Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Ταξίδευα στη βόρεια χώρα σου για χρόνια.
Κατήργησα την απόσταση για σένα.
Απο μακριά άκουγα την φωνή σου να πάλλεται στο τηλέφωνο,
μαγικά σήμαρα έφταναν στη μεριά μου και η φωνή σου έκανε τη ψυχή μου να πάλλεται και αυτή,
όπως το κύμα του ήχου όταν ταξιδεύει από το στόμα σου στο αυτί μου.
Κατήργησα τα σύννεφα για σένα,
κι όλον εκείνο τον υπαρξιακό μου πόνο,
την ανελέητη μοναξιά,
που κάθε άνθρωπος βιώνει εσωτερικά,
αφού ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος να σωθείς από τη μοναξιά σου
ή έστω να έχεις την αυταπάτη της σωτηρίας.
Ευτυχώς που υπάρχει η ομορφιά-
αυτή είναι η πιο γλυκιά αυταπάτη-
Οικειοθελώς αυταπατούμουν και παραμυθιάζομουν,
κι αν χρειαστει και βρω το έδαφος πρόσφορο,
θα ζήσω γι άλλη μια φορά μέσα σ έναν ψεύτικο κόσμο
- αφού η πραγματικότητα είναι πεζή, άδεια, μισερή-
Κανείς δε ζει με πραγματικότητες, αφού αυτές από μόνες τους μας μετατρέπουν σε απαρηγόρητα σώματα που περιφέρονται μόνα τους μέσα στον κατακαλόκαιρο.
Χρειάζονται πολλά μπουκάλια κρασια και ελάχιστες σταγόνες έρωτα,
ώστε να δημιουργήσεις κόσμους από την αρχή
-αν φυσικά έχεις την ικανότητα να χαθείς μέσα στον έρωτα-
Εσένα πάλι η ψυχή σου ήταν το πιο παγωμένο στοιχείο της ύλης που έχω γνωρίσει,
δίχως φαντασίες, δίχως υπαρξιακές αγωνίες, δίχως μεταφυσικές ιδιότητες.
Το σώμα σου από την άλλη ήταν ο πυρήνας ενός ηφαιστείου,
ορμούσα καταπάνω σου, και με έκαιγες αργά και βασανιστικά,
μα τόσο ηδονικά που δεν μπορούσα να αντισταθώ στο βάσανιστήριο εκείνο.
ήταν βάσανο να λεει ο νους να φύγω,
και το σώμα να μην υπακούει και να παραμένει,
παραδομένο στις ηδονές του.
Με τραβούσες αμέσως στην δίνη σου με τα χείλη σου
κι εγώ ερχόμουν.
Με σκότωνες τόσο γλυκά με εκείνο το πρωινό γέλιο του
κι όταν έπεφτε πάνω σου το λιγοστό χειμερινό φως
γινόσουν ένας στίχος ενός ποιήματος
που κανένας ποιητής ομοίο του δεν έχει γράψει -
τα λόγια μικρά κι άναξια για τις περιγραφές της ομορφιάς σου,
ειδικά της ομορφιάς όπως την αντιλαμβάνεται μία ερωτευμένη ύπαρξη-
Ολα αυτά γίνανε μία ανάμηνηση πια, που δε πονάει πολύ,
κάποτε μόνο ματώνει για λίγο η πληγή
και τότε σταγονές ανεπαίσθητες αίματος εμφανίζονται στην ψυχή μου.
Αλλά δεν είναι τούτο η λύπη μου.
Η λύπη μου ειναι που ζω με αυτές τις πια θολές αναμνήσεις έρωτα,
ενώ μπροστά το τοπίο έρημο και άνυδρο φαντάζει.
Μόνο ευτυχισμένα νερά των οργασμών μου υπάρχουν,
μα η ψυχή δεν έρχεται σε οργασμό
και το σώμα μόνο του δεν αρκεί.
Αλλο ζητάει η ψυχή για να τραφεί,
κι όχι κορμιά μόνο νεανικά και αντρειωμένα.
Κινήσα μαζί σου στην βόρεια χώρα,
ταξιδεύοντας προς την παγωμένη σου ψυχή,
ελπίζοντας να ανάψω μία φλόγα μέσα της,
μα μάταιος κόπος...
Η Σιβηρία ακόμα και το καλοκαίρι είναι παγωμένη... 

