να λεει ο νους να φύγω,
και το σώμα να μην υπακούει και να παραμένει,
παραδομένο στις ηδονές του.
Με τραβούσες αμέσως στην δίνη σου με τα χείλη σου
κι εγώ ερχόμουν.
Με σκότωνες τόσο γλυκά με εκείνο το πρωινό γέλιο του
κι όταν έπεφτε πάνω σου το λιγοστό χειμερινό φως
γινόσουν ένας στίχος ενός ποιήματος
που κανένας ποιητής ομοίο του δεν έχει γράψει -
τα λόγια μικρά κι άναξια για τις περιγραφές της ομορφιάς σου,
ειδικά της ομορφιάς όπως την αντιλαμβάνεται μία ερωτευμένη ύπαρξη-
Ολα αυτά γίνανε μία ανάμηνηση πια, που δε πονάει πολύ,
κάποτε μόνο ματώνει για λίγο η πληγή
και τότε σταγονές ανεπαίσθητες αίματος εμφανίζονται στην ψυχή μου.
Αλλά δεν είναι τούτο η λύπη μου.
Η λύπη μου ειναι που ζω με αυτές τις πια θολές αναμνήσεις έρωτα,
ενώ μπροστά το τοπίο έρημο και άνυδρο φαντάζει.
Μόνο ευτυχισμένα νερά των οργασμών μου υπάρχουν,
μα η ψυχή δεν έρχεται σε οργασμό
και το σώμα μόνο του δεν αρκεί.
Αλλο ζητάει η ψυχή για να τραφεί,
κι όχι κορμιά μόνο νεανικά και αντρειωμένα.
Κινήσα μαζί σου στην βόρεια χώρα,
ταξιδεύοντας προς την παγωμένη σου ψυχή,
ελπίζοντας να ανάψω μία φλόγα μέσα της,
μα μάταιος κόπος...
Η Σιβηρία ακόμα και το καλοκαίρι είναι παγωμένη...