Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Καθημερινότητα σε μία μεγαλούπολη.

Το κενό είναι δυσαναπλήρωτο κάτι τέτοιες Κυριακές. Κυριακάτικη μελαγχολία, σκέφτομαι,και κυλιέμαι στον καναπέ μέχρι  τις τρείς το μεσημέρι. Ύστερα νευριάζω με τον εαυτό μου. Δεν έχεις κανένα αντικειμενικό πρόβλημα,  σκέφτομαι. Απλά βαριέσαι. Δεν κάνεις τίποτα σήμερα και μελαγχολείς. Οπότε σηκώνομαι πάνω από τον καναπέ, να μαγειρέψω, να διαβάσω και να κάνω ένα σωρό δουλειές. Τελευταία βιώνω μία κατά κάποιον τρόπο εκούσια κοινωνική απομόνωση, 
η οποία  με καταβάλλει. Εκούσια είναι γιατί θέλω να βγω με τους ανθρώπους που εγώ θέλω, και όχι με όποιον τυχαίο προτείνει να πάμε μία βόλτα. οι άνθρωποι που αγαπώ, έχουν όμως υποχρεώσεις, όπως άλλωστε κι εγώ. 
Στριμώξαμε τις ζωές μας σε σαράντα οχτώ ώρες. Τις υπόλοιπες πέντε ημέρες δουλεύουμε μέχρι τ' απόγευμα και στη συνέχεια όλοι μορφωνόμαστε, για να πάρουμε σε δύο χρόνια το αξιοσέβαστο ποσό των 700 ευρώ εργαζόμενοι σε διάφορα γραφεία. Κι από κει και ύστερα, όποιος θέλει και έχει όρεξη, πρέπει να κυνηγήσει πελάτες, ώστε να τους πάρει την υπόθεση και να βγάλει και κάνα φράγκο έξτρα, για να πληρώσει το ενοίκιο του. Κατά τα άλλα είμαστε επιστήμονες. Η δική μας γενιά κάνει μεταπτυχιακά, εικονικές δίκες, σεμινάρια, αγορές επιστημονικών βιβλίων on line, μιλάει 2-3 γλώσσες σε άριστο επίπεδο και έχει την "τύχη" να ζει στην Ελλάδα του 2016, όπου τα όνειρα έχουν καταρρεύσει και το μόνο που πια κυνηγάει κανείς είναι η επιβίωση. Το ζην είναι η βασική επιδίωξη, αλλά το ευ ζην ξεχάστηκε. Ξεχαστήκαμε εδώ κάτω στα λασπόνερα και στις πέτρες. Στο μεταξύ οι γονείς τσοντάρουν στους τραπεζικούς μας λογαριασμούς, και εμείς πηγαίνουμε και τραβάμε με όση αξιοπρέπεια μας έχει μείνει 100-100 ευρώ, για να πληρώσουμε λογαριασμούς. Τα χρήματα που απομένουν για την πάρτυ μας ξοδεύονται είτε σε θέατρα είτε σε συναυλίες και σε κάποια τσίπουρα. Κάποιοι που είναι πιο κυριλέ γενιά δικηγόρων, πηγαίνουν και στο Κολωνάκι. ο κόσμος τους βλέπει και νομίζει ότι πληρώνονται με παχυλούς μισθούς, αλλά εμείς του συναφιού, ξέρουμε την πάσα αλήθεια. Άσχετο, αν κανείς δεν την ομολογεί: Την υπόλοιπη εβδομάδα θα είσαι πανί με πανί και θα μετράς τα ρέστα σου. Κάποιες φορές σκέφτεσαι ότι αυτός ο αγώνας κάποτε θα αποδώσει καρπούς. Είναι που η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Κι αν δεν υπήρχε η ελπίδα, θα νιώθαμε ότι μάταια παλεύουμε για όλα αυτά που μας ανήκουν και κυρίως για μια γνήσια αξιοπρέπεια. Βέβαια, ξεχνάμε όλοι ότι ελπίδα είναι υπεύθυνη για την έλλειψη κοινωνικής σύγκρουσης. Αλλά τι τα θες αυτά τώρα ; Ψιλά γράμματα. Ποιοί τα πιστεύουν αυτά ; Κάτι γραφικοί από το χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς ή για να το θέσω αντικειμενικότερα, όλοι όσοι ασπάζονται την κομμουνιστική θεώρηση της οικονομίας και της κοινωνίας. 
Στο μεταξύ, η κοινωνική απομόνωση είναι καθεστώς. Καθώς έχουμε στριμώξει την ζωή μας μέσα σ ένα Σαββατοκύριακο, αρχίζουμε να ζούμε από την Παρασκευή το βράδυ μέχρι το απόγευμα της Κυριακής. Ζούμε δηλαδή περίπου 70 ώρες την εβδομάδα. Σ αυτές τις 70 ώρες πρέπει να ανακτήσουμε την εργασιακή μας δύναμη, κοινώς να ξεκουραστούμε,  να διαβάσουμε είτε για τη δουλειά μας είτε άσχετα πράγματα που κατατείνουν στην τέρψη μας ή στην αναζήτηση του εαυτού μας, να πάμε στο σούπερ μάρκετ και να δούμε... τους φίλους μας είτε τους εραστές μας. Οπότε καλείται κανείς να κάνει μία επιλογή: ή θα δει τον εραστή του είτε θα δει τους φίλους του. το να δεις και τους δύο είναι συχνά δύσκολο, είτε γιατί τα προγράμματα των φίλων και των εραστών δεν συμπίπτουν είτε γιατί δεν το έχεις προγραμματίσει καλά είτε γιατί είναι θέμα επιλογής. Οι περισσότεροι επιλέγουμε να δούμε τους εραστές μας. Η αξία της φιλίας δεν ξέρω αν έχει παραγκωνιστεί, αλλά ο χρόνος που βρίσκουμε για τους φίλους μας είναι μηδαμινός, αν και όταν τον βρούμε. Στριμώχνουμε τους φίλους μας ανάμεσα στο "break " μας από συγγραφές εργασιών, από ερωτικά τετ α τετ, από δουλειές του σπιτιού. Χωράνε άραγε οι φίλοι μας σε δύο ώρες ; χωράνε οι φίλοι μας σε μία μπύρα ή σε ένα σινεμά ή σε ένα θέατρο ; Αναρωτιέμαι απλώς. 
Μύδρους δεν εξαπολύω κατά κανενός φίλου ή μη φίλου.Κατηγορώ μόνο το μυαλό μας και την θεώρηση του κόσμου μας. Και γίνομαι σαφέστερη: Η αποστέρηση της επικοινωνίας από τους φίλους μας, οδηγεί σχεδόν τους πάντες από εμάς στην ανάγκη για άλλου είδους επικοινωνία, την οποία αφελώς αναζητάμε στον έρωτα. Η κοινωνία μοιάζει να είναι διαμορφωμένη για δύο: Ενοικιάζουμε σπίτια με τους εραστές μας από μία ηλικία και μετά, βγαίνουμε τα σαββατόβραδα μαζί τους και μαζί με άλλα φιλικά ζευγάρια, πηγαίνουμε ρομαντικές εκδρομές με την εκάστοτε σχέση μας, ακούμε μουσικές που υμνούν τον έρωτα και το όργιο μέσα στο οποίο χωράνε μόνο δύο, δεν έχει τέλος. Μη παρεξηγηθώ, δεν στρέφομαι κατά του έρωτα. Στρέφομαι κατά αυτού που οι άνθρωποι ονόμασαν έρωτα: Απομακρυνόμαστε από τους φίλους μας, ιδιωτεύοντας σε στιγμές μαζί με το εκάστοτε αντικείμενο του πόθου μας, και νομίζουμε ότι έτσι επικοινωνούμε. Βαφτίζουμε την ανάγκη για σεξουαλική επαφή ως έρωτα, αναζητούμε την επικοινωνία που δεν έχουμε σε άλλες μορφές σχέσεων σε ερωτικές σχέσεις, και αυτεξαπατώμαστε νομίζοντας ότι όλη αυτή η ωραία ιστορία, δεν θα αποδειχθεί ένα μάταιο παραμύθι. Γιατί στο τέλος η εκάστοτε ερωτική ιστορία, θα αποδειχθεί μία φενάκη με ελάχιστες εξαιρέσεις. Βέβαια, κάθε φορά που ερωτεύεσαι, νομίζεις ότι αυτή τη φορά θα συμβεί η εξαίρεση. Αν δεν το πιστέψεις αυτό, δεν μπορείς να ερωτευτείς, οπότε φίλοι μου ερωτευμένοι και ρομαντικοί μη νομίσετε ότι σας ψέγω.. . - Εξάλλου, οι απόλυτα ορθολογιστές άνθρωποι, δεν μπορούν να ερωτευτούν ποτέ βαθιά και δυστυχώς δεν ανήκω σ αυτή τη κατηγορία ανθρώπων. Ασχετο, που θα ήθελα- Βέβαια στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο έρωτας θα φύγει, γιατί είτε το συναίσθημα το δικό μας θα τελέψει είτε το συναίσθημα του άλλου θα σταματήσει να είναι τόσο έντονο όσο ήταν και θα αρχίσει να μας βαριέται. Ναι, ναι, συμβαίνει κι αυτό, όσο απίστευτο και να μοιάζει αυτό στα μάτια ενός ερωτευμένου. Και ύστερα με το τέλος της μίας ιστορίας, ψάχνουμε όλοι την επόμενη ιστορία, τον επόμενο άνθρωπο που θα βαφτίσουμε στην καλύτερη των περιπτώσεων συνοδοιπόρο μας και στην χειρότερη αποκούμπι μας. Όμως, η αυλαία έχει πέσει και η σκηνή έχει αδειάσει, και έχουμε βρεθεί μόνοι πάνω σ ένα άδειο θέατρο να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς συνέβη. Πώς να χωρέσει τόση ερημιά μέσα σε μία καρδιά ; Και συνεχίζουμε να πιανόμαστε από τον πρώτο συναισθηματικά διαθέσιμο άνθρωπο, χτίζοντας παλάτια στην άμμο, κι αυτό το βαφτίζουμε αγάπη. Μα όταν θα φύγει κι αυτός, τότε θα συνεχίσουμε την μοναχική μας πορεία. Και κάπου εκεί επιστρέφουν οι φίλοι σαν να είναι παυσίπονα, σαν ασπιρίνες, μέχρι να τους ξαναξεχάσουμε. Πότε όμως θα καταλάβουμε ότι η αμνησία αυτή ουδέν νόημα έχει ; Μάλλον ποτέ, αφού ζούμε σ έναν κόσμο φτιαγμένο για δύο. Και κάθε φορά που ο άλλος θα φεύγει, θα μένουμε φοβισμένοι, απογοητευμένοι και αδύναμοι. Δεν μας λυπάμαι. Είμαστε άξιοι της μοίρας μας.  Αυτό μας αξίζει.  


Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Το αγγιγμα σου λείπει.
Εξω όλα μοιάζουν παγωμένα. 
Κοιτάζω γύρω. 
Δεν είσαι πουθενά.
Αντικαθιστώ την παρουσία σου 
με τη φλόγα του τζακιού.
Πλησιάζει τόσο κοντά η πλάτη μου, 
τη νιώθω να καίει. 
Σκέφτομαι ότι είσαι ξανά εσύ που με καίς. 
Μα πια δε με καίει τίποτα. 
πέτρα έγινα.

Κανείς δεν αγγίζει τη ψυχή μου.
Τα μάτια μου ξέβαψαν και γίναν πια λευκά
απ τα δάκρυα. 
και το κορμί μου γέρασε
κι ούτε πια αίσθηση έχει χαδιού, 
θαρρείς και ξεχάστηκε εδώ κάτω στην άβυσσο. 
Επιτήδια χυδαία αγγίγματα περαστικών, 
αυτό θα ναι πια η ζωή μου. 
Και μη λογαριάζεις άλλην άνοιξη, 
μήτε άλλο καλοκαίρι, 
μήτε διόλου φως.

Απο δω και μπρος σκοτάδι βαθύ, 
πόνος ανείπωτος, ανιαροί εραστές, 
λικνίσματα δίχως αύριο, 
ποτήρια γεμάτα με αλκοόλ,
 αλλά ίχνος αγάπης δεν έμεινε.

καληνύχτα. 

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Στην Ομορφιά.

 Ξυπνάς τον πόθο.
Στέκεις στο κέντρο του σύμπαντος . 
Αιτία γέλιου γίνεσαι, 
αλλά και πίκρες και βάσανα φέρεις.  
Λικνίζεσαι εκεί στο φως, 
 όπως η πυγολαμπίδα στο μισοσκόταδο. 
Με άλικο χρώμα ντύνεσαι,  
σαν ηθοποιός σε μία σκηνή για δύο, 
θαμπώνεις τους θαμώνες του θεάτρου. 
Πειστικός μοιάζει ο μύθος σου
 ακόμα και στους πιο άπιστους.  
Αρχέγονη ερωτική παρουσία, 
για χάρη σου λαοί σφαγιάστηκαν. 

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Ντουζ.

Δεκέμβρης. Ο μήνας των καταθλιψεων. Εμένα διόλου δε μ επηρέασε αυτή η εορταστική ατμόσφαιρα. Είμαι πάντα θλιμμένη. Δε χρειάζομαι τα φώτα. 

Απόγευμα της Τρίτης,κάθομαι στον καναπέ με κλειστά φώτα, έξω ρίχνει ψιλόβροχο. Ο ουρανός είναι κόκκινος. Αναψα θερμοσίφωνα για μία ώρα. Ηθελα να έχω καυτό νερό, ώστε να γεμίσω τη μπανιέρα. είναι κάτι που το έχω κάνει άλλη μία φορά στη ζωή μου. Τελικά δε γέμισα τη μπανιέρα μέχρι πάνω.Μόνο το ένα τέταρτο της γέμισε. Ακούω το νερό να πέφτει πάνω μου. Ωραίος ήχος. Μετά αποφασίζω να ξαπλώσω μέσα στη μπανιέρα. Τα στρογγυλά σημεία του σώματος μου είναι εκτός του νερού. Προσπαθώ να ακούσω. Το νερό στα αυτιά μου δίνει την αίσθηση μίας μονότονης βουής, σαν να αφουγκράζεσαι ένα κοχύλι- μία μπουρού. Νομίζω ότι το σώμα μου βαραίνει όσο κάθομαι εδώ. Σχεδόν δεν το νιώθω ; Είμαι εικοσιτέσσερα. νιώθω πενήντα τέσσερα. Κουρασμένη, σχεδόν δίχως κουράγιο να πάω παραπέρα. Αλλά πρέπει να πάω και θα πάω.Τις τελευταίες μέρες βουρκώνω συχνά εξ αιτίας κάποιων συνειρμών. - Γαμημένοι συνειρμοί.- πώς είναι άραγε να κόβει κάποιος τις βλέβες του ; Πρέπει να πονάει, σκέφτομαι. Οχι, μην ανησυχείς, δεν έχω αυτοκτονικές τάσεις, απλά το σκέφτηκα  προς στιγμήν.Κοιτάζω τους υδρατμούς που κυλάνε στο μπλέ πλακάκι. Κάποτε σαν υδρατμός έτρεχε ο ιδρώτας πάνω μου. Κάποτε υπήρχαν ένοχα μυστικά μόνο για δύο. τώρα πια  δεν έχω ένοχα μυστικά, ούτε με απασχολεί να έχω. Τώρα πια δεν καίγομαι. Είμαι πάγος. 
- Χτυπάει το τηλέφωνο. Ποιός τολμάει να διακόπτει την καταγραφή των τραυμάτων μου ; Μα επιτέλους. Δυστυχώς υπάρχει η πραγματική ζωή. Ενα σωρό πεζές υποχρεώσεις. Πρέπει να επιβιώσουμε με κάποιον τρόπο. -Κοιτάζω πάνω στο ταβάνι. Αγγίζω το δέρμα μου. Κοίτα. Εχω το σημάδι στο γόνατο από εκείνη την ημέρα που πέσαμε μαζί με το ποδήλατο. Ισως αυτός είναι ένας τρόπος να έχω κάτι από σένα. Αφού  είναι πολύ δύσκολο να εχουεμε στο σώμα μας ορατά σημάδια  ανθρώπων . Μόνο στην καρδιά υπάρχουν τα σημάδια.Μα είναι αθέατα. Στον κανονικό κόσμο ζω φυσιολογικά. Κάποιες μέρες γελάω.Πίνω. Βγαίνω με άλλους. 

"Χωρίζουμε για να μοιραστούμε τη ζωή μας  με άλλους. Που καίνε λιγότερο,που είναι λιγότερο επικινδυνοι...
Κανείς δε με καίει πια. 
Θάλασσα έγινα. 

Σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι. Δεν θα είναι κανένας φίλος, μήτε γνωστός, μήτε εραστής. Θα κάνουν επισκευές στο σπίτι μου. Στην καρδιά μου μπορεί κανείς να κάνει επισκευές; Ε; Σας ρωτάω. Εγώ πάντως δε μπορώ. Ισως πρέπει να παραιτηθώ της προσπάθειας, αλλά δεν μπορώ. Δεν έχω παραιτηθεί σχεδόν από καμία προσπάθεια στη ζωή μου. Μου λες να πάω σε ψυχολόγο. Φούμαρα. Δε θέλω ψυχολόγους. Μάλλον η γιατρειά είναι η ποίηση. Κι ίσως κι η ΑΓΆΠΗ. Αλλά το είδος αυτό είναι σπάνιο. Κι οι άνθρωποι γύρω σχεδόν απαίσιοι: επικεντρωμένοι μόνο στον εαυτό μας, πώς θα αγαπήσουμε ; Ερμαια του εγωτισμού μας, είμαστε όλοι μας. 


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Παρένθεση.

Σάββατο βράδυ ο κόσμος βγαίνει έξω να διασκεδάσει. Εγώ αφενός δεν έχω παρέα που να βγει σήμερα, αφετέρου δεν έχω όρεξη. Εξάλλου,αυτά τα δύο φαινόμενα είναι συχνά πια. Είμαι σ αυτή τη κατάσταση πάνω από ένα χρόνο. Η θλίψη σκέφτομαι πρέπει να μοιάζει με δίνη που σε ρουφάει   κάτω στον θαλασσινό βυθό. 
Δεκέμβρης έφτασε κιόλας-γρήγορα περνά ο καιρός. Άναψα το φωτάκια της βιβλιοθήκης μου, αυτά τα Χριστουγεννιάτικα,τα μικροσκοπικά και τη σόμπα μου. Απότομο κρύο στη πόλη. Σήμερα μόλις κατέβηκα από το αεροπλάνο αντίκρισα πυκνά και μαύρα σύννεφα. Ίσως αυτά έδωσαν κάποιες αφορμές προκειμένου να με πιάσει ένα πνίξιμο. Έφτασα στη πόλη. Έκανα μία βόλτα στα μαγαζιά. Είδα ένα φόρεμα. Σκέφτηκα να μπω μέσα να το αγοράσω. Δεν το έκανα. Εχει πιάσει το κόλπο: Να μη κυκλοφορώ με πολλά λεφτά, για να μη καταναλώνω. Σκέφτομαι, ότι πρέπει να αγοράσω κανένα φόρεμα. Φτάνει πια με τα παντελόνια και σακάκια. Βαρέθηκα να ξυπνάω, να βιάζομαι να φύγω από το σπίτι, στο τέλος να φεύγω σχεδόν αχτένιστη. Κάθε πρωί φοράω το ελάχιστο απαιτούμενο σακάκι. Δεν νιώθω γυναίκα πια. Δεν έχω όρεξη για τίποτα. Ούτε για τους ελάχιστους καλλωπισμούς που έκανα πάντα. Γενικά τον τελευταίο καιρό βαριέμαι τα πάντα. Σκέφτομαι από πότε έχω να κάνω έρωτα ή έστω να κάνω σεξ. Πρέπει να ήταν μία Κυριακή κάπου δύο μήνες πριν. Σκέφτομαι ότι αυτό δεν είναι υγιές στα 25, αλλά δεν έχω όρεξη καμιά. Οι σεξουαλικές μου ανάγκες μου περνάνε παγερά αδιάφορες αυτή τη στιγμή.

Οι συναισθηματικές μου ανάγκες από την άλλη πρέπει κάπως να καλυφθούν. Αλλά πώς ? Τον τελευταίο καιρό με με κουράζουν οι άνθρωποι, το σπίτι είναι καταφύγιο καταλαγιάζει ο θόρυβος, μπορώ να λέω ό,τι θέλω χωρίς να με κατακρίνει κανείς, χωρίς να  πρέπει να κάνω δεύτερες σκέψεις, χωρίς τελοσπάντων κανέναν ενοχλητικό και αναίσθητο άνθρωπο πάνω από το κεφάλι μου. Νομίζω ότι έχω βιώσει το χειρότερο χρόνο της ζωής μου.Νομίζω ότι αυτή η απουσία μου στοιχίζει πολύ. Μέρες μέρες θέλω μόνο να κοιμάμαι. πριν έναν μήνα δεν ήθελα να σηκώνομαι από το κρεβάτι. Κι όταν σηκωνόμουν αναγκαστικά η μέρα ήταν ένα μαρτύριο. Ενα συνεχόμενο αίσθημα μελαγχολίας, θλίψης και κενού και μοναξιάς. Στην αρχή μάλλον ήταν ανυπόφορα όλα αυτά. Εξού κι οι  άνθρωποι- αντιβιώσεις...Πλέον χρειάζομαι χρόνο για μένα.Δεν έχω χρόνο για τους άλλους.
Νιώθω ότι η ζωή κυλάει γρήγορα. Τρέχω συνεχώς. Κάνω αρκετά πράγματα εφέτος, αλλά και πάλι δεν μου είναι αρκετά. Πάλι νιώθω ανεπαρκης κι ενοχική. Παγίδα του συστήματος θα μου πεις, κι άλλα θα μου πεις, τα ξέρω.


