Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Το τελος του κοσμου-Θεμης Καραμουρατιδης.wmv


και δε βαριέσαι...Ολα υπό έλγχο μη μου χαλιέσαι

Μάθε μου να περπατάω ξανά - Θέμης Καραμουρατίδης




Μάθε μου να περπατάω ξανά.... Ενα βήμα τη φορά...
Είμ απο κείνα τα παιδιά, που θέλαν να χουνε φτερά...

Βύρων Λεοντάρης- "Η Μαρία στο παράθυρο"- απόσπασμα.

«Εγώ είμαι που είχα πει: θα σ’ αγαπώ για πάντα.
Μα όσο περνούν τα χρόνια το για πάντα
όλο και τρέμει πιο πολύ σαν αναφιλητό
κι η αγάπη είναι μια λέξη που αποφεύγουμε
όπως τα μάτια αυτών που γύρισαν από εξορία – και που
θα ξαναπάν […]
Από μια μοναξιά σ’ άλλη περνάμε – αυτό είναι όλο,
αφήνουμε τα χέρια που κρατούσαμε ως τώρα
(χωρίς να μάθουμε ποτέ μας πως μας είχαν χρόνια πριν
εγκαταλείψει)
ζητώντας άλλα χέρια που κι αυτά θα μας εγκαταλείψουν
- μα τι χέρια να ‘ναι αυτά;
Τουλάχιστον αυτή τη μοναξιά την είχες συνηθίσει,
ήξερες πια τους τοίχους, τις γωνιές, να μη σκοντάφτεις στο
σκοτάδι,
ήξερες να μην πέφτεις πάνω στις πληγές των άλλων
γνώριζες τα βήματα του «κανείς…»
και το συρτό αλύχτημα της επιθυμίας στα σωθικά σου.
Τουλάχιστον αυτή τη μοναξιά την ήξερες,
γιατί γυρεύεις άλλη; …
- Όχι, μη, μη μου μορφάζεις στο σκοτάδι σαν πληγή,
δεν είμαι εγώ που στήνω αυτό το δίλημμα,
εγώ παραμιλώ – άμμος μεθυσμένη από ήλιους και κύματα,
άμμος που πίστη δεν κρατάει, μα επιθυμία μονάχα…
Παραμιλώ γιατί φοβάμαι
το ξέγδαρμα της μέρας που περνάει και φεύγει
τη σκόνη στα γαρίφαλα των βάζων
τους στοιχειωμένους δρόμους, τ’ αυτοκίνητο
που σταματάει μπροστά στον κήπο
- να, σβήνει τώρα τα χρυσά λεπρά του μάτια,
άκου τον παφλασμό της πόρτας του ( σα να πέφτει
και να πνίγεται ένα κορμί στην ίδια του σκιά).
Έρχονται φίλοι που άλλοτε αγωνίζονταν, και τώρα
σταδιοδρομούν,
γεμίζουνε τις κάμαρες προσέχοντας να μην αγγίξου
τα χθεσινά τους λόγια που έμειναν με βλέφαρα ανοιχτά
πάνω στους τοίχους,
πίνουν, καπνίζουν σαν ερείπια
μαθαίνοντας ο ένας στον άλλον πως γίνεται κανείς,
από άνθρωπος, σκιά – φοβάμαι,
είναι στιγμές που κιτρινίζουν τα πόδια μου
κι ας είμαι ακόμα νέα, νέα πολύ,
τριγυρισμένη από θροΐσματα αστεριών
και στίχους νοτισμένους απ’ το πρόσωπό σου…
Με τα βαριά πολυταξιδεμένα μου ριγμένα τώρα
απ’ τους ανέμους σ’ άλλα πρόσωπα,
πόσο θα σε κρατήσω ακόμα, πόσο,
φως κουρασμένο μέσα μου,
άσπιλη νοσταλγία – πόσο ακόμα; -
με τα μαλλιά ριγμένα τώρα σ’ άλλα πρόσωπα…»
(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον/ βιβλία)

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Δειλινό Σεπτεμβρίου

Το δειλινό είναι όμορφη ώρα. Ωρα για σκέψεις, άλλοτε θετικές κι άλλοτε αρνητικές.
Το σούρουπο ονειροπολεί, χάνεται  μέσα στο κουβάρι του εαυτού του. Αντανακλά το φως στο απέναντι μπαλκόνι. 