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Σαρκιο αδύναμο

το σώμα μου: το σώμα μου είναι βουτηγμένο στην αμαρτια. Εχω κατέβει στις πύλες της κολάσεως, τις έχω ανοίξει κι έχω καεί μέσα στις φωτιές της, για να εξέλθω πάλι και να ανυψωθώ στα παραδείσια πάθη. Σ εκείνον τον κήπο της Εδέμ, που όμως δεν είναι ο χριστιανικός ανέραστος κήπος, αλλά περιέχει την ερωτική ένταση σε όλο της το μεγαλείο. Εχω νιώσει όλες εκείνες τις φωτιές να με καίνε σύγκορμή και να βασανίζουν το παραμικρό κύτταρο του κορμιού μου. Εχω βουτηχτεί στο μέλι από την κορφή ως τα νύχια. Εχω ζήσει τις απονενοημένες στιγμές του πάθους και της ηδονής. Εχω λατρέψει με πάθος αντρικά κορμιά κι έχω ζήσει την απόλυτη ευτυχία εξ αιτίας τους. Ειμαι έρμαιο της σαρκας μου, είμαι έρμαιο των ασυγκράτητων άλλων άντρών που ορμούν πάνω μου θέλοντας να με κατασπαράξουν μ εκείνη την ασφυκτική, αλλά απολαυστική κτητικότητα που διακατέχει το αντρικό φύλο τις στιγμές του απονενοημένου έρωτα.Ως μία δούλη της σαρκικής ηδονής, πιστεύω ότι ο έρωτας είναι η πιο δυνατή χειραψία προς τη ζωή και πραγματώνεται μέσα από την επικοινωνία δύο σωμάτων. Ειμαι στα σίγουρα μία ηδονοθηρική σκύλα, που καθηλώνεται και προσκυνά τους καλούς εραστές της, που τους προσφέρει σπονδές και που με μία πειθήνια υπακοή αποδέχεται ότι εκείνοι ξέρουν τι ξεκλειδώνει τα σώματα. Ισως η παραπάνω προσέγγιση, να μου προκαλεί μία ενοχή- μία ενοχή αποκύημα της ανδροκρατίας, η οποία θέλησε την γυναίκα να μην ενδιαφέρεται για τις σαρκικές ηδονές. Κατασκευάσματα των αρσενικών, ώστε να μην υπάρχει σεξουλαική ποικιλία για τις γυναίκες προκειμένου να μην κατανοούμε το αν και κατά πόσον είναι καλοί εραστές. Ξέρω ότι έχω λιώσει σε κρεβάτια με λευκά σεντόνια, κατακαλοκαίρο, σαν ένα κεράκι που λιώνει με την πρώτη φλόγα του σπίρτου. ΠΟιά είναι εκείνη η στιγμή που νικιέται ο θάνατος, αν όχι αυτή που δύο άνθρωποι γίνονται ένα; Ποιά είναι η μεγαλύτερη δικαιοσύνη στον κόσμο, αν όχι η στιγμή του ταυτόχρονου οργασμού; Τι άραγε μπορεί να οδηγήσει στην πολυπόθητη αθανασία- δηλαδή στην αποβολή του φόβου του θανάτου- αν όχι οι στιγμές της ηδονής ; Και ποιά είναι εκείνη η αίσθηση η τοσο ισχυρή που να είναι μπορεί να υπερκεράσει την ηδονή του έρωτα ; Οσο κι αν ψάξω, τιποτα ανταξιο της δεν βρισκω. Και σκέψου με, Ιούνη μήνα στην Αθηνα, σ ένα γραφείο άδειο από ηδονές και μια ερωτική σάρκα διασκορπισμένη στα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και παρ΄όλα αυτά διψασμένη... - Κι ήπια πολύ νεράκι σήμερα-