Δεν έχω ωραία λόγια να εκφράσω τον πόνο μου και την απογοήτευση μου.
Είμαι παγωμένη.

Εχει έρθει δέμα από το νησί.
Με τσίπουρο.
Τ ανοίγω.
Βάζω στο ποτήρι.
Στρίβω τσιγάρο.
" Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά... είσαι μικρός και δεν χωράς τον αναστε- τον ανεστεναγμό μου... "
Είσαι ωραίος Μπιθικώτση.

Λαικός πόνος.
Λαική μουσική.
Εργατιά, φτώχεια, βιοπάλη,
κι ας με μεγάλωσε η μάνα μου στα πούπουλα,
εγώ αυτούς αγαπάω,
τους ανθρώπους του μόχθου,
με το φιλότιμο, το γέλιο, τη μπέσα.

Ολα αυτά που δεν είχες εσύ δηλαδή.
Και τότε γιατί σ΄αγάπησα;
ή για να θέσω σωστά το ερώτημα.
Σ' αγάπησα;

Μάλλον όχι. το έχω ρίξει στην ψυχολογία τελευταία. μήπως και βρω έναν τρόπο να σπάσω τη θλίψη. Κάπως πρέπει να σπάσει αυτή η πόρτα και να υπάρξει και πάλι χαρά και πληρότητα στα εσωτερικά μου. Ζω μία συνεχή δυικότητα. Από τη μία φαίνομαι χαρούμενη, κάνω χιούμορ στους άλλους, φαίνομαι δυναμική κι από την άλλη εσωτερικά μάλλον νιώθω διαλυμένη, ευάλωτη και μόνη. Ομως, είναι ίσως η μοναδική φορά που η μοναξιά αυτή μου αρέσει και για κάποιο λόγο δεν θέλω να βγω από αυτήν. Μιλάω για μοναξιά σχεδόν σε όλα τα πεδία της ζωής μου. Αλλά κάποιες φορές φαντάζομαι ότι συναντάω κάποιον άντρα που με συγκλονίζει. Κι αυτό άλλοτε μοιάζει σανίδα σωτηρίας κι άλλοτε μοιάζει σαν μαρτύριο, αφού θα φοβάμαι και πάλι μήπως προδοθώ. Κι είμαι σίγουρη ότι θα προδοθώ.  Κάποιοι είμαστε γεννημένοι για να ταιζουμε τους άλλους: Ερωτες, τρυφερότητα ,  στήριξη... Οταν αυτοί νιώσουν πάλι δυνατοί, θα μας αφήσουν και τότε εμάς ποιός θα μας ταίσει ; Κανείς! Μέσα στον χρόνο που μαστε χώρια τάισα πολλούς ανθρώπους, τάισα την καύλα τους για να ακριβολογώ. Χόρτασαν αυτοί. Εγώ βέβαια δεν τους πόθησα ποτέ. Κι έναν που τον πόθησα αρκετά, δεν μου χόρτασε τίποτα, ούτε καν τη καύλα μου. Γι αυτό έφυγα. Μη μας δημιουργήσει κι απωθημένα.

Εξάλλου, νιώθω ότι δεν μπορώ να εκφραστώ στους άντρες. Αυτοί πάντα τρομάζουν με εμένα. Ετσι που πηγαίνω και πέφτω πάνω τους σαν καταιγίδα, οι πιο πολλοί ψάχνουν να δουν που θα κρυφτούν. Εσύ δεν έφυγες βέβαια. Κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα και τη σχέση μας. Μα σ αυτή τη φάση της ζωής μου δεν πέφτω σαν καταιγίδα. Είμαι μόνο ψιλόβροχο. Μόνο μια θαμπή φλόγα, που δεν μπουρλοτιάζει και δεν καίει κανέναν. Είναι αδύναμη. Είμαι αδύναμη. Αλλά δεν το παραδέχομαι μπροστά σε κάποιον που μόλις γνώρισα. Ούτε καν σε εκείνον που γνωρίζω καιρό, στον συγκεκριμένο που έχει όνομα, επώνυμο, φάτσα και ηλικία. Και είναι το ίδιο αδύναμος με εμένα.
Δεν κατηγορώ κανέναν ούτε καν αυτόν που είναι η πηγή της μελαγχολίας μου. Μόνο ο νους μου φταίει, κι η καρδιά μου.


Καθόμουν σ εκείνο το καφενείο που καθόμασταν μαζί κάποτε. Φορούσα ένα μπεζ φόρεμα και μπεζ μπότες. Ηπιαμε κρασί κι είχε μαζευτεί η παρέα ολάκερη, γιατί κάποιος αναχωρούσε για την Ιταλία για ένα εξάμηνο. Εκείνο το βράδυ, θυμάμαι, ότι ήταν η πρώτη βραδιά της επίσκεψεως σου. Είχα μαγειρέψει από νωρίς. Σε περίμενα. Κι ήρθες νωρίτερα. Με βρήκες απροετοίμαστη. Γέλαγες. Εδιωξα τον Β. από το σπίτι, φάγαμε, ντύθηκα και πήγαμε στο καφενείο. Αφού καθόσουν δίπλα μου, είχα βαρεθεί τους πάντες. Εσύ μιλούσες με τον αγαπημένο μου Α. και ζήλευεις τον Π. που θα έφευγε. Διασκέδαζα που ζήλευες κι εσύ μία φορά εμφανώς. φύγαμε κι ύστερα πέσαμε ξεροί και μεθυσμένοι στο κρεβάτι για ύπνο. Οσον καιρό είμαστε χώρια, μ έχουν αγκαλιάσει κατά καιρούς διάφοροι. Αλλά δεν μπορώ να κοιμηθώ. Επειδή με πνίγουν. Ενώ μαζί σου μπορούσα να κοιμηθώ. Ακόμα κι αν μου έπιανες όλο το κρεβάτι.


Αλλά τι θα γίνει τέλοσπάντων με αυτές τις αναμνήσεις; Βαρέθηκα να ξεπροβάλλουν οι εικόνες μπροστά μου. Πάντα προσωρινά γίνομαι καλά. Συνήθως είμαι καλά για 2 βδομάδες. Μετά ένα σαββατοκύριακο σε θρηνώ. Μετά θυμώνω και λέω δεν αξίζεις. Ναι, αλλά δεν έχει σημασία. Ο πόνος είναι πόνος.

Θυμώνει η μάνα μου. Δε ξέρει τι βιώνω. Η φίλη της η Μ. μιλούσε μαζί μου και είδε πέρα απ τη μύτη της. Πέρα από τα όσα έλεγα. Είπα ότι είχα σκεφτεί στιγμιαία και παρορμητικά κάποτε όταν με έγραφες ότι η μόνη λύση είναι είτε να σε σκοτώσω είτε να σκοτώσω όλο το γυναικείο πληθυσμό πλην εμού, ώστε να μείνεις για πάντα μαζί  μου. Γούρλωσε τα μάτια της η μάνα μου. Η φίλη επενέβη. "Εϊναι λογικό της, είπε, στα  πάθη συμβαίνουν αυτά". Υστερα γύρισε σε εμένα και μου είπε. Αυτό δεν είναι έρωτας. Εϊναι πάθος. Χωρίς το πάθος της λεω, δεν μπορώ να βιώσω τον έρωτα. Ο έρωτας μόνο βία είναι.

και το σεξ, για τις γυναίκες είναι βία. Επιτρέπεις στον άλλον να "παραβιάσει" τον προσωπικό σου χώρο. Γι αυτό οι γυναίκες δεν κάνουμε τόσο εύκολα σεξ όσο οι άντρες. Αυτοί δεν ριψοκινδυνεύουν τίποτα. Αδειάζουν το σπέρμα τους μόνο, για να τους φύγει ο πονοκέφαλος. Τελοσπάντων.

Εχω χάσει τη ροή της σκέψης μου. Είμαι ξαπλωμένη σχεδόν στον καναπέ. Λέω να μη πιώ πολύ τσίπουρο. Ηθελα να πάω σε μία θεατρική παράσταση του συλλόγου. Δεν πήγα. Βαρέθηκα. Εφαγα και άραξα. Σκέφτηκα όλα αυτά και άλλα χειρότερα. Τα έγραψα μήπως και βγει μία άκρη. Είμαι παγωμένη όμως. Και τώρα βούρκωσα. Οπότε καληνύχτα.



Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

προιούσης της νυχτός, η λογική αποθνήσκει γαρ.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Αναπόληση.

Ημέρα Πέμπτη, ημέρα αγαπημένη, ανάμεσα σε Παρασκευή βράδυ και Σάββατο πρωί.
Στη συνάντηση της οδού Αφεντούλη και Εθνικής Αντιστάσεως μια ευωδία συναντώ,
μοιάζει άρωμα φύσης από λεμονιές, γιασεμιά και χημική ευωδιά, που αντρικό κορμί θυμίζει.

Αρωμα λεμονιού, γνώριμο μοιάζει, θυμίζει εσένα, τότε που ευλαβικά προσκυνούσα στο βωμό του κορμιού σου.
Κι ύστερα μια γεύση λευκού κρασιού έρχεται στο νου μου και νομίζω πως τη γεύομαι.
Πηγαίνω στο διπλανό οινοπωλείο.
Αγοράζω το κρασί που κατά τύχη πίναμε μαζί.
Πώς τα φέρνει, κοίτα, η ζωή ;
Να γεύομαι κάπου εδώ την ίδια γεύση που είχα μαζί σου.
Κι ύστερα από τη μνήμη ανασύρεται η δική σου γεύση.
Οι αναμνήσεις γύρω πηγαινοέρχονται
κι η λογική περιττεύει και δεν χωράει στο δωμάτιο.
Ούτε κι εγώ χωράω στο δωμάτιο  αυτό, των σκέψεων.
Μια μακρινή πια ανάμνηση κι Εσύ.
Ξεπέρασα την έννοια του παρελθόντος χρόνου.
Τώρα πια μονάχα οι αναδρομές είναι σωτήριες.

Καληνύχτα.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Σύστημα

" όταν συνηθίσεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις"


Ο άνθρωπος συνηθίζει καταστάσεις.
Συνηθίζει το αποτρόπαιο θέαμα στα νοσοκομεία.
Συνιθίζει τους χτυπημένους ανθρώπους  που είναι μελανοί από τους μώλωπες.
Αν εκθέσεις τον εαυτο σου μία μέρα σ ένα νοσοκομείο,
τότε στο τέλος το θέαμα δεν θα φανεί καθόλου σκληρό.
Θα είναι για σένα μία συνηθισμένη εικόνα.
Καμία αίσθηση  σπαραγμού δεν θα σου γεννιέται.

