Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

"Ολα τριγύρω αλλάζουνε... "

χω χάσει πια την ικανότητα να κοιτάζω την ομορφιά σου και το γέλιο σου, κόσμε.
Τώρα βλέπω μόνο το γκρίζο σου, την κόκκινη αποπνικτική σκόνη σου.

Δεν μπορώ να μυρίσω πια τα γιασεμιά σου.
Μυρίζω θάνατο παντού, σάπιες σάρκες.

Δεν βλέπω τα γέλια των ανθρώπων πια με αγάπη γεμάτα, όπως κάποτε.
Τώρα όλα μου φαίνονται επιφανειακά,μισητά.
Μια ηλίθια σκηνή που φιλοξενή μια κόκογουστη θεατρική παράσταση.
Ετσι φαίνεται πια ο κόσμος.

Κάποτε χαμογελούσα με τους ανθρώπους, με τους ωραίους ανθρώπους.
Πλέον δεν βλέπω ωραίους ανθρώπους, παρά μάσκες ομορφιάς, ωραίες όψεις που κρύβουν μια ψυχή φθονερή και ύπουλη.


Δεν σ αναζητώ πια,κόσμε.
Σε ξέχασα, επειδή με ξέχασες.
Μ'ανάγκασες να σε ξεχάσω.
Με τους ξεχασμένους; τι γίνεται λοιπόν με τους ξεχασμένους;
Μπορείς να μου πεις;
Τι κάνουν αυτοί;
Σωπαίνουν και γελάνε...ίσως...

Κι εσύ δεν υπάρχεις πια,
Εκφραση όμορφη και λύτρωση.
Χάθηκε η ομορφιά απο γύρω μου, απο μέσα μου, απ τις λέξεις
μου.

Τι γκρίζα που φαντάζουν όλα!
Αλλαξε ο κόσμος ξαφνικά ή τα μάτια μου τον αποχρωματίζουν;
Κι οι άνθρωποι... ; ούτε αυτοί άλλαξαν, μα τώρα βλέπω καθαρά...

Ούτε συ μ αναζητάς πια.
κι όμως...
Κάποτε μ' έψαχνες συχνά.
Ούτε γω σ αναζητώ.
Σε θάβω σκάβοντας με τα νύχια την ψυχή μου.
Βυθίζομαι στο μαύρο του κόσμου μόνη και ισχυρή.
Δεν σε χρειάζομαι εξάλλου,ούτε σένα, ούτε κανέναν.
Περήφανη πάντα ακροβατώ χωρίς να χαρίζω συντριβές, δάκρυα, και λύπες,
μ' ένα χαμογελο ."

αυτά μου πες προχθές μέσα στο μεθύσι σου, παρασυρμένη απ την αιώνια ζάλη της μουσικής, αυτής που σε κάνει να κουνάς το κεφάλι σου τρελαμένη και τα μαλλιά σου ανεμίζουν σαν σημαία.
Μέσα στην πικρή οργή σου, μέσα σετην μεγάλη θλίψη σου, βυθισμένη μέσα σ εσένα αυτά μου γραψες στο χαρτί κι ύστερα έτρεξες να φύγεις.
Ηξερα πώς θα ξεσπαγες,φίλε κι εχθρέ μου.



Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Περπατώ-Κ.Γώγου,

Περπατώ
Περπατώ
Περπατώ
Με ραμμένες τις τσέπες μου στο ξύλινο παλτό μου

Περπατώ επαναληπτικά. Επαναληπτικά περπατάω.

Περπατώ με τα χέρια στη βροχή
πάνω σ'ένα μεταξένιο σκοινί -λώρο ομφάλιο-
που ενώνει τον ουρανό με τη γη τα πάνω με τα κάτω.

Προχωρώ
με βραχυκλωμένους προβολείς
χωρίς δίχτυ ασφαλείας απο κάτω.

Περπατάω παράλογη σ'αντιστραμμένη λογική
δίκαιη μόνο κι αποφασιστική
να κάνω πράξη όλα όσα έχω σκεφτεί
να κάνω πράξη όσα έχω γράψει.
Τραβάω το σκοινί ακόμα πιο κει
προχωρώ ένα βήμα πιο πέρα.