Ο ουρανός βάφτηκε πορτοκαλί στο νομό ροδόπης κι απ το μπαλκόνι περνά ένα μεγάλο κοπάδι περιστεριών, αφήνοντας τις γνωστές τους φωνές. Κι όλα μαζί όπως μιλάνε, σου γεννούν έναν τρόμο. Τι να ξέρουν άραγε τα περιστέρια και διαμαρτύρονται δια της φωνής τους;
Από το δειλινό άρχεται η νύχτα, κι είναι τόσο γλυκιά η αρχή της. Κι όπως πέφτει ο ήλιος, έτσι πέφτουν κι οι  αντιστάσεις  του ανθρώπου: Γινόμαστε όλοι λίγο πιο γλυκείς, πιο ευασθητοι, συνάμα δε πιο φοβισμένοι. Κι ο φοβισμένος άνθρωπος, ανάλογα με τον χαρακτήρα του,  εκφράζει τις φοβίες του είτε λουφάζοντας είτε φωνάζοντας. Γι αυτό λέμε πως τα περιστέρια, κάτι ξέρουν και  φωνασκούν.

Είναι λίγες οι στιγμές του δειλινού και μπαίνει από παντού το κόκκινο φως του ήλιου, που ντύθηκε στο κόκκινο μανδύα του μόνο για λίγα λεπτά, κι ύστερα πάλι τον βαριέται και τον πετάει με κινήσεις αργές, σαν γυναίκα που χορεύει ερωτικό χορό.


Πάντα ετούτες τις ώρες ήθελε από μικρός, να τις περνά στη θάλασσα, μα η  πόλη ετούτη βρίσκεται πολύ μακριά της.  Κάθεται στο μπαλκόνι του λοιπόν, σιωπηλός, περιτυλιγμένος  από μία γλυκιά μελαγχολία, από μία έλλειψη εμπνεύσεως.  Γιατί εκείνη την ιστορία που προσπαθούσε να δημιουργήσει, δεν την έγραψε ακόμα, γιατί κι οι ήρωες στο νου του δεν μεγάλωσαν, παρά μόνο μένουν ακόμα ασχημάτιστα  υβρίδια της φαντασίας του, όπως και τα όνειρα του. 
Ακόμα δεν έχουν μεγαλώσει, ούτε έχουν σχηματιστεί και χρωματιστεί. Είναι μόνο κάποια ακαθόριστα χρώματα σε μία μεγάλη ζωγραφική παλέτα, που όλο μπλέκονται μεταξύ τους, χωρίς να υπάρχει καμία σαφήνεια και  μοναδικότητα. Το κίτρινο βυθίζεται ηδονικά στο κόκκινο και δημιουργεί πορτοκαλί. Γλυκιά νότα αισιοδοξίας και ύστερα έρχεται να προστεθεί και το βαθύ μπλε του μυστηρίου και της απαισιοδοξίας. Κάπου εκεί κατακλύζεται η ψυχή από  μουσική και γράφεται το πρώτο σονέτο, ωδή στο άπιαστο τίποτα. 