Και την ανθρώπινη φύση, η οποία ανοσοποιείται  σε ερεθίσματα δια της έκθεσης, την ξέρουν καλά όλες αυτές οι εξουσίες, που κρατούν ρομφαία πάνω στο κεφάλι μας.
Καθημερινά μας εκθέτουν στην ανεργία, στην φτωχοποίηση, στον ανελέητο ατομισμό,
σε εικόνες αστυνομικής βίας, σε φαιδρές εκπομπές όπου διάφοροι αγράμματοι αρθρώνουν λόγο πολιτικο.
Και κάπως έτσι ο άνθρωπος  παύει να οξύνει το νου του και
μυείται στην αυτοταπείνωση και στην αυτολύπηση.
Γίνεται όμως ένα καλό ρομπότ, ένα καλό στρατιωτάκι,
που εκτελεί εντολές δίχως καμία ικανότητα σκέψης,
δίχως ίχνος συναισθήματος.

Εσύ πόσο ευέλικτος έγινες σήμερα  ;

Διαπιστωσις.

Εχω υποκύψει στην αμαρτία.
Κι είμαι βουτηγμένη ως το λαιμό σ΄ αυτήν.
Κι ούσα αμαρτωλή ουδεμία σωτηρία διαβλέπω.
Ούτε πια και την ελπίζω.
Έτσι κι αλλιώς η χώρα μου πια είναι η έρημος.

Ο χρόνος κυλάει:
Άλλοτε γρήγορα,
Άλλοτε νωχελικά.
Δε συνειδητοποιώ πια τις εποχές.
Εξάλλου δύο εποχές ήξερα μόνο:
Με έρωτα και χωρίς έρωτα.
Τώρα σιγουρότατα διανύουμε την εποχή της τραγωδίας.
( είτε με έρωτα, είτε και χωρίς έρωτα).

Αβυσσαλέα Απώλεια, τι να μ' έμαθες άραγε;

Υπουλη είναι η μοναξιά,
στα τάρταρα του κόσμου σε ρίχνει.
Kι η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί.

Συν-ουσία.

Πορνογραφία, σημαίνει  συνουσία
Συνωμοσία στο φως των αστεριών"
Αρης Δαβαράκης

Συνουσία: Συν και ουσία.
ΤΙ όμορφη ελληνική λέξη.
Αλήθεια, δεν είναι υπέροχη ;
Να δίνεις απλόχερα την ουσία σου,
να απολαμβάνεις την ουσία του άλλου.
Κι αυτές οι δύο ουσίες να υπάρχουν έστω για μία στιγμή ταυτόχρονα
στον κόσμο αυτόν.
Κι είναι η μοναδική στιγμή που συνενώνονται οι ανθρώποι,
που δύο μικρόκοσμοι συναντιούνται,
ώστε να καταρρίψουν τον Θάνατο,
και να γεννήσουν μία Ζωή.
Θαυματουργική είσαι, Φύση!
Κι έχεις τον τρόπο Σου, Eσύ,
την ευτυχία να προσφέρεις.

Ανεπίδοτη Επιστολή

Αγαπητέ Βασίλιεφ,
Βασίλιεφ Κάρλοβιτς,

Σας γράφω ακόμα μία επιστολή που δε θα διαβάσετε ποτέ. Βασίλιεφ, συγχωρέσετε μου ετούτη την κρυψίνοια και την εσωστρέφεια, αλλά τολμώ να πω ότι φαίνεστε ασταθής ως προς τα συναισθήματά σας για μένα. Παίζετε, θαρρώ, το παιχνίδι των κυνηγών του δάσους. Με κυνηγάτε κι όταν πιαστώ και υποκύψω στις παγίδες σας, τότε με αιχμαλωτίζετε για λίγο, για τόσο όσο χρειάζεται, ώστε να μου ρίξετε τις αντιστάσεις, κι ύστερα πάλι μ' αφήνετε ελεύθερη. Κι έπειτα εσείς ξεκινάτε για άλλον έναν περίπατο κυνηγιού.

Θα αναρωτιέστε βέβαια ποιο το είδος της παγίδας που χρησιμοποιείτε. Μα κύριε Καρλοβιτσ, δεν είμαι ανισόρροπη. Κοιτάξτε το πρόσωπο σας στον καθρέφτη και  θα αντικρίσετε καθαρά τις δύο δόλιες παγίδες σας να φεγγοβολούν μέσα στο σκοτάδι του δωματίου σας.
Τα μάτια σας, το κορμί σας και συλλήβδην η ύπαρξη σας μαγεύονται από το παιχνίδι της διεκδίκησης, Κυριεύεστε από τη μαγεία που προσδίδει στη ζωή σας η κατάκτηση. Κι όμως συνεχίζετε αυτό το ανόητο ειδύλλιο μαζί μου. Ω, ναι! Μη θυμώνετε, Βασίλιεφ! Γνωρίζω ότι κι εγώ έχω συναινέσει σ' αυτήν την ερωτική ασάφεια, καθώς εμμένω στην άποψη μου περί ελευθερίας, αντιεξουσιαστικής υπόστασης των αισθημάτων και έλλειψη κτήσης σε ξένα κορμιά. Οσο περιπλανιέστε εσείς, Βασίλιεφ, άλλο τόσο περιπλανιέμαι κι εγώ στον κόσμο των σωμάτων.

Όμως, μάλλον το ταξίδι μετατρέπεται σε μία παρόμοια και κοινότοπη διαδρομή. Εχει χάσει πλέον το στοιχείο του αιφνιδιασμού και τα συναρπαστικά τοπία έχουν πια εκλείψει: Γύρω ήρεμες λίμνες ή θάλασσες που ουδέποτε φουρτουνιάζουν, βαρετά σπίτια, χλιαρά κρεβάτια. Μοιάζουν όλα να κινούνται στον ρυθμό της αέναης επανάληψης. Κουραστικός είναι ο ρυθμός της μονότονης μουσικής.
Ωστόσο, η μουσική του κορμιού σας αντηχεί σαν τους ήχους της πιο καλά προετοιμασμένης κλασικής ορχήστρας. Περιέχει μελωδίες που διαφέρουν μεταξύ τους, ήχους φερμένους από μία άλλη γη.

Λοιπόν, Βασίλιεφ, ακούστε:
Άνυδροι και ανήλιαγοι χειμώνες πέρασαν για μένα. Κρύα Κυριακάτικα πρωινά, αδέσποτες νύχτες δίχως θέρμη καμία ή  και άλλες με ημίθερμα αισθήματα. Βαδίζω βυθισμένη στη θλίψη, αναμετρώντας αναμνήσεις από την εποχή που οι κοιλάδες ήταν εύφορες και η άνοιξη έφερνε μαζί της εξαίσιες μυρωδιές. Τόσος καιρός επέρασε που η καρδιά έχει σφραγιστεί και το δέρμα μου πια δεν αντιδρά. Μόνο η ομορφιά Σας, Βασίλεφ, αποτελεί παυσίλυπο. Ω, Ναι! Η ομορφιά Σας, Βασίλιεφ, μπορεί να με σώσει από την κόλαση και να με ωθήσει στον Παράδεισο.

Μόνο η ομορφιά σας θα μπορούσε να αναστήσει την δύσμορφη καρδιά μου. Κι εσείς, βέβαια, δεν αντιλέγω. Μου προσφέρετε το βλέμμα σας, τα λεπτά σας χέρια, τα μεγάλα μάτια σας κι όλο ετούτο το κορμί, το καμωμένο από αγγέλους. Ωστόσο, Βασίλιεφ, δεν είστε γενναιόδωρος μήτε σε κορμί μήτε και σε αίσθημα. Ας είναι! Παρ όλα αυτά σας ευχαριστώ που θεραπεύετε, έστω  και προσωρινώς, ετούτη τη μελαγχολία.

Σύνθεσις

Έχεις την κατάλληλη δόση κυνισμού:
Αποτελείσαι από αδιάφορα στην τρυφερότητα κύτταρα.
Γνωρίζεις μονάχα τη λαγνεία.
Αδηφάγα ρίχνεσαι στην πάλη των εραστών.
Άπιαστος κι αδέσποτος,
πουθενά δε προσφέρεις τη καρδιά σου.
Μονάχα τη τέχνη σου απλόχερα χαρίζεις.

Έχεις όλα τα χαρακτηριστικά του ερωτεύσιμου τέρατος.
Είσαι άλλος ένας άνθρωπος έτοιμος να με κατασπαράξει,
για να ικανοποιήσει τις εγωιστικές του επιθυμίες.
Όμως, αυτή τη φορά δε θα υποκύψεις, Σώμα.
Μην αυτοεξαπατηθείς για άλλη μία φορά.

Προτροπή.

Συγκρατήσου, είπα, Σώμα.
Δεν είναι καιρός για καινούριους κατακλυσμούς,
μήτε για νεοφερμένα δάκρυα
μήτε για νέες πληγές.
Εχουμε αλλάξει εποχή, είπα, Σώμα.
Συγκρατήσου.

Τώρα είναι της σποράς ο καιρός
κι όχι του θερισμού η εποχή.
Τώρα πια χρόνο δεν έχεις για άλλες καταστροφές,
ούτε απόθεμα δύναμης αρκετό έμεινε στις αποθήκες Σου.
Την τυφλή σου υποταγή ζητάω, Σώμα,
στην ιέρεια της Λογικής.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Καταχωρήθηκε: Μη απεσταλμένα.