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Αναποληση

Δείλα πέφτει το φως της αυγής κι εγώ βαδίζω αργά μέσα στην πιο δική μου πόλη,
πάνω στα πεζοδρόμια που κρατάνε τις πιο όμορες στιγμές της νιότης μου. Κοιτάζω γύρω μου, δε βλέπω κανέναν. Η μεγάλη πλατεία παραδόξως είναι άδεια. Υστερα στήνω αυτί προσεχτικά. Μα το μόνο που καταφέρνω να ακούσω είναι η ησυχία της νύχτας. Ηρεμη ελληνική επαρχία,σκέφτομαι,πόσο μου έχεις λείψει. Στην πρωτεύουσα δεν υπάρχει ησυχία ούτε αυτές τις ώρες. ή κι αν υπάρχει, πρέπει να ψάξεις πολύ για να τη βρεις. - άσχετο, που εγώ ήθελα να κάνουν όλοι ησυχία, για ν ακούσω τη φωνή σου μόνο- . Κοιτάζω το μπαλκόνι του παλιού μου σπιτιού. ΠΟιός να μένει άραγε εκεί ; Κι ενώ είναι τόσο εύκολο ναμάθω, δεν θέλω να την έχω αυτήν την πληροφορία.
Αναπολώ τις στιγμές μου σ αυτήν εδώ την πόλη. Πόσα πρωινά μας βρήκανε με φίλους να κουβεντιάζουμε για τον θεό, για την ομοφυλοφυλία, για την πολιτική, για το σεξ... Πόσο αστεία θέματα πλέον όλα αυτά. Μοιάζουν τόσο αυτονόητες οι θέσεις μας πλέον. Αχ,πλέον γίναμε ενήλικοι άνθρωποι.ΑΠοκ΄τησαμε ενήλικες ζωές. Δε κοιμόμαστε πια το πρωί, αλλά ξυπνάμε το πρωί. αποκτήσαμε και ενήλικες συμπεριφορές. υποκριτικές, ξενέρωτες, ταχα μου λελογισμένες - κουραφέξαλα, δεν θα γίνω ποτέ ενήλικη κατά βάθος. θα μαι πάντα το παιδί που κοκκινίζει όταν λέει το ποίημα του, κι όσο για τον παροσμητισμό μου... μακάρι κάποτε να καταφέρω να τον ελέγξω-
Αυτή ηπρωινή υγρασία σε συνδυασμό με τις αναμνήσεις μου φέρνουν μία μελαγχολία, μία νοσταλγία για όλα όσα ζήσαμε σ αυτή τη πόλη. Ενα αγόρι βαδίζει  προς το μέρος μου  και κάνω να τον χαιρετίσω, μα τον κοιτάω και δεν τον ξέρω. Φυσικά, οι δικοί μου γνωστοί ή τριαντάρισαν ή εικοσιπεντάρησαν. Γρήγορα πέρασαν τα χρόνια. Βαδίζω προς τον ξενύχτι της καρδιάς μας, εκεινον που πάντα μας ταίζε μετά από τα ούζα. Με βλέπει και χαίρεται. Αντικρίζω ένα μαγαζί άδειο.παλιά ήταν γεμάτο. πιάνουμε κουβέντα. Είμαι συγκρατημένη, μάλλον θα φταίνε κι οι 10 ώρες ταξίδι, εκείνος όμως δεν είναι. Με κερνάει μπύρα και μου λεει πως όταν χρειαστώ θα ναι εκεί. Αχ, βρε Κομοτηνή, να αυτά ζήσαμε στα σπλάχνα σου, γι αυτό δε ξεκολλάει το μυαλό μας από σένα.