Απολογία

Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να απολογηθώ εκ των προτέρων, που παρουσιάζω των εαυτό μου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να τον νομίζετε μελαγχολικά ανικανοποίητο. Επειδή διαβάζοντας κανείς τα κείμενα μου, αναρωτιέται αν έχω ίχνος δύναμης μέσα μου ή έστω ένα ίχνος αυτοσεβασμού ή εάν έχω νιώσει ποτέ χαρά στη ζωή μου.  Από χαρά έχω χορτάσει θα έπρεπε να πω. Κι όμως τη χαρά δεν τη χορταίνεις. Ούτε τη λύπη. Ούτε τον έρωτα. Δεν τα χορταίνεις από τα είκοσι.
Γράφω γιατί αλλιώς θα τρελαινόμουν. Θα είχα πάει στο ψυχιατρείο ή θα είχα πέσει από την ταράτσα ή θα κρατούσα όλα τούτα μέσα μου και θα έκανα μία μέρα μία τεράστια έκρηξη, σαν ηφαίστειο. Και τότε όποιον πάρει ο χάρος. Να και τώρα, φυσιολογικά έπρεπε να μελετάω ή να είμαι έστω έξω. Όμως, κάτι μέσα μου με έσπρωξε στο πληκτρολόγιο. Τόσες σκέψεις που πρέπει να αποτυπωθούν. Ψυχοθεραπεύομαι. Για να γράψεις, φίλε καλέ και παλιέ, πρέπει να έχεις μέσα σου κάτι που μένει μισό, κάτι που δεν σε ικανοποιεί. Να έχεις μέσα σου κάτι, το οποίο θέλεις να το μοιραστείς με κάποιον άλλον ή έστω θέλεις να το εξωτερικεύσεις. Φυσικά και δεν θα γίνουμε όλοι ποιητές, γιατί δεν είμαστε όλοι ποιητές. Θέλω να πω ότι όλοι μας δεν έχουμε ταλέντο. Κι αυτά που γράφω τώρα εδώ, αυτές τις γραμμές, πάλι τις γράφω σε παραλήπτη. Δεν ξέρω ποιόν, αλήθεια. Με σπρώχνει πάλι η μοναξιά μου στη γραφή.
Ήθελα λοιπόν να πω ότι  με τρομάζουν τα γραπτά μου  πολλές φορές, γιατί όταν τα ξαναδιαβάζω με καθαρό νου κι όχι συναισθηματισμούς, ανακαλύπτω ότι το κύριο θέμα μου είναι ο έρωτας. Του λόγου το αληθές: ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Μοιάζει κάθε κείμενο σαν να πενθώ μόνιμα κάποιον που έχασα ή κάποιον που δεν είχα ποτέ. Βέβαια αυτό εξηγείται, γιατί τα χαρμόσυνα κείμενα τα έχουν οι παραλήπτες τους . Ισως το γράψιμο είναι μία από τις πιο φτηνές στιγμές μου τελικά. Δηλαδή, για να σας λέω την αλήθεια, είμαι σαν μεθυσμένη. Δεν σκέφτομαι τις συνέπειες όσων γράφω, γιατί ξέρω ότι δεν θα υπάρξουν. Κι είμαι τόσο πολύ ο εαυτός μου. Ναι, αλλά ποιός απ’ όλους; δηλαδή αρχίζω να πιστεύω ότι είμαι ένας ρόλος. Όχι μόνο ένας, πολλοί. Κάθε φορά αναλαμβάνω να γράψω ένα σενάριο είτε στο ημερολόγιο μου είτε στη ζωή μου.
Στα κείμενα μου είμαι ένα κορίτσι( το ορφανό κορίτσι) που συνεχώς αποζητά τον έρωτα ενός ερωτικού υποκειμένου. Στο σημείο αυτό θέλω να πω ότι έχω γράψει τόσα για τόσους, που πιστεύω ότι το υποκείμενο πια δεν έχει καμία σημασία. Δηλαδή, για να πω την αλήθεια, κάποια κείμενα δεν ξέρω για ποιόν έχουν γραφεί. Ανάγω τον άντρα και τον έρωτα σε  ποιητικά υποκείμενα. Ετσι, ό άλλος εξυψώνεται, γίνεται για κάποιον άλλον έμπνευση. Αυτό από μόνο του τον κρατάει αιώνια ζωντανό μέσα μου. Γιατί όλοι οι άντρες φύγανε ή κάποιοι δεν ήρθανε ποτέ, αλλά υπάρχουν τα ποιήματα γι’ αυτούς, τα οποία διαβάζω, αλλά πλέον δεν με πονάνε.