Iωάννη   Σ. Σταματίου
άλλοτε Winnie,
άλλοτε ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ,

 Σήμερα ήταν  ένα  συνηθισμένο μουντό πρωινό Δευτέρας, σαν όλες τις Δευτέρες: Βαρετό και ασφυκτικό. Τακτοποιούσα χαρτιά, όταν είδα στο γραφείο ένα αρχείο από το Σύστημα Ελληνικών Διατριβών. Και τότε μου ήρθε η ιδέα να ψάξω το δικό σου έργο και προς μεγάλη χαρά μου το βρήκα. Το άνοιξα. Στην πρώτη σελίδα έστεκε μία παράγραφος από τον Τρυποκάρυδο του Τομ Ρόμπινς. Θυμάμαι εκείνο το βιβλίο. Σου το είχα δώσει εγώ. Μου το είχε προτείνει κάποτε ένας φίλος.
-Λι Τσέρι, έλεγες, έλα να σ' αγκαλιάσω. Τρυποκάρυδε, έλεγα, στις διαταγές σας. -
Τα συναισθήματα μου ήταν ανάμεικτα. Ενιωσα απερίγραπτη χαρά για σένα. Το όνειρο σου πραγματώθηκε επιτέλους μετά από τόσους κόπους,  μετά από τόσες αγωνίες, από τόσα ξενύχτια, μετά από τόσους προβληματισμούς και ερωτήματα.- SDE μωρό μου, SDE σου έλεγα. Γελαγα μαζί σου και με τις εξισώσεις σου. Συνεχώς σε πείραζα κι εσύ, αγάπη μου, γελούσες δυνατά κι ύστερα μ' αγκάλιαζες- , Μόνο εγώ ξέρω εκ βαθέων τις ανησυχίες σου και τις αγωνίες σου, καθώς γνωριστήκαμε εκείνον τον λαμπερό Αύγουστο που θα γινόταν για σένα η αρχή της ακαδημαϊκής σου τίνι τρόπω καριέρας κι εμένα η αρχή της γυναικείας μου ζωής. Εύχομαι και ελπίζω, όταν θα διάλεξες τον Τομ Ρόμπινς για προοίμιο να σου πέρασαν έστω για μία στιγμή από το νου τα μάτια μου, αυτά που τόσο θαύμαζες άλλοτε. - Αλλά τα πίκρανες και κλαίνε-
Η χαρά με πλυμμυρισε. Χάρηκα ολότελα για Σένα, κι ας με σημαδεύεις ακόμα. Η ζωή θα πρέπει να σταθεί γενναιοδωρη μαζί σου, επειδή το αξίζεις. Το αξίζουν οι καθαρές καρδιές σαν Εσένα. Δεν έχω γνωρίσει άλλον ανθρωπο  πιο αθώο, πιο καλόκαρδο και πιο γλυκό από εσένα. Η παιδικότητα σου πρέπει να αμειφθεί. Εύχομαι μόνο να παραμείνεις για πάντα ένα ψηλό, ξανθό παιδάκι, με αυτά τα αθώα μάτια και το αθώο γέλιο σου. Εύχομαι πόρτες να ανοίξουν και στις Ευρώπες και στις Αμερικές και στις Κίνες κι οπου άλλου θες, αγάπη μου.  Εύχομαι Να πιάνεις μολύβι και να ΄γράφεις θεωρήματα, να γεννάς ιδέες ενδιαφέρουσες, να ευοδωθούν τα όνειρα σου, αγάπη μου.
Τόσα συνέβησαν αναμεταξύ μας. Κι όμως, όσες κουβέντες βαριές κι αν είπα, Σ' αγαπησα και Σ' αγαπάω ακόμα με έναν τρόπο, γιατί εύχομαι τα καλύτερα για εσένα.
Μα η χαρά αντικαταστάθηκε με νοσταλγία, θλίψη και πόνο στο αντίκρυσμα της διατριβής σου. Συνέβησαν τα καλύτερα για σένα κι εγώ δεν ήμουν εκεί να χαρώ μαζί σου. Μου αφαίρεσες το δικαίωμα να μοιραστώ την χαρά σου. Θα έβαζα τα καλά μου, θα πήγαινα κομμωτήριο και θα φούσκωνα από περηφάνια. Δικαιωματικά, θα έπρεπε να με καλέσεις. Γιατί όσα χρόνια μελετούσες ήμουν εκεί κάπου κοντά σου. Σε βρήκαν, αγάπη μου, τα όμορφα κι εγώ έλειπα. Κι αυτό με πόνεσε.
Ασε όμως όλα τα θλιβερά.
Περήφανη είμαι για σένα, αγνή μου ψυχή και βιβλική μου μορφή.

Σ' αγαπώ, να προσέχεις.

Υ.γ Θέτω το όνομά Σου στο κείμενο, μήπως και googlarωντας το δεις και το διαβάσεις.
Κι αν το διαβάσεις ετούτο το γράμμα, άφησε ένα μονάχα σημείο ζωής.

Υγ 2 . Θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη. Και πόνο. Αντίο.

Πάντοτε Δική Σου,
 Ρόρη  ή
αρκουδάκι.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Στους απόκληρους.

Τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου τραβιούνται στους ψυχιάτρους,
παίρνουν ψυχοφάρμακα ή ναρκωτικά  ή το ρίξανε στο αλκοολ.
Οι πιο καλοί μου φίλοι δεν αντέξανε το κόσμο αυτό, που μια για πάντα έχει εκδιώξει την ευαισθησία.
Οι καλύτεροι μου φίλοι ακροβατούν ανάμεσα στον θάνατο και στη ζωή.
Ξυπνάνε κάθε μέρα, για να πεθαίνουν κάθε βράδι από τις καταχρήσεις.
Οι καλύτεροι μου φίλοι ζητάνε ένα χέρι να τους σηκώσει από το βούρκο,
ζητάνε μία αγκαλιά για να νιώσουν ασφαλείς μέσα της .
Αντί αυτής τρύπια χέρια τους αγγίζουν,
τρύπιες καρδιές τους πλησιάζουν.
Αδειάσανε από όνειρα, αδειάσανε από στόχους.
Λιώσανε μέσα στη θλίψη, μέσα στην παράφορη εξάρτηση τους.
Στοιβάζονται στα συσσίτια, γιατί δε βρήκαν καμία δουλειά της προκοπής.
Οι απόκληροι βλέπετε, εξ ορισμού ζουν στο περιθώριο.

Οι καλύτεροι μου φίλοι δικάζονται στα πλημμελειοδικεία για κλοπές ευτελούς αξίας,
επειδή κλέψανε πακέτα από τσιγάρα και ουίσκια από τους μεγαλοεπιχειρηματίες,
επειδή είναι παράνομοι. Ετσι ,λεει, ο εισαγγελέας. Είναι, λεει, παράνομοι και τιμωρούνται για εγκλήματα που τέλεσαν από δόλο.
Κύριε Εισαγγελέα, σκέφτηκες ποτέ τι θα γινόσουν χωρίς  τη μάνα  σου και πατέρα σου; Χωρίς ανθρώπους να σε στηρίζουν; Χωρίς χαρά; Το σκέφτηκες ποτέ ; Ψιλά γράμματα. Φουσκώνεις μέσα στο σακάκι σου και στη σφιχτή σου γραβάτα . Δε σε απασχολούν οι τσαλακωμένοι. Δεν είναι αθώοι. Πληρούν ποινικές υποστάσεις εγκλημάτων του ποινικού κώδικά.
Γιατί ο ποινικός κώδικας δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τον εξαθλιωμένο;
Οι νόμοι σας είναι μόνο για τους ισχυρούς.
Κι οι λοιποί ανυπεράσπιστοι πολίτες σέρνονται στα δικαστήρια
κι έχουν δήθεν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου.
Και ύστερα ας συζητήσουμε για τον δήθεν νομικό μας πολιτισμό.

οι καλύτεροι μου φίλοι δεν αντεξαν την πραγματικότητα που τους επέβαλαν: Δουλειά, σπίτι, συμβατικές σχέσεις για να μη παραμείνεις μόνος στα γέραματα, τέχνη με δόσεις κάθε σαββατοκύριακο για να είναι και καλλιεργημένοι και να  μπορούν να σταθούν σε μία συζήτηση.
 Οι φίλοι, βλέπετε, παρα ήταν τρυφεροί, παρά ήταν ρομαντικοί, κι η πραγματικότητα σκληρή, πεζή και ανυπόφορη.
οι καλύτεροι φίλοι μου ερωτεύτηκαν παράφορα, αλλά ο έρωτας τους έληξε με άδοξο τρόπο. Τους παράτησαν γυμνούς στην άκρη του δρόμου. Πάνω που πίστευαν ότι θα κάνουν λίγο πιο υποφερτή τη ζωή του με κάποια παρέα, πάνω που είχαν πιστέψει ότι καποιες φορές η ζωή είναι καλύτερη από τις παραισθήσεις τους. Πάνω εκεί τους εγκατέλειψαν όλοι. Πετάχτηκαν στους δρόμους, γιατί δεν είχαν για το νοίκι. Οι φίλοι τους ξέχασαν, γιατί γίνανε φορτικοί σ αυτούς ή γιατί δεν άντεχαν να τους βλέπουν να καταστρέφονται.
Τους έχουμε ξεχάσει κι εμείς, ακόμα κι εγώ που τώρα γράφω γι αυτούς. Τους κοιτάζω στα πεζοδρόμια, τους προσπερνάω με παγερό βλέμμα και δεν δίνω καμία σημασία. Μόνο κάποιες φορές περνάνε από το μυαλό μας περιστασιακά.
οι καλυτεροι μου φίλοι, δεν είναι πιο φίλοι μου.
Εχουν εξαυλωθεί.
Είναι κλεισμένοι στα ψυχιατρεία κι αν δεν είναι κλεισμένοι εκεί μέσα, παραληρούν ελεύθεροι πάνω σε κρεβάτια άδεια ή πάνω σε μπαρ γεμάτα με διάφορους άλλους ανθρώπους μόνους. Οι καλυτεροι μου φίλοι βρίσκουν συνεχώς ερωτικούς συντρόφους της δεκάρας, ίσα ίσα να περάσει η βραδιά τους.
Οι καλύτεροι μου φίλοι φαίνονται σαν όλα αυτά τα παρεξηγημένα κορίτσια με τα εξτένσιον και την πλατίνα ή σαν εκείνα τα αγόρια με τα φαρδιά ξεσκισμένα παντελόνια και τα μακρια μαλλιά. Οι καλύτεροι μου φίλοι είναι απόκληροι. Δεν τους θέλει κανείς. Ούτε κάν εγω. Γι αυτό ζουν μέσα στην απέραντη μοναξιά.
Κι όμως ήταν καλά παιδιά  ρε γαμώτο.





Σημείωση.

Φταίω εγώ που βιαστικά επένδυσα στην αγάπη σου.
Από την αρχή βιάστηκα να πιστέψω ότι είσαι ο ανθρωπος μου,
ότι είσαι η μάρκα μου.
Και σου χάρισα όλη την τρυφερότητα του μέσα μου κόσμου,
κι ήμουν ευάλωτη μπροστά σου και γυμνή.
Κι εσύ απ' όλα αυτά δεν κατάλαβες τίποτα.
Και δε θα καταλάβεις ποτέ τίποτα.

Θα θυμάσαι άραγε αυτό το γυάλινο κορίτσι ;
Ε ; Θα με θυμάσαι ποτέ;
Σαν κάποια με τα μελαγχολικά μάτια
και το φωτεινό χαμόγελο, έτσι με περιέγραφες.
Το κορίτσι μου, έλεγες, είναι μελαγχολικό, αλλά γελάει πολύ.
Θα θυμάσαι ποτέ αυτό το κορίτσι που το  έκανες γυναίκα
κι ύστερα το έσπασες σε χιλιάδες μικρά κομματάκια;
Και τώρα πια δεν είναι αθώο,
είναι καχύποπτο, σκληρό, κυνικό.
- κυνικό και κακοπαθημένο. -
Θα με θυμάσαι ποτέ;
Είπες ότι θα είμαι για πάντα το αρκουδάκι σου.
Τώρα πια τα γράμματα μου θα κείνται στο συρτάρι με τα απομεινάρια του παρελθόντος.
Τώρα πια η σχέση μας  μεταφέρθηκε σε χρονο παρελθοντικό.
Δε ζει δηλαδή πια. Εχει πεθάνει, αφού 'ότι πέρασε είναι νεκρό.
Κι όλες οι λέξεις που σου είχα γράψει, που ήταν τρυφερές και πικρές, κι άλλοτε ερωτευμένες, κείνται στον τάφο μαζί με τα άλλα θυμητάρια.
Θέλω να τρέξω σπίτι σου να βγάλω τα γράμματα μου από το συρτάρι.
Δεν θέλω να με θυμάσαι όπως όλες τις άλλες.
Εγώ είμαι το γυάλινο κορίτσι.
Το κορίτσι αυτό το αφελές που σε αγάπησε μέχρι το τέλος,
δίχως κανέναν όρο.