Οι δρόμοι αυτοί κρατούν κάτι από την αθωότητα μου, την οποία θέλω να ελπίζω ότι δεν έχω χάσει, σε αντίθεση με πολλούς και μη εξαιρετέους άλλους "φίλους" - ποιός έκλεψε την αθωότητα ρε ρεμάλια ; - Αχ οι δρόμοι αυτοί, ξέρουν όλα μου τα μυστικά, τα μεθύσια μου και στα σίγουρα ξέρουν και τα βήματα Σου, το σχήμα των ποδιών Σου, εχουν ακούσει τη φωνή Σου.
 Αυτή η πρωινή υγρασία, εισχωρεί στα κόκαλα μου. Αυτές οι δικές μας στιγμές όμως με κάνουν να κρυώνω ακόμα περισσότερο. Παγώνω στην ιδέα ότι ζεις ακόμα μέσα μου, μετά από τόσα χρόνια. Είναι πασίδηλο βέβαια ότι το σώμα δε ξεχνάει. Κι εγώ μόνο έτσι σ ερωτεύτηκα κι η αλήθεια είναι ότι άλλο τρόπο δεν ξέρω. ΠΟιός ερωτεύεται χωρίς το σώμα ; Αστικές κουλτουρο-υποκρισίες τις οποίες προσπάθησα να ασπαστώ κι εγώ. Κόπος μάταιος... " Δώσ μου το ρίγος το παλιό...." Ακινητοποιημένη μία ολόκληρη Κυριακή πρωί στο κρεβάτι στην Αθήνα, τραγουδούσα αυτό το κομμάτι και ο νους μου δε πήγαινε σε άλλον άντρα. Αλλά δε ριγώ πια. Μόνο κάτι στιγμιαίες παρορμητικές αναλαμπές, που ακόμα κι αν θέλω να τις αφήσω να γίνουν φωτιά, το υποτιθέμενο αντικείμενο του πόθου μου- λέμε τώρα... ποιού πόθου ; - θα είναι στον κόσμο του. Εσύ βέβαια μια χαρά τα χεις βρει με την άλλη. Ο μόνος λόγος που τη ζηλεύω είναι για τις απίστευτες στιγμές μαζί σου στο κρεβάτι. Για τίποτα άλλο.
Μακάρι να μπορούσες να μου φέρεις πίσω όλα αυτά που μου έχεις πάρει. Είμαι θυμωμένη. Απογοητευμένη και σίγουρα δεν θα ήθελα τώρα να είμαι μαζί σου- όχι αν το πάρουμε λογικά. Αν το σώμα μιλήσει, βέβαια, θα του βάλλω φίμωτρο. Μα έτσι κι αλλιώς τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται. Οριστικά και αμετάκλητα έβαλες ΜΟΝΟΣ σου τελεία στην ιστορία αυτή,όταν έπαψε πια να σε βολεύει. Φευ. Δεν θέλω να τα θυμάμαι. Μόνο το ρίγος το παλιό... Αυτόν τον τρελό πόθο, αυτή την παραφροσύνη, εκείνες τις στιγμές που μέθαγα από σένα, εκείνη την παράλυση που σου προσφέρει ο έρωτας, εκείνη την ανάγκη της ιδιωτικότητας, εκείνη την επιθυμία που δε σβήνει ούτε κι αν κάνεις έρωτα όλη μέρα... Να αυτά θέλω να τα σκέφτομαι. Και κυρίως θέλω να ελπίζω ότι ίσως τα ξαναζήσω κάποτε- αν και πολύ αμφιβάλλω.