Το κεφάλι μου πλησιάζουνε άγνωστοι μυστήριοι πλανήτες.
Γλάροι και καταδιωκτικά αστρικά
μ'ακολουθούν σαν υπέρηχο πλοίο.

Βρέχει κάτω στις γειτονιές της γης...
Στη μαύρικη Ορλεάνη.
Βρέχει βροχή ραβδωτή Στουρνάρα Ζαΐμη Αραχώβης Μπενάκη.
Πέφτει λοξά στη μούρη που φιγουράρει
στις βρώμικες βιτρίνες
. Με κοιτώ.

Οι ατζέντηδες μου 'χουν τραβήξει δυό χαρακιές
με δείχνουν πως γελάω.
Περπατώ κυκλωμένη από μπουνιές απ' αγριεμένες φωτιές
από γιούχα και ζήτω.
Οι λυπημένες κερκίδες με παροτρύνουνε
να καρφώσω στα δίχτυα τα γκολ να γράψω 3-1.
Μ' έχουν μαρκάρει οι διακεκριμένες στενά βρώμικα
τώρα πρέπει να μπω μαζί με την μπάλα στα δίχτυα τους μέσα.

Περπατώ χριστιανή στους αντίχριστους
μαύρη κι άθεη στων Κου-Κλουξ-Κλαν το γκέτο...
Είμαι βαθιά λυπημένη. Μια λύπη που δεν έχει όνομα.
Μια λύπη που δεν έχει ξανά ποτέ γραφτεί.
Ο σκορπιός όταν κυκλώνεται
καρφώνει την ουρά με τη δαγκάνα του απάνω του.
Την καρφώνει στο σώμα.

Γλιστράω... παρεστιγμένη... σ' αιώνες σιωπής
σ' αιώνες παγετώνων.
Κολυμπάω σε χιονισμένες πλατείες της γης.
Κολυμπάω σε δέντρα ψηλά όπου πλέουνε
κουνώντας το κεφάλι τους κατατονικοί κρεμασμένοι.
Κολυμπάω μ' απλωτές. Αν σταθώ μια στιγμή
το χιόνι αθόρυβα ύπουλα ανεβαίνει στην καρδιά μου.
Περπατάω ανάσκελα μ' απλωτές
η σιδερένια μπάλα της κακόφημης φήμης μου
μου'χει πληγιάσει το πόδι
τα χρωματιστά γυαλάκια των εκδόσεων πλέουν στο αίμα μου
σιωπηλά στρατιές στοχεύουν στο μυαλό μου
ανασαίνω... αργά... ασθαματικά...

Μυρίζει ο αέρας παντού καμένους κροτάφους.
Λόφοι από παράταιρα παπούτσια λιντζαρισμένων πούστηδων
κλείνουν για πάντα το τοπίο. Σπάω.
Κανένας πια δεν θα τα ξαναφορέσει.

Τώρα είμαι ανίκανη. Φ ο β ά μ α ι. Είμαι και γω
σαν κι αυτούς. Είμαι και γω ρημαγμένη.
... Τα ρουθούνια μου πεταρίζουν ανήσυχα...
Μυρίζει ο αέρας παντού γενετήσια αστυνομική οσμή.
Ο αέρας φέρνει γαυγίσματα γερμανικής αστυνομίας...
Τώρα πρέπει να κατεβάσω το γενικό να σωθώ.
Τώρα πρέπει να κάψω
τον ψεύτικο δισταγμό της αυτοσυντήρησης να ζήσω.
Να καταστείλω την καταστολή. Να προχωρήσω...
Προχωρώ.

Το δάχτυλο μου βουτάω στο ΘΑΝΑΤΟΣ
στον αέρα γράφω με κίτρινο
Θέλω-Μπορώ-Είμαι.
Προχωρώ. Εδώ. Κάτω στη γη.
Μπάσταρδο παιδί των γήινων.
Αυτής της απάνθρωπης αισχρής σκευωρίας
όπου κανείς δεν πεθαίνει από γηρατειά.
Απ'τον επίδεσμο στο κεφάλι μου πάλι τα ίδια
πάλι μου τρέχουν αίματα.
Γυρνάω σπάω τα δάχτυλα μου ανάποδα. Τα σπάω.
Ξανά. Ξανά αυτοακρωτηριασμός.
Ποτέ πια δε θα ξαναγράψω. Τα χέρια μου γίνονται γάντζοι.
Μαρκαδόροι μεταλλικοί. ΑΠΕΒΙΩΣΕ γράφω.
Χτυπάω με ήχο τόξου μεταλλικού τα κουδούνια.
ΚΑΜΙΑ ΑΛΙΚΗ ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ ΕΔΩ χτυπάω.