Θα με θυμάσαι άραγε καμιά φορά;
Σαν κάποια που σ' αγάπησε πολύ ;
Ε; Θα με θυμάσαι;

Βγάλε τα γραμματα μου από το συρτάρι.
Τ ώ ρ α.
Το γυάλινο κορίτσι θυμώνει, λυπάται πολύ, κλαίει.
Βγάλε τα γραμματα μου από το συρτάρι
κι ας μη με θυμάσαι ποτέ.
Δεν με νοιάζει.
Αλλά βγάλε τα γράμματα μου από το συρτάρι.

ΤΟ γυάλινο κορίτσι.

Το ραντεβού

Αν θέλεις να με βρεις, να έρθεις στη γειτονιά μου.
Δε κάνω βήμα για σένα πια.
Κάθομαι ήσυχα ήσυχα στο κρεβάτι μου
και δεν σηκώνομαι για κανέναν.
Ούτε το τηλέφωνο έχω σκοπό να σηκώσω.
αλλά επειδή φοβάμαι τον αυθορμητισμό που με διακατέχει,
φρόντισα και γι αυτό.
Είναι κλειστό το τηλέφωνο.
Επικαλούμαι δήθεν βλάβες, ώστε να γλυτώνω από τη φωνή σου.

Αν θέλεις να με βρεις, να πάρεις τ' αμάξι και να κατέβεις στις γειτονιές της θάλασσας.
Δεν κάνω κανέναν βήμα για σένα.
Αρκετά βήματα έκανα και για σένα και για όλους.
Όμως, τώρα τα πόδια μου είναι κουρασμένα,
το κορμί μου μουδιασμένο,
το μυαλό μου θολωμένο.

Κι αν θέλεις να με ξεθάψεις από εδώ κάτω,
να έρθεις αθόρυβα, να χτυπήσεις την πόρτα του δωματίου,
να σου ανοίξω με ανακατωμένα μαλλιά και φαρδιά αντρικά ρούχα,
να σκουπίσεις τρυφερά με τα χέρια σου τα δάκρυα από τα μάτια μου
κι ύστερα να με φιλήσεις τρυφερά, μήπως και τινάξεις τη σκόνη από πάνω μου.
Γιατί είναι τοσο μεγάλο το στρώμα της σκόνης που με σκεπάζει,
που πρέπει να σκάψεις βαθιά, ώστε να βρεις αυτό το κουφάρι που με περιέχει.
Κι όταν θα το βρεις να προσέξεις πως θα το αγγίζεις,
πονάει παντού, είναι διάτρυτο, πάνω του έχει πληγές από κάψιμο τσιγάρων, από περασμένες ένδοξες στιγμές.
- γιατί η αγάπη ποτέ δεν είναι ανώδυνη-
ξέθαψε με, αγκάλιασέ με σφιχτά, τόσο ώστε να ενωθούν τα σπασμένα κομμάτια,
φίλα με, αποπλάνησε με.
Ισως έτσι καταφέρεις να με σώσεις. Κι ίσως έτσι καταφέρεις να σωθείς κι εσύ.

Μα αν θες να με βρεις, πάρε τ' αμάξι και  έλα εδώ κάτω, στο άδειο αυτό δώμα.
Γιατί για σένα πια, εγώ κανένα βήμα δεν κάνω.
Κουράστηκα να βαδίζω στις διαδρομές σου και στις βόρειες χώρες σου.
Επέστρεψα τώρα.

Αν θέλεις, έλα να με βρεις.
Αλλιώς δεν έχει άλλο φιλί,
μήτε άλλη σάρκα.
Τέλεψε κι αυτή πια.
Εγινε ομίχλη πυκνή.
Δεν είναι  πια εφικτό να την αγγίξεις.



Κυριακή

Ο καφές μάλλον είναι η πιο έξυπνη και χρήσιμη εφεύρεση.
Είναι υπεύθυνος που ξυπνάς κάθε πρωί από την ταλαιπωρία του ύπνου και των ονείρων, για να βυθιστείς σε μία νέα ταλαιπωρία της νέας ημέρας.

Πρωινό Κυριακής:

Είσαι καθηλωμένη στο κρεβάτι, ήθελες να βρέχει έξω, να ταιριάζει τουλάχιστον ο ουρανός με τη βροχερή καρδιά σου,αλλά δε βρέχει. Αντίθετα, ο ήλιος θρασύς κυκλοφορεί στον ουρανό, η μέρα λαμποκοπάει. Σηκώνεσαι στις 11 με το ζορι, πηγαίνεις στη κουζίνα, φτιάχνεις τσάι και τόστ γαλλικό.

- το πρωινό που τρώγαμε και μαζί ; Θυμάσαι ;
Να σου φτιάχνει άραγε κι εκείνη το ίδιο πρωινό ;
Ελπίζω να μη σου φτιάχνει τίποτα άλλο εκτός από έναν καφέ σκέτο.
Αφού δεν έχω κανεναν άλλον να φροντίσω, θα φροντίσω τον εαυτό μου.
Αλλά και να είχα κάποιον να φροντίσω, ποτέ δεν θα το έκανα με την ίδια χαρά που θα φρόντιζα εσένα. -
Ξαναγυρνάς στο κρεβάτι, σκεπάζεσαι με το πάπλωμα., χαζεύεις  ώρες μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή, ανοίγεις το facebook, ανοίγεις τηλεόραση, ανάβεις το ραδιόφωνο, διαβάζεις ποίηση πρωί πρωί Κυριακής. Σκέφτεσαι να σηκωθείς.

Αποπειράσαι να σηκωθείς μετά από δύο ώρες, να πλύνεις τα πιάτα. Πρέπει να καθαρίσεις επιτέλους αυτό το αχούρι. Και να μαζέψεις τα άδεια μπουκάλια από αλκοόλ που κείνται τριγύρω. Πρέπει να μαζέψεις και τα ρούχα, το κόκκινο σακάκι πεταμένο πάνω στον καναπέ, κάτι γόβες που φόραγες παριστάνοντας την σοβαρή κείνται πάλι στη μέση του δωματίου, στο χωλ - τσάμπα τα τόσα λεφτά που έδωσε η μάνα σου , σκέφτεσαι, τι τις πήρα εγώ τις γόβες; Αφού δεν τις αντέχω τόσην ώρα! Δε βαριέσαι, λες, για μία στο τοσο είναι τουλάχιστον υποφερτές. -
Πρέπει να κάνεις και φασίνα, και να μπει και μια τάξη σ αυτό το χάος. Ναι, Πρέπει. Πρέπει. Μπλα, μπλα, μπλα. Από το βάθος του μυαλού σου ακούς τις συμβουλές της μάνα σου περί νοικοκυροσύνης.
Έβαλες ρεβίθια στο νερό, για να μαγειρέψεις για τη Δευτέρα που θα λείπεις όλη μέρα. Δεν έχεις καμία όρεξη να σηκωθείς από το κρεβάτι. Έκλεισες και το κινητό, μη τυχόν και σε ψάξει κανείς. Δεν θες κανέναν σήμερα, τέτοια Κυριακή παράξενη.
Με το ζόρι πας στην κουζίνα, μήπως πιεις καφέ. Έχεις καφέ, ελληνικό. Μόνο. Δεν πίνεις ποτέ καφέ σπίτι. Τις καθημερινές σηκώνεσαι από τις 7 και τρέχεις από το πρώτο λεπτό που ανοίγεις τα μάτια σου. Να ντυθείς σαν κυρία, σαν καθωσπρέπει σοβαρή γυναίκα, μετά να πάρεις κάτι εδώδιμο μαζί σου, ώστε να μη δώσεις λεφτά σε φαγί έξω, γιατί δεν βγαίνεις, οικονομικά δε βγαίνεις, μετά να κάνεις ένα τσάι να το πάρεις στο θέρμο, γιατί δεν προλαβαίνεις να το πιείς και το πίνεις στο αυτοκίνητο, στο δρόμο, στο τρένο, στο λεωφορείο. Ποτέ ήρεμα καθισμένη στην καρέκλα ή στο κρεβάτι. Αυτή είναι η ζωή σου. Το βράδυ γυρνάς εξουθενωμένη. Προετοιμάζεσαι για την επόμενη βαρετή, επαναλαμβανόμενη μέρα. Στο ενδιάμεσο μπορεί να διαβάσεις και τίποτα εκτός από την ¨" επιστήμη σου". Αν μπορείς, αν έχεις μυαλά να συγκεντρωθείς. Θα χτυπήσει κάποιο τηλέφωνο ενδεχομένως το βράδυ αργά. θα είναι αυτος ο αδιάφορος τύπος. Θα πείτε πέντε τυπικές κουβέντες. Θα κλείσετε συνήθως απότομα. Καληνύχτα.
Κάπως έτσι τρέχει η ζωή. Εσύ απέχεις. Πού είσαι; Τι κάνεις  ;

Είναι Κυριακή, τα ραδιόφωνα όλα μοιάζουν να έχουν συντονιστεί στην jazz. Ο καφές είναι σκέτος. Δεν πέτυχε πολύ. Έβαλες μάλλον πολύ νερό. ΤΟ τηλέφωνο σου είναι κλειστό. Το σταθερό. Χτυπάει το σταθερό. Δεν θα το σηκώσεις ;; . Οποιος με θέλει, ας έρθει να χτυπήσει πόρτες. Όχι άλλα τηλέφωνα. Βαρέθηκα τα τηλέφωνα.
Αυτή η Κυριακή θυμίζει κάτι από εκείνους τους κουραστικούς Σεπτέμβρηδες των εξεταστικών, που δεν ήθελες να σηκωθείς από το κρεβάτι, γιατι σε περίμεναν τόμοι να τους διαβάσεις και δεν είχες καμία όρεξη. Είχες διάθεση μόνο για ποίηση και για βόλτες και για παθιασμένους έρωτες ή για παραμύθια.