Στην υγειά σου

κι ας μας γάμησες.


Υ.γ δεν είχα καλύτερες λέξεις, ούτε τρυφερές λέξεις. μόνο ένταση έχω, θυμό και πόνο. 

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Στο Αστικό λεωφορείο

Στους τεράστιους δρόμους, όπου περιφέρεται κάθε μέρα, προκειμένου να τακτοποιήσει κάποια γραειοκρατικά ζητήματα του επαγγέλματος της, επικρατεί το απέραντο χάος.οι δρόμοι της πόλης αυτής είναι πολυσύχναστοι από αυτοκίνητα που άλλοτε τρέχουν,άλλοτε κολλάνε στην κίνηση και δεν κάνουν βήμα παρακάτω και τότε οι οδηγοί σφυρίζουν σαν τρελοί, καμιά φορά μουτζώνονται κιόλας. Διάφοροι πεζοί στην οδό Πατησίων πασχίζουν να περάσουν την διάβαση του δρόμου κατευθυνόμενοι προς κάποιο σταθμό του μετρό ή του ηλεκτρικού. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς την άνοιξη σ αυτήν εδώ την πόλη ζέχνουν ιδρώτα και απλυσιά. Τσουβαλιάζονται οι άνθρωποι ο ένας πλάι ή πάνω στον άλλον, σαν τις παστές σαρδέλες στο κονσερβοκούτι. Άλλες φορές από μέσα τους μπορεί να αλληλοβρίζονται. 
Κάποιες φορές θέλει να ανοίξει κι εκείνη το στόμα της και να ξεστομίσει τις πιο ποταπές βρισιές, άλλοτε με κάποια αφορμή και άλλοτε μόνο για να ξεσπάσει κάπου.Μόνο που δεν το κάνει ποτέ, αλλά αντ αυτού  φροντίζει να προσέχει καλά τη τσάντα της, ώστε να μην πέσει θύμα κλοπής.Καμιά φορά, παρατηρεί τους γύρω της.Μοιάζουν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Άλλος είναι χαρούμενος, άλλος είναι λυπημένος, άλλος είναι όμορφος και καλοφτιαγμένος και άλλος απεριποίητος και άσχημος. Κάποιες φορές σκέφτεται τι μπορεί να νομίζουν οι άλλοι για εκείνη. Μάλλον ότι πρόκειται για καμία που κάνει δουλειά γραφείου, ειδικά όταν είναι ντυμένη με το αυστηρό επιβεβλημένο στυλ που απαιτεί η εργασία της. " Είμαι μία αντίφαση, σκέφτεται. Ενας άνθρωπος μάλλον αντισυμβατικός που είναι ντυμένος με τα πιο συμβατικά, αστικά ρούχα. Ύστερα το σκέφτεται βαθύτερα: Δηλαδή την αντίθεση μας στις συμβάσεις την αποδεικνύουμε μόνο και μόνο από τα ρούχα μας ; Κι ο Μπελογιάννης ακόμα πρέσβευε ότι πρέπει να είμαστε ντυμένοι καλά, ώστε να ακουγόμαστε στην αστική τάξη. Κι αυτό είναι σωστό. Δεν θέλει να αποκαλύπτει με το ντύσιμο της στοιχεία του χαρακτήρα της. Η ουσία μας είναι για όσους ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο με όλους εμάς." 
Κάποτε κλείνει τα μάτια. Νιώθει ότι τα πόδια της δεν την βαστάνε, μίας και περπατάει από τις 8 το πρωί μέχρι τις 3 το μεσημέρι κι έχει αντιμετωπίσει ήδη τη δυσκαμψία του ελληνικού δημοσίου. Για ένα ρημάδι χαρτί, ναι μόνο για ένα, έχει ξοδέψει τρείς ώρες από τη ζωή της. Στο μεταξύ, όταν περπατάει ή όταν είναι αφηρημένη υπάρχουν σκέψεις που τις έρχονται στο μυαλό. Είχε κάποτε έναν φίλο συνθέτη που της έλεγε ότι ακούει στο νου του μουσικές. Εκείνη πάλι ακούει λέξεις, δηλαδή σκέψεις, οι οποίες ζητάνε μάλλον δικαίωση. Ζητάνε να εκφραστούν με κάποιο τρόπο, μα την ώρα που θα γυρίσει σπίτι, και θα είναι ήδη πολύ κουρασμένη, δεν θα μπορέσουν όλες αυτές οι σκέψεις να αναπραχθούν στην ακριβή και αρχέγονη μορφή τους. Ήθελε ένα τσιγάρο. Σήμερα ήταν οργισμένη εξ αιτίας της κούρασης ή μάλλον εξ αιτίας της αναισθησίας των ανθρώπων. 
