Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Μίλα μου

Σώπα,
μη μιλάς άλλο για θάνατο,
μίλα μου για τα παιδιά,
για το πώς παζουνε στους δρόμους,
το παιχνίδι με το κόκκινο τόπι.

Σώπα,
μη μιλάς άλλο για χειμώνες,
μίλα μου για καλοκαίρια ηλιόλουστα,
για εύφορες κοιλάδες,
για ανθισμένα μοσχομυριστά τριαντάφυλλα.

Σώπα,
μη μιλάς άλλο για θλίψεις,
μίλα μου για τες χαρές,
που ζουν ανάμεσα μας,
μιλά μου για την ξανθή,
που ορίζει την καρδιά σου.

Σώπα,
μη μιλάς άλλο για τσακισμένα σκαριά,
μίλα μου για γερά ιστιοφόρα,
που αρμενίζουν θάλασσες γαλήνιες,
για ειδυλιακά αιγιοπελαγίτικα ηλιοβασιλέματα

Σώπα,
μη μιλάς άλλο για τις δυσυχείς ημέρες .
Μίλα μου για οιωνούς ευοίωνους,
για σημεία μακρινά των πουλιών,
για όμορφες απόκοσμες πόλεις.

Σώπα,
κι άκου του κόσμου τη βουή,
το συρφετό αυτό το κόσμου,
το χαρούμενο πήγαινε- έλα της ευτυχίας.

Σώπα,
μη ψεύδεσαι άλλο πια.
Μίλα μου για τους ψιθύρους της βροχής,
για τα ιδρωμένα σεντόνια,
για τα ευτυχισμένα νερά,
για τα εύρωστα σώματα.

Σώπα,
κι άκου του συρφετό της ευτυχίας. 

Το τραπέζι

Ας  πιούμε:
 Θα σε κεράσω απ’ το νέκταρ της ηδονής,
 θα με κεράσεις κονιάκ του αποχαιρετισμού.
 Θα σε κεράσω γλυκό νερό του ποταμιού,
 θα με κεράσεις θάλασσα αλμυρή
- μα με τις αλμυρά νερά κανείς δε ξεδιψάει.

Ας φάμε:
Θα σου προσφέρω  σάρκα νόστιμη, νεανική
Θα μου προσφέρεις  δέρμα σκληρό
Θα σου προσφέρω τον κόκκινο λωτό
Θα μου προσφέρεις την απονενοημένη στιγμή
-          Μα σαν  θα φύγεις την αυγή
Ποιανού η  πείνα θα χορτάσει; 


Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Φύση.

Ανυπεράσπιστα πλάσματα,
έρμαια της ανθρώπινης κτηνωδίας,
θύματα της εκμετάλλευσης μας,
υποκείμενα στις αμφιθυμικές μας διαθέσεις
είναι τα ζώα.

Κι όσα είναι  εξημερωμένα,
μας κοιτούν στα μάτια,
εκδηλώνοντας μας όλη τους την αγάπη
με όσα μέσα έχουν,
με όσα χάδια τους υπαγορεύει το ένστικτο τους.

Και τ άλλα πάλι τ αγρίμια,
γίνονται επιθετικά κάθε φορά που επεμβαίνουμε
στο ζωτικό τους χώρο.
Εμείς οι βάνδαλοι,
εμείς οι πολιτισμένοι,
κόψαμε τα δέντρα,
για να χτίσουμε εργοστάσια,
αποξηράναμε τις λίμνες,
για να πάρουν την θέση τους απαίσιες πολυόροφες πολυκατοικίες,
ώστε να στεγάσουν την αστική μελαγχολία μας.
Σαρώσαμε τις θάλασσες,
ώστε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες της τροφής μας.
Αγνοήσαμε την αγροτική σπιτική παραγωγή,
για να παράγουμε μαζικά,
ποσότητες τροφής.

Και ύστερα από όλα αυτά
γεμίσαμε πόνους, ασθένειες,
γίναμε μαλθακοί,
όμως μυαλό δε βάλαμε.




Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Βιογραφίες

Στον Θάνο Ανεστόπουλο


Πρόσκαιροι είναι οι έρωτες των αιώνια ερωτευμένων.
Ολοι εμείς που ζούμε αιώνια ερωτευμένοι με τον έρωτα,
αναζητούμε πάντοτε ένα αντικείμενο του πόθου,
εκείνον που θα μας οδηγήσει στην αθεράπευτη έλξη,
στην υπέρτατη ηδονή, σ εκείνο το πάθος που αρχίζει από το κέντρο του κορμιού σου,
και τελειώνει στο μυαλό σου και στις λέξεις σου.

Ολοι εμείς που ψάχνουμε αιώνιους μυθιστορηματικούς έρωτες,
θα μεγαλώσουμε μια ημέρα και θα κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη,
θα αναπολήσουμε τα σώματα που μας άγγιξαν και θα χαμογελάσαμε με πικρία:
Τι κρίμα που κανένας δεν μας έμεινε εδώ,
τι κρίμα που τέλειωσαν όλα,
πριν καν προλάβουν ν αρχίσουν,
αφού όλοι εμείς οι ερωτευμένοι με τον έρωτα,
αποφεύγουμε όλους αυτούς τους παγωμένους ανθρώπους,
αλλά αντίθετα λατρεύουμε αυτούς με τις γδαρμένες σάρκες.

Και κάθε φορά  που είμαστε έτοιμοι να δώσουμε και το τελευταίο κομμάτι της καρδιάς μας,
σ αυτό το σημείο οι άλλοι έχουν ήδη τρομάξει ή έχουν πάψει να μας επιθυμούν πλέον.
Η φυγή μοιάζει να ναι το μόνο καταφύγιο τους.
Και για μας ο πόνος μοιάζει μονόδρομος.

Κι ύστερα εμείς ξεκινάμε πάλι απ την αρχή,
για να διαψευστούμε άλλη μία φορά,
γιατί ποιός ξέρει;
Κάθε νέα  φορά μπορεί να είναι η τυχερή μας .

Μα στο τέλος μένει ένα κρεβάτι γεμάτο αδιάφορους εραστές,
αναμνήσεις που μυρίζουν γιασεμί,
ανεπίδοτες ερωτικές επιστολές,
ανικανοποίητα ερωτικά αισθήματα
κι ένα σωρό συντρίμια
ατάκτως ειρημένα στα άδεια δωμάτια.

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Πατησίων

Λέξεις, σκέψεις, εικόνες κυοφορούνται εδώ και μέρες στο μυαλό μου, 
άλλοτε κατά τη διάρκεια των διαδρομών στα αστικά λεωφορεία, 
άλλοτε περπατώντας κατά μήκος των μεγάλων δρόμων, 
κι άλλοτε κοιτάζοντας τις γωνιές της πόλης αυτής. 