Μελαγχολική Κυριακή.
Δε ξέρω πια τι να την κάνω τη Κυριακή μου.
Κι εσύ να λείπεις από εδώ. Να 'σαι σε κάποια άλλη γη. Τόσο κοντά μου, μισή ώρα δρόμος, και τοσα εκατομμύρια μίλια μακριά απ' την καρδιά μου.
Σε κάποιον άλλον χρόνο τη Κυριακή βγαίναμε έξω, λίγο μετά τη 13.00." Ελα, αγάπη μου", έλεγες, "κουνήσου. Πρέπει να σε δει ό ήλιος. Δε γίνεται να είσαι όλη την ημέρα μέσα στο σπίτι ".
Γι αυτό σου λέω. Δε ξέρω πια τι να την κάνω τη Κυριακή μου.
Και τώρα τα ραδιόφωνα να κλαίνε, το σπίτι να ναι ακατάστατο, ο καφές σκέτος,
το κρεβάτι ζεστό, τα ρούχα πεταμένα στις καρέκλες, οι ντουλάπες ανοιχτές, η ρόμπα μου στο πάτωμα.
Θα φάω το ίδιο φαί με χθες. Δεν θα μαγειρέψω τίποτα για αύριο κι άσε τα ρεβίθια να σαπίζουν μέσα στο άφθονο νερό, όπως σαπίζουμε κι εμείς μέσα στη δίνη του ορθολογισμού. Ούτε θα καθαρίσω το σπίτι. Δεν θα κάνω τίποτα. Ας είναι τουλάχιστον το σπίτι αχούρι, αφού η ζωή μου διέπεται από τέτοια τάξη που δεν αντέχεται άλλο. Με φθείρει αυτή η τόση τάξη. Η πεζότητα της καθημερινότητας, η τακτοποιημένη ζωή, οι προβλέψιμες στιγμές, η ομοιότητα της καθημερινότητας με φθείρει.. Ακροβατώ σε σχοινιά μεταξύ λογικής και τρέλας. Θα ήθελα να πίνω από το πρωί. Κρατιέμαι. Δε θέλω να καταντήσω αλκοολική για πάρτυ σου. Αρκετά έπαιξα  για σένα, αρκετά έπαιξες με εμένα.

Δεν θα κάνω τίποτα σήμερα. ΄Το πολύ πολύ να αλλάξω σεντόνια στο κρεβάτι. Και ω τι κρίμα! Δεν θα έχεις λερώσει εσύ τα σεντόνια. Άλλη μια Κυριακή ήρθε.

Άλλη μια Κυριακή που λείπεις.

Άλλη μια Κυριακή που δε ξέρω τι να την κάνω.


Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

Εραστές

Σου ανεβάζω το αίμα στο κεφάλι μου λες.
Σε νευριάζω, λες.
Καλά σου κάνω.
Το κάνω συνειδητά,
για να μάθεις.
Να μάθεις με ποια έχεις να κάνεις.

Κενοί, ηλίθιοι, κάφροι, κυνικοί μου ερασταί,
πολλά δεν μας τα κάνατε ξαφνικά ;
Λίγη ανάγκη για στοργή δεν είναι ικανή να εξαγοράσει την ελευθερία μου ;
Κι όμως θα μπορούσε να είναι.
Και όλο υποχωρούσα, συνεχώς υποχωρούσα.
Οπότε θέλετε εσείς και όπως θέλετε εσείς να γίνονται τα πάντα.
Το κρεβάτι, οι βόλτες, τα ραντεβού.
Όλα κομμένα και ραμμένα στα δικά σας μέτρα.

και ξέρετε κάτι, ανουσια ανθρωπάκια;
Ξέρετε κάτι ;
Δεν σας έχω πια ανάγκη.
Δεν θα πάρω τη στοργή με δόσεις,
ούτε το φτηνό υποκριτικό ενδιαφέρον σας,
ούτε την φτηνή αποπνικτική αγκαλιά σας.
Δεν θέλω τίποτα από αυτά, μικρόψυχα ανθρωπάκια.

Και να αφήσετε τους εγωισμούς κατά μέρος.
Δεν θέλω άλλο εγωισμό,.
Δεν τον αποδέχομαι πια.
Εχω κι εγώ εγωισμο.
να ξαφνικά έδειξα κι εγώ τα νύχια μου.

Εβγαλα τα ρούχα μου,
ξάπλωσα ολόγυμνη στο κρεβάτι,
πονοκέφαλος, με πιάνει πονοκέφαλος.
Δεν αντέχω άλλο αυτή την καταπάτηση.
Μπαίνω για μπάνιο.
Καυτό νερό κυλάει στο σώμα.
Τρίβομαι καλά να σας ξεβγάλω όλους εσάς από πάνω μου.
ολους  τους υποτιθέμενους μοιραίους άντρες της ζωής μου,
όχι μόνο τους μοιραίους και τους τυχαίους.
Τρίβομαι καλά, να ξεγλυστρίσετε από το δέρμα μου.

Εγινα αόρατη πια, έγινα άπιαστη. Δεν μπορεί τίποτα να με αγγίξει. Το νέο δέρμα με θωρακίζει.

αντε γεια μαλακες, άντε γεια.

Μικρόψυχα ηλίθια ανθρωπάκια δεν είστε ικανοι ούτε το χέρι μου να αγγίξετε κανονικά, ούτε και τη ψυχή μου. Με λύσεις μεσοβέζικες, με μισούς έρωτες, με ηδονή σε δόσεις. Τίποτα.
τιποτα δε μπορείτε να δώσετε παραπάνω.
κι ούτε πρόκειται να ζητήσω.
βγάλω κι εγώ τα νύχια.
Αλλάζω κι εγώ δέρμα.

Και καμία ιστορία δεν μπορείτε να βιώσετε, άχρηστα ηλίθια ανθρωπάκια.
Μικρόψυχα μέσα στις αρετές σας.

Αντε γεια μαλάκες, Αντε ΓΕΙΑ.


Στους παράφρονες.

-"Να προσέχεις, φίλε, να προσέχεις να μη πληγώσεις το δάσκαλο,
εκείνον που σου γράφει, που σου εξιστορεί τα εσωτερικά του γεγονότα,
γιατί τουλάχιστον ο δάσκαλος έχει εσωτερικό κόσμο,
μέσα του πάντα επικρατεί το χάος.
Αυτοί όλοι οι μαλάκες με τους οποίους τραβιέσαι τι έχουν να σου δώσουν ;
Απάντα, , γιατί δεν απαντάς ;
 Δε ξέρεις τι να πεις έ ;
Και βέβαια τι να πεις ; ή μάλλον όχι, ξέρω, όλες αυτές τις δικαιολογίες σου και τις θεωρίες σου
περι πάθους σαρκικού. "

-"Όλα από το κρεβάτι αρχίζουν, κι όλα στο κρεβάτι τελειώνουν.
Ερωτας είναι έλξη. Ελξη ακατανικητη. Να τον ποθείς, Να λιώνεις για τον άλλον.
να μην μπορείς να ξεκολλήσεις το κορμι σου από πάνω του. ¨"

Κι όλο τούτο το λάγνο κατασκεύασμα, η λάγνα αυτή χημική ένωση, που σε οδηγεί στην τρελα κι αυτό είναι το μόνο βέβαιο, κάποια στιγμή θα λήξει.  Ναι, φιλς, έτσι είναι.
Τότε δεν θα έχει μείνει τίποτα να κάνεις. Τίποτα να πεις με τον άλλον. Τοτε θα τα μαζέψεις και τα φύγεις ή θα φύγει. Οποιος έχει το περισσότερο θάρρος φεύγει πάντα πρώτος. Ο άλλος απλά βολεύεται με αυτό το φευγιό. Πονάει στεναχωριέται. Αποκτά θέση θύματος, αλλά ξέρει. Το ξέρεις ότι δεν ήσουν θύμα, έτσι ; Ετσι μαλάκα;

Απάντα, γιατί δεν απαντάς ; Δεν έχει τι να πεις ε ; Βέβαια, μα και βέβαια τι να πεις ; Μπορεί να είσαι άδειος μέσα σου. Μπορεί τους έρωτες σου να τους βλέπεις σαν μία ακόμα ικανοποιήση του εγωισμού σου. Μπορεί να  αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους σαν έπαθλα. Γιατί ; Για να καλύψεις δικές σου ανασφάλειες. Γιατί δεν μιλάς ; Τα σκέφτεσαι ; Τα σκέφτεσαι όλα αυτά;

Με τον Δάσκαλο τι έγινε ;
Για να μην τον πληγώσεις δεν του δώσες ούτε μία ευκαιρία;
Ούτε μία ευκαιρία;

Εισαι καταδικασμένος, μαλάκα.
Θα αγαπάς κενούς ανθρώπους, άδειους,
που δεν θα αγαπούν εσένα.
Θα αγαπούν ίσως κάποια άλλη.
ή και καμία.
ή και κανέναν
ή και ούτε κάν τον εαυτό τους
ή μήπως μόνο αυτόν.
Τέτοιους ανθρώπους θα ερωτεύεσαι.
θα ναι πάντοτε άπιαστοι.
Κι όταν θα τους δείξεις πόσο πολύ τους θέλεις,
τότε θα είναι εκεινοι που θα φύγουν.
θα σε έχουν αλώσει και θα φύγουν.
Θα φύγουν. Στο λέω. Με βεβαιότητα. Από τώρα είναι φευγάτοι.
 Και το ξέρεις. Μη μου πεις ότι δεν στο πα.
Τσαλαβουτάς. Περιφέρεσαι άσκοπα στον κόμο των σωμάτων.
Το ξέρεις ; Το ξέρεις μαλάκα; Ασκοπα περιηγείσαι για να βρεις ηδονές μόνο σαρκικές.
Κατά τα άλλα θα είσαι μόνος σου. Πάντα μόνος σου.

Κι ας εκφραστείς. Θα εκφραστείς μπροστά σε ανθρώπους που δήθεν σε καταλαβαίνουν. Αλλά όχι. Δεν καταλαβαίνουν τιποτα. Τϊποτα σου λέω. Δεν έχουν νιώσει ποτε΄την καταστροφή του εγώ τους. Δεν έχουν φτάσει ποτέ κοντα στη τρέλα.
Πάντα λογικοί και ορθολογιστές συνεχίζουν να ζουν καθωσπρέπει. Και όλοι αυτοι είναι τα παραδείγματα της μάνας σου. Τα πρότυπα της. Σαν κι αυτούς πρέπει να γίνεις κι εσύ. Ναι, αλλά εσύ δεν είσαι αυτοι. Κι αυτοί δεν είναι εσύ.
Και δεν θα καταλαβουν ποτέ αν έχεις βάθος, αν έχεις αυτοκτονικές τάσεις, αν τα βράδια παραληρείς από τον ερωτικό πόνο και την απώλεια.
Ετούτοι εκεί έξω δεν μετράνει απώλειες, μόνο ανατικαταστάσεις. Βρίσκουν τον επόμενο άνθρωπο και καθαρίζουν. Καθαρίζουν, μαλάκα, το κατάλαβες;;;;;  Και ούτε θυμούνται τίποτα. Δεν θυμούνται καν τα χείλη του πρώτου κοριτσιού που φίλησαν, ούτε το όνομα της. Μετράνε αριθμούς.  συντάσσουν λίστες και μετράνε ερωμένες. Μετράνε γαμήσια.
Ολοι τους μετράνε γαμήσια. Κι εσύ τι κάνεις; Παραμένειες ένας αριθμός στα κρεβάτια όλων αυτών των  ορθολογιστών;;;;

-Ορθολογιστικά τέρατα. Σας μισώ. Αλλά σας ερωτεύομαι κιόλας. Κι αυτό είναι η πηγή του μίσους μου.