Έχει απογοητευτεί από το ανθρώπινο είδος. Λέξεις και σκέψεις πολιτικού ενδιαφέροντος περνάνε από το μυαλό της-από τον σκληρό δίσκο της. Κάποιοι που νομίζουν ότι κυβερνούν τον ανυπεράσπιστο αυτό τόπο "με τις χρυσές ελιές", τα απέραντα λιβάδια και το ανεξαντλητο γαλάζιο κλείσανε, λέει, συμφωνία. Διαπραγματεύτηκαν, λέει, για πόσα θα μας ξεπουλήσουν- και στις αρένες του κόσμου, μάνα μου Ελλάς, (..)τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς...- Είμαστε μία χώρα ξεπουλημένη αυτήν την στιγμή, ο αέρας που αναπνέουμε είναι υποθηκευμένος, οι πλουτοπαραγωγικές μας πηγές παραδεδομένες στις μεγάλες εταιρίες, που σαν κοράκια περιμένουν τον αδύναμο,ώστε να τον εξαγοράσουν. Μόνο που δικανικά να το δούμε η σύμβαση αυτή είναι καταπλεονεκτική και πάσχει ακυρότητα.Μα ποιό δίκαιο ; Και ποιά δικαιοσύνη; και τι εστί δίκαιο ; Μήπως δεν είναι θέμα ερμηνείας η έννοια της δικαιοσύνης. Αυτή η σχετικότητα που διέπει τις ερμηνείες δικαίου, αλλά και κάθε βιοτική σχέση μπορεί να την οδηγεί σιγά σιγά στην απογοήτευση. 
Υστερα το μυαλό της πηγαίνει στις διαπροσωπικές ανθρώπινες σχέσεις. Μήπως εκεί δεν είναι οι άνθρωποι βαθιά καταπιταλιστικοί ; Ο ισχυρός προσπαθεί να επιβληθεί στον άλλον, να αντλήσει δύναμη, αυτοπεποίθηση. Με λίγα λόγια ο μέγας Νίτσε έχει δίκιο, όσο κι αν δεν θέλει να το παραδεχτεί, " Ερωτας είναι η θέληση για δύναμη" ή έστω το απόσταγμα της σοφίας είναι αυτό. 
Κι όμως, συλλογίζεται τώρα λίγο πιο αισιόδοξα, υπάρχουν άνθρωποι που είναι έστω κάπως πιο ισορροπημένοι ή μάλλον για να το θέσει πιο σωστά : το ίδιο ανισόρροποι με εκείνη κι ακόμα σωστότερα της ίδια αντίληψης για την ζωή. Δεν ξέρει αν είναι πολλοί, αλλά σίγουρα έχει γνωρίσει κάποιους και θα γνωρίσει μάλλον και ακόμα περισσότερους. Αυτό στα σίγουρα είναι μία κάποια σοβαρή ανακούφιση. 
Τελικά, φτάνει στον προορισμό της, σε αυτή την άθλια δημόσια υπηρεσία. Χαμένη στις σκέψεις της παραλίγο να χάσει τη στάση, αλλά τελευταία στιγμή είδε μία που της έμοιαζε στο ντύσιμο, και σαν χαμένη την ακολούθησε. Ανοίγει το μπλοκάκι με τις αγγαρείες, ώστε να θυμηθεί σε ποιόν απαίσιο μίζερο και δυστυχισμένο γραφειοκράτη έχει να πάει σήμερα. Ωρα 12.00. Ο φάκελος έκλεισε επιτυχώς. Ωρα 12.00. οι σκέψεις της αυτής ώρας ποτέ δεν καταγράφηκαν επ ακριβως. Μόνο τα φαντάσματα τους μείναν εδώ ως ένα ελάχιστο και πενιχρό αποτύπωμα. 