Η άνοιξη έχει κάνει δειλά δειλά την εμφανιση της,τα λουλούδια έχουν ανθίσει,τα παλτό κι οι γούνες δεν αντέχονται πλέον,το κρύο του χειμώνα άρχισε να υποχωρεί και η μέρα έχει μεγαλώσει. 
Σήμερα το μεσημέρι βάδιζα κατα μήκος της κατάμεστης Πατησίων.  Η οδός αυτή είναι ο δρόμος μου σχεδόν κάθε μέρα, μίας κι από τη στάση Βικτώρια ανεβαίνω στα δικαστήρια. 
Πάντα την περνάμε με το αυτοκίνητο. Και πάντα ήθελα να κατέβω από το αυτοκίνητο και να την περπατήσω. Αντικειμενικά η Πατησίων είναι άσχημος δρόμος. 
Υποκειμενικά η Πατησίων μου δημιουργεί μία  αίσθηση αστικής παρακμής:
Αμέτρητα γραφεία, αμέτρητα μαγαζιά κάθε είδους, άλλα φαγητού, άλλα καφέ, άλλα ρούχων, άλλα με ψιλικά. Ο,τι κι αν ζητήσει κανείς μπορεί να το βρει κατά μήκος της οδού αυτής. Κοιτάς γύρω σου και βλέπεις κοστούμια, μαύρους, πρεζάκια, εφήβους, βλέπεις κάθε καρυδιάς καρύδι. 
Βαδίζω σκεφτόμενη πόσο όμορφη είναι η ζωή. Επιτέλους, εκείνα τα λεπτά του περιπάτου μου ένιωσα ελεύθερη. Ελεύθερη μέσα στη μοναξιά μου. Είσαι μόνη σου, σκέφτηκα, άρα και ελεύθερη. Χαμογέλασα μόνη μου. Ενας τύπος νόμισε ότι του χαμογέλασα. Δεν θυμάμαι τι μου πε, αλλά γέλασα μόνη μου μετά. Παραπλανώ τον κόσμο με όλα τα αλλόκοτα πράγματα που κάνω. 
Η Κ. Γώγου έλεγε " η ζωή μας πάνω κάτω η Πατησίων" κι ο στίχος αυτός περνάει από το μυαλό μου κάθε μέρα. Οντως η Πατησίων είναι κομμάτι της καθημερινότητας μου.
Υστερα, θυμάμαι τα μεθυσμένα βράδια με τον Β. στην Πατησίων. Κάπου την άνοιξη ένα χρόνο πριν, ο Β. φορούσε τα καλά του ρούχα για την παράσταση, το βλέμμα του ακτινοβολούσε πλεονεξία και εγωκντρισμό, αλλά κι έναν ασυγκράτητο σεξουαλικό πόθο. Ο Θ. οδηγούσε εξιστορώντας μας την κατάθλιψη του. Προσπάθησα να πω κάτι ωραίο, για να εντυπωσιάσω τον Β, μα τελικά εντυπωσίασα και τον Θ. Σ ένα παράξενο αμάξι, χωρίς πινακίδες, μοιάζαμε λες κι έχουμε βγει από δεκαετία του 80. Ενας άσημος τραγωδός, ένας καταθλιπτικός πενηντάχρονος και μία ανισσόροπη και ερωτευμένη νομικός που γυνράνε στη 1 το βράδυ την Πατησίων...
Κι άλλη φορά, πάλι με τον Β. πάνω σε μία μηχανή... θα ήταν φθινόπωρο τότε, όταν πάνω στην στροφή της οδού Λευκωσίας μου ανακοίνωσε ότι με αγαπάει σαν άνθρωπο κι ύστυρα ζήτησε και την δική μου απάντηση. Και ήθελα να του φωνάξω: Μαλάκα, σε γουστάρω ελεινά πολύ, αλλά δεν σ αγαπάω. Ομως σώπασα.
Κι άλλη φορά πάλι με φίλους αγαπημένους ανακαλύψαμε κι εμείς πια το πιο παλιά Μπαρ της Αθήνας και μείναμε εκεί πίνοντας ουίσκια, ακούγοντας μουσικές και φορώντας για πρώτη φορά στη ζωή μας όλοι σακάκια.  τα πρώτα ποτά μετά τη δουλειά τα  ήπιαμε στην Πατησίων, εμείς οι φίλοι, εμείς οι πλέον τόσο μακρινοί και διασκορπισμένοι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, μα πάντα πολύ αγαπημένοι.
Πόσες φορές έχω διασχίσει την Πατησίων κλαίγοντας κι αναπολώντας το ευτυχισμένο παρελθόν μου, τότε που ήμουν ερωτευμένη με κάποιον.  Πόσες φορές δεν έχω πει ότι θα πάω στο πιο γνωστό μπαρ της Αθήνας μόνη μου και θα αρχίσω να πίνω.

Πατησίων... Πόσες ιστορίες φιλοξένησε, ερωτικές ή φιλικές ή επαγγελματικές, αλλά πάντως καθημερινές ιστορίες χαράς και θλίψης. Πατησίων, χιλιοτραγουδισμένη, ποιός ξέρει όλα όσα ξέρεις ; Κι αν οι δρόμοι σου είχαν μιλιά, τι θα μας λέγανε άραγες ;
 Μα τα είπε περιεκτικά η Κατερίνα " η ζωή μας πάνω κάτω η Πατησίων...  "