Ανοίγω. Ανοίγω το βήμα πιο γρήγορα. Πιο γρήγορα.
Τα δάχτυλα σηκώνονται μόνα τους από τα κρεματόρια της γης.
Αρχίζω να βρέχω να βρέχω να βρέχω αλλάζω βρέχω
μετουσιώνομαι βρέχω γίνομαι βροχή βροχή βροχή
ραβδωτή μεταλλική βροχή σιδερένια
ΣΠΑΣΤΗΣ ΛΟΣΤΟΣ ΛΟΣΤΟΣ ΛΟΣΤΟΣ ΣΠΑΣΤΗΣ
Κεντράρω τη μήτρα της φάτσας μου στις αλεξίσφαιρες βιτρίνες.
Τις σπάω.
Λόφοι από παράταιρα παπούτσια /άδειες κερκίδες/
πλακάκια παγωμένα/
άχρηστα διαβατήρια /σύριγγες για πουθενά/
Θα ζήσω.

Είμαι βροχή είμαι απάντηση είμαι απόδειξη θέλω όλα
τα θέλω όλα πίσω
δεν πιάνομαι αόρατος κλοιός με προστατεύει
είμαι χρυσόσκονη είμαι τα χρώματα είμαι γλαράκι του Μισισιπή
είμαι τα νέγρικα τα μπλουζ είμαι η Νέα Ορλεάνη
είμαι αγόρι πολεμιστής γυναίκα είμαι γυναίκα και παιδί
είμαι αέρας ανασφαλής στη νέκρα της γης
είμαι εγώ τα ποιήματα βαθιά κάτω απ'τη γη που κουνιέται.
Μπορώ. Μπορώ. Γράφω ξανά.
Δε θα ακρωτηριαστώ
τα δάχτυλα μου πήρανε της κάθαρσης τη φωτιά.
Περπατώ. Μ' ένα παλιοπαντέλονο.
Με τις αισθήσεις μου αναμμένες.
Είμαι θέλω μπορώ
Γιατί μπορώ μπορώ μπορώ
επαναληπτικά ν΄αγαπάω...







Το ξύλινο παλτό,

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Αποστολές

μια μέρα θα σου στείλει την πιο όμορφη φωτογραφία της.

Θα 'ναι πιο όμορφη απο ποτέ.

Κι όμως αυτή η ομορφιά δε θα σου χαριστεί.

Δεν θα σου ανήκει η ομορφιά της, όπως τότε.

Θα μπορούσες να την έχεις κάποτε.

Κάποτε,μα τότε θα ναι το μέλλον.

Μέλλον=αόριστος χρόνος, ανυπόστατος, αμφίβολος.


Κάποτε θα σου στείλει την πιο όμορφη φωτογραφία της.

Την πιο όμορφη, ναι, για να σ΄ εκδικηθεί.

Οχι, δεν θα νιώσει ευχαρίστηση,υποθέτω,

απ την εκδίκηση, απλα θα θρέψει τον εγωισμό της.

Τότε θ αγαπήσει το ειδωλό της και θα γελάει.

Θα γελάει, τόσο που θα γίνει όλοκληρη ένα γέλιο

και θα κρυφτεί μέσα στον καθρεφτή του μπάνιου σου.

Κατάρα θα γένει.

Κάθε που θα κοιτάζεις το προσωπο σου δεν θα βλέπεις αυτό,

μα Εκείνη, που θα γίνεται ένα Γέλιο.



Οταν θα σου στείλει την πιο όμορφη φωτογραφία της,

θα θέλεις να την αγγίξεις,

μα Αυτή θα ναι ανύπαρκτη για σένα.



Η Αγάπη θα σου στείλει κάποτε την πιο όμορφη φωτογραφία της.