Ναι, στα γραπτά μου είμαι η βασίλισσα του δράματος. Το εννοώ. Ολο απογοητευμένη ή με έναν ιδιάζοντα σνομπισμό για τα πάντα και τους πάντες, που «ηδονικά μάταια ζητάει». Αν δεν ζητούσαμε όμως κάτι είτε από τους άλλους είτε από εμάς, τότε πώς και γιατί θα δημιουργούσαμε;. Θέλω να πω, ότι αν πάντα ήμασταν ικανοποιημένοι με τη ζωή μας, τότε η τέχνη τη ρόλο θα είχε ; η τέχνη από την άλλη εξυμνεί την ομορφιά. Υπάρχει κι η ομορφιά του δράματος: το δράμα με τρέφει. Δηλαδή τον αγαπάω τον πόνο μου και τα καρφιά μου. Εξάλλου δράμα θα πει δρω, πράττω. Μέσα στο δράμα σου ζεις τόσο μεγάλα ταξίδια. Ενοχές, φωνές, παρεξηγήσεις, έρωτες, χαστούκια και στο τέλος… « ενθουσιώδους παρακμής χειροκροτήματα» . Ετσι είναι. Στο τέλος παίρνεις απόσταση και καταλαβαίνεις ότι ναι, είσαι μαζόχα.
Άλλες φορές στα γραπτά μου, μοιάζω με γυναίκα σωστή, διεκδικητική και κτητική, που ερωτεύεται παθιασμένα και διεκδικεί τον αντικείμενο του πόθου της. Αυτός ο ρόλος μ’ αρέσει πολύ. Είναι ρόλος για ανθρώπους που ζουν την ζωή τους, όπως επιθυμούν. Δεν έχει τίποτα το αξιολύπητο, τίποτε το  μελαγχολικό. Βέβαια μόνο ς ένα κείμενο μπορώ να θυμηθώ ότι έπαιζα αυτόν τον ρόλο τουλάχιστον πρόσφατα.
Συχνότατα πάλι αναλαμβάνω τον ρόλο μητέρας προς τους άντρες. Εκεί τα λόγια γίνονται στοργικά υπερ το δέον. Εκεί είμαι κάποια που τους λατρεύει, που θέλει να τους προσέχει και που δεν θα αφήσει κανέναν να τους πειράξει. Αυτός ο ρόλος μου δεν μου αρέσει. Ούτε στη ζωή μου, αλλά τον αναλαμβάνω χωρίς να το καταλαβαίνω.
 βέβαια είναι αλήθεια ότι με το γράψιμο δημιουργείς  εαυτούς και ήρωες. Ετσι, δημιουργείς ακόμα και τον δικό σου εαυτό, σαν κάποιον που θα ήθελες να είναι.  Είναι μία ευκαιρία να εξετάσεις τον εαυτό σου από μακριά, να αποστασιοποιηθείς από αυτόν κάποιες φορές κι άλλες να τον πλησιάσεις πολύ βαθιά. η γραφή είναι ένας τρόπος να σε πάρεις αγκαλιά ή να αυτοχαστουκιστείς. Είναι παρηγοριά η γραφή, είναι φίλη, είναι νοσοκόμα. Η τέχνη είναι γιατρός. Ο χρόνος πάλι έχει αποτύχει.
Θυμάμαι, κάποτε για έναν από τους έρωτες μου, είχα γράψει ένα μεγάλο παραμύθι. Το είχα γράψει στην Βουδαπέστη. Ταξιδεύαμε μαζί με τους φίλους μου κι εγώ έγραφα, έγραφα, δεν μπορούσα να βάλω τελεία. Τα έπινα σ’ ένα μπαρ κοντά στο ξενοδοχείο. Ταξίδευα, τόσο πολύ στην πόλη, τόσο πολύ μέσα μου, που δημιούργησα έναν κόσμο μόνο με τις λέξεις.. Δηλαδή για μένα εκείνο το ταξίδι νοηματοδοτείται από εκείνο το παραμύθι. Αν ο έρωτας μου ήταν μαζί μου τότε, δεν θα είχα ζήσει ποτέ την πόλη με αυτόν τον μαγικό τρόπο. Δημιούργησα έναν κόσμο δικό μου, τον έκανα ήρωα, τον έβαλα μέσα. Δεν μου έλειπε.
Γι αυτό γράφω: για να μη μου λείπει κανένας.


Κομοτηνή, 20-5-14