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Μίλα μου

Σώπα,
μη μιλάς άλλο για θάνατο,
μίλα μου για τα παιδιά,
για το πώς παζουνε στους δρόμους,
το παιχνίδι με το κόκκινο τόπι.

Σώπα,
μη μιλάς άλλο για χειμώνες,
μίλα μου για καλοκαίρια ηλιόλουστα,
για εύφορες κοιλάδες,
για ανθισμένα μοσχομυριστά τριαντάφυλλα.

Σώπα,
μη μιλάς άλλο για θλίψεις,
μίλα μου για τες χαρές,
που ζουν ανάμεσα μας,
μιλά μου για την ξανθή,
που ορίζει την καρδιά σου.

Σώπα,
μη μιλάς άλλο για τσακισμένα σκαριά,
μίλα μου για γερά ιστιοφόρα,
που αρμενίζουν θάλασσες γαλήνιες,
για ειδυλιακά αιγιοπελαγίτικα ηλιοβασιλέματα

Σώπα,
μη μιλάς άλλο για τις δυσυχείς ημέρες .
Μίλα μου για οιωνούς ευοίωνους,
για σημεία μακρινά των πουλιών,
για όμορφες απόκοσμες πόλεις.

Σώπα,
κι άκου του κόσμου τη βουή,
το συρφετό αυτό το κόσμου,
το χαρούμενο πήγαινε- έλα της ευτυχίας.

Σώπα,
μη ψεύδεσαι άλλο πια.
Μίλα μου για τους ψιθύρους της βροχής,
για τα ιδρωμένα σεντόνια,
για τα ευτυχισμένα νερά,
για τα εύρωστα σώματα.

Σώπα,
κι άκου του συρφετό της ευτυχίας. 

Το τραπέζι

Ας  πιούμε:
 Θα σε κεράσω απ’ το νέκταρ της ηδονής,
 θα με κεράσεις κονιάκ του αποχαιρετισμού.
 Θα σε κεράσω γλυκό νερό του ποταμιού,
 θα με κεράσεις θάλασσα αλμυρή
- μα με τις αλμυρά νερά κανείς δε ξεδιψάει.

Ας φάμε:
Θα σου προσφέρω  σάρκα νόστιμη, νεανική
Θα μου προσφέρεις  δέρμα σκληρό
Θα σου προσφέρω τον κόκκινο λωτό
Θα μου προσφέρεις την απονενοημένη στιγμή
-          Μα σαν  θα φύγεις την αυγή
Ποιανού η  πείνα θα χορτάσει; 


Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Φύση.

Ανυπεράσπιστα πλάσματα,
έρμαια της ανθρώπινης κτηνωδίας,
θύματα της εκμετάλλευσης μας,
υποκείμενα στις αμφιθυμικές μας διαθέσεις
είναι τα ζώα.

Κι όσα είναι  εξημερωμένα,
μας κοιτούν στα μάτια,
εκδηλώνοντας μας όλη τους την αγάπη
με όσα μέσα έχουν,
με όσα χάδια τους υπαγορεύει το ένστικτο τους.

Και τ άλλα πάλι τ αγρίμια,
γίνονται επιθετικά κάθε φορά που επεμβαίνουμε
στο ζωτικό τους χώρο.
Εμείς οι βάνδαλοι,
εμείς οι πολιτισμένοι,
κόψαμε τα δέντρα,
για να χτίσουμε εργοστάσια,
αποξηράναμε τις λίμνες,
για να πάρουν την θέση τους απαίσιες πολυόροφες πολυκατοικίες,
ώστε να στεγάσουν την αστική μελαγχολία μας.
Σαρώσαμε τις θάλασσες,
ώστε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες της τροφής μας.
Αγνοήσαμε την αγροτική σπιτική παραγωγή,
για να παράγουμε μαζικά,
ποσότητες τροφής.

Και ύστερα από όλα αυτά
γεμίσαμε πόνους, ασθένειες,
γίναμε μαλθακοί,
όμως μυαλό δε βάλαμε.