Στο μέλλον.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

"όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν "

είναι οι ίδιες σκέψεις που με περικυκλώνουν κάθε μέρα εδώ και πολλά χρόνια.
Μην γελιέσαι.
Ολα είναι ίδια κι όλα αλλάζουν.
Μα τι αλλαξε ;
Πυρήνα αλλάζεις ;


"αλλάζω το δέρμα μου κι ο,τι μου ζήτησες στο δίνω... " μικρέ μου, καλέ εαυτέ.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

"Με πνίγεις"

Είναι σαν να μου βάζεις ένα μαχαίρι τόσο κοντά στο λαιμο μου
ή έστω ένα σχοινί
και να με σφίγγεις,
ώσπου να μου μου τελειώσει το οξυγόνο.
Μέρα τη μέρα τελειώνει ο αέρας.
Με πνίγεις.

Κι εγώ φωνάζω και αγορεύω κι απο μέσα μου βρίζω την τύχη μου την κακούργα.
Ασφικτυώ. Μικραίνει το μυαλό μου. Καπνίζω με μανία και σε λίγο θ αρχίσω να πίνω.
Δεν έχω απο κάπου να κρατηθώ, αλλά δεν το χρειάζομαι κιόλας.
Αρχιζω τις κακές συνήθεις.

Βρώμισε η επαρχία, βρώμισε η σαπίλα της.
Μια κατήφεια μόλις βγήκα απ τ αεροπλάνο.
Η χαρά της προηγούμενης βραδιάς αντικαταστάθηκε με μια γκρίνια, μια λύπη, ένα βάρος.
Να δίνεις λογαριασμό για το που είσαι, τικάνεις, γιατί το κάνεις.
Βλέμματα ηλίθιων γνωστών, για τους οποίους αδιαφορώ. Αδιάκριτα βλέμματα. "Αλλαξες",λένε.

Η Μυρωδιά της μούχλας πλημμύρισε το κατα τ΄ άλλα ευλογημένο νησί.
Μικροαστικές αντιλήψεις, κουτάκια που χουν βάλλει την ζωή τους και την λιβανίζουν κάθε βράδυ. Καταπιέζονται για ν αρέσουν στους ανθρώπους. Δεν ξέρουν πως την ελευθερία ο καθείς μέσα του την φέρει και θαρρούν πως είναι ελεύθεροι.
Θρησκείες, έθιμα, συνήθειες, πρέπει. Επιβεβλημένες συμπεριφορές.
Αηδιάζω.

Εσύ μου κάνεις σκηνικά. Με θες μια άλλη, μια "κοπελίτσα", ένα θύμα του φύλου μου.
Μπαίνω στα γαμωστάνταρ σας. Μαγειρεύω, πλένω, φροντίζω, κουβεντιάζω. Αδιαμαρτύρητα.
Και μετά σαν τιμητές των πάντων, με κρίνετε. Μου θέτετε όρια, χωρίς να κατανοείτε πως είμαι γυναίκα πλέον κι όχι το παιδάκι σας. Ζω την ζωή μου και δεν το διανοήστε.
Τα σκληρά σου λόγια και τα θέλω σου,μάνα, δεν με αφορούν.
Γίνομαι αυτό που προοριζόμουν να γίνω. Μονη, έρημη, ανεξάρτητη και δυνατή μες στην φοβερή ερημιά του πλήθους, αδιαφορώντας για τα πρέπει σας, τις ηθικοχριστιανικές αντιλήψεις.

Πνίγομαι.

"εγώ δεν ζω εδώ, δεν ανήκω εδώ. "

Κάθε που επιστρέφω, εξοντώνομαι, ασφικτυώ, με πιάνω να κλαίω. Αυτοί οι τέσσερις τοίχοι, τα πρέπει σας, οι απόψεις σας, πώς να στο πω ; Υποφέρω.

Το νησί είναι μια φυλακή.
Αντιφάσεις. Η θάλασσα τόσο ελέυθερη, το φεγγάρι που λάμπει, υπέροχα μόνο κι ανεξάρτητο τοπίο. Κι οι άνθρωποι δέσμιοι. Ενας φυσικός παράδεισος που για μένα είναι η κόλαση.

Αρρωσταίνω εδώ.