Τα μαλλιά σου, γαμώ το, τα μαλλιά σου μυρίζουν καπνό,
το στόμα σου μπύρα,
τα χέρια σου έχουν κιτρινίσει από τα πολλά στριφτά τσιγάρα
το πουκαμισό σου μοιάζει παλιακό και φαρδύ
ίσα ίσα που στέκεται στον ώμο σου
Είσαι επιμελώς ατιμέλητος,
είσαι ένας ωραίος γκόμενος
από αυτούς που αρέσουν σε όλες
Διαβάζεις Μπουκόφσκι, Ντοσντογιέφκσι και ξέρεις και καταρραμένους ποιητές,
αλλά είσαι ορθολογιστής του κερατά παρ όλα αυτά. .
Ορθολογιστικό τέρας.
Είσαι ερωτεύσιμος και γι αυτό σε μισώ.
Σε θέλω.
Τοσο που δεν είναι πρέπον να στο δείξω.
Δεν είναι δέον, γιατί εσύ είσαι ορθολογιστής κι εγώ θα φανώ ακόμα ένας παλαβός. αυτό βέβαια δεν είναι πρόβλημα. Ουδόλως δεν νοιάζει η γνώμη σου για μένα. Το πρόβλημα είναι ότι θα γοητευτείς από την τρέλα που δεν σου μοιάζει. Θα με κάνεις να σε ερωτευτώ και να ξεφύγω ακόμα περισσότερο από την πεζή καθημερινότητα, αλλά εσύ θα παραμείνεις εκεί καθηλωμένος. Στον κόσμο των αριθμών. Ορθολογιστικό τέρας, σε γουστάρω. Θα με καταστρέψεις, το βλέπω.

Εγώ σε προειδοποιώ, μαλάκα. Οσο κι αν το θες, να μην τον πλησιάζεις. Μείνε σε απόσταση ασφαλείας και διάλεγε πού θα δώσεις την καρδιά σου. Και μην χαραμίζεσαι και μη σκορπιέσαι σε άδειους ανθρώπους. χα χα χα. Τι σου λέω ρε μαλάκα ; Τι σου λέω τόσην ώρα ; Τράβα ζήσε μαλάκα. Τράβα ζήσε.

Στους παράφρωνες.

-"Να προσέχεις, μαλάκα, να προσέχεις να μη πληγώσεις το δάσκαλο,
εκείνον που σου γράφει, που σου εξιστορεί τα εσωτερικά του γεγονότα,
γιατί τουλάχιστον ο δάσκαλος έχει εσωτερικό κόσμο,
μέσα του πάντα επικρατεί το χάος.
Αυτοί όλοι οι μαλάκες με τους οποίους τραβιέσαι τι έχουν να σου δώσουν ;
Απάντα, μαλάκα, γιατί δεν απαντάς ;
 Δε ξέρεις τι να πεις έ ;
Και βέβαια τι να πεις ; ή μάλλον όχι, ξέρω, όλες αυτές τις δικαιολογίες σου και τις θεωρίες σου
περι πάθους σαρκικού. "

-"Όλα από το κρεβάτι αρχίζουν, κι όλα στο κρεβάτι τελειώνουν.
Ερωτας είναι έλξη. Ελξη ακατανικητη. Να τον ποθείς, Να λιώνεις για τον άλλον.
να μην μπορείς να ξεκολλήσεις το κορμι σου από πάνω του. ¨"

Κι όλο τούτο το λάγνο κατασκεύασμα, η λάγνα αυτή χημική ένωση, που σε οδηγεί στην τρελα κι αυτό είναι το μόνο βέβαιο, κάποια στιγμή θα λήξει.  Ναι, μαλάκα, έτσι είναι.
Τότε δεν θα έχει μείνει τίποτα να κάνεις. Τίποτα να πεις με τον άλλον. Τοτε θα τα μαζέψεις και τα φύγεις ή θα φύγει. Οποιος έχει το περισσότερο θάρρος φεύγει πάντα πρώτος. Ο άλλος απλά βολεύεται με αυτό το φευγιό. Πονάει στεναχωριέται. Αποκτά θέση θύματος, αλλά ξέρει. Το ξέρεις ότι δεν ήσουν θύμα, έτσι ; Ετσι μαλάκα;

Απάντα, γιατί δεν απαντάς ; Δεν έχει τι να πεις ε ; Βέβαια, μα και βέβαια τι να πεις ; Μπορεί να είσαι άδειος μέσα σου. Μπορεί τους έρωτες σου να τους βλέπεις σαν μία ακόμα ικανοποιήση του εγωισμού σου. Μπορεί να  αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους σαν έπαθλα. Γιατί ; Για να καλύψεις δικές σου ανασφάλειες. Γιατί δεν μιλάς ; Τα σκέφτεσαι ; Τα σκέφτεσαι όλα αυτά;

Με τον Δάσκαλο τι έγινε μαλάκα ;
Για να μην τον πληγώσεις δεν του δώσες ούτε μία ευκαιρία;
Ούτε μία ευκαιρία;

Εισαι καταδικασμένος, μαλάκα.
Θα αγαπάς κενούς ανθρώπους, άδειους,
που δεν θα αγαπούν εσένα.
Θα αγαπούν ίσως κάποια άλλη.
ή και καμία.
ή και κανέναν
ή και ούτε κάν τον εαυτό τους
ή μήπως μόνο αυτόν.
Τέτοιους ανθρώπους θα ερωτεύεσαι.
θα ναι πάντοτε άπιαστοι.
Κι όταν θα τους δείξεις πόσο πολύ τους θέλεις,
τότε θα είναι εκεινοι που θα φύγουν.
θα σε έχουν αλώσει και θα φύγουν.
Θα φύγουν. Στο λέω. Με βεβαιότητα. Από τώρα είναι φευγάτοι.
 Και το ξέρεις. Μη μου πεις ότι δεν στο πα.
Τσαλαβουτάς. Περιφέρεσαι άσκοπα στον κόμο των σωμάτων.
Το ξέρεις ; Το ξέρεις μαλάκα; Ασκοπα περιηγείσαι για να βρεις ηδονές μόνο σαρκικές.
Κατά τα άλλα θα είσαι μόνος σου. Πάντα μόνος σου.

Κι ας εκφραστείς. Θα εκφραστείς μπροστά σε ανθρώπους που δήθεν σε καταλαβαίνουν. Αλλά όχι. Δεν καταλαβαίνουν τιποτα. Τϊποτα σου λέω. Δεν έχουν νιώσει ποτε΄την καταστροφή του εγώ τους. Δεν έχουν φτάσει ποτέ κοντα στη τρέλα.
Πάντα λογικοί και ορθολογιστές συνεχίζουν να ζουν καθωσπρέπει. Και όλοι αυτοι είναι τα παραδείγματα της μάνας σου. Τα πρότυπα της. Σαν κι αυτούς πρέπει να γίνεις κι εσύ. Ναι, αλλά εσύ δεν είσαι αυτοι. Κι αυτοί δεν είναι εσύ.
Και δεν θα καταλαβουν ποτέ αν έχεις βάθος, αν έχεις αυτοκτονικές τάσεις, αν τα βράδια παραληρείς από τον ερωτικό πόνο και την απώλεια.
Ετούτοι εκεί έξω δεν μετράνει απώλειες, μόνο ανατικαταστάσεις. Βρίσκουν τον επόμενο άνθρωπο και καθαρίζουν. Καθαρίζουν, μαλάκα, το κατάλαβες;;;;;  Και ούτε θυμούνται τίποτα. Δεν θυμούνται καν τα χείλη του πρώτου κοριτσιού που φίλησαν, ούτε το όνομα της. Μετράνε αριθμούς.  συντάσσουν λίστες και μετράνε ερωμένες. Μετράνε γαμήσια.
Ολοι τους μετράνε γαμήσια. Κι εσύ τι κάνεις; Παραμένειες ένας αριθμός στα κρεβάτια όλων αυτών των  ορθολογιστών;;;;

-Ορθολογιστικά τέρατα. Σας μισώ. Αλλά σας ερωτεύομαι κιόλας. Κι αυτό είναι η πηγή του μίσους μου.

Τα μαλλιά σου, γαμώ το, τα μαλλιά σου μυρίζουν καπνό,
το στόμα σου μπύρα,
τα χέρια σου έχουν κιτρινίσει από τα πολλά στριφτά τσιγάρα
το πουκαμισό σου μοιάζει παλιακό και φαρδύ
ίσα ίσα που στέκεται στον ώμο σου
Είσαι επιμελώς ατιμέλητος,
είσαι ένας ωραίος γκόμενος
από αυτούς που αρέσουν σε όλες
Διαβάζεις Μπουκόφσκι, Ντοσντογιέφκσι και ξέρεις και καταρραμένους ποιητές,
αλλά είσαι ορθολογιστής του κερατά παρ όλα αυτά. .
Ορθολογιστικό τέρας.
Είσαι ερωτεύσιμος και γι αυτό σε μισώ.
Σε θέλω.
Τοσο που δεν είναι πρέπον να στο δείξω.
Δεν είναι δέον, γιατί εσύ είσαι ορθολογιστής κι εγώ θα φανώ ακόμα ένας παλαβός. αυτό βέβαια δεν είναι πρόβλημα. Ουδόλως δεν νοιάζει η γνώμη σου για μένα. Το πρόβλημα είναι ότι θα γοητευτείς από την τρέλα που δεν σου μοιάζει. Θα με κάνεις να σε ερωτευτώ και να ξεφύγω ακόμα περισσότερο από την πεζή καθημερινότητα, αλλά εσύ θα παραμείνεις εκεί καθηλωμένος. Στον κόσμο των αριθμών. Ορθολογιστικό τέρας, σε γουστάρω. Θα με καταστρέψεις, το βλέπω.

Εγώ σε προειδοποιώ, μαλάκα. Οσο κι αν το θες, να μην τον πλησιάζεις. Μείνε σε απόσταση ασφαλείας και διάλεγε πού θα δώσεις την καρδιά σου. Και μην χαραμίζεσαι και μη σκορπιέσαι σε άδειους ανθρώπους. χα χα χα. Τι σου λέω ρε μαλάκα ; Τι σου λέω τόσην ώρα ; Τράβα ζήσε μαλάκα. Τράβα ζήσε.

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Ασε με στις μνήμες και τη νοσταλγία:
Θα κρεμάσω τους εραστές μου στο μπαλκόνι
και τα σπλάχνα τους στη θάλασσα του έρωτος θα ρίξω.
Θα σαλπάρω για άγνωστους ωκεανούς
και την ιερότητα του πόθου δεν θα προσβάλλω επουδενί.

Θα νοσταλγώ όσα ποτέ δεν ήρθαν
ή ήρθαν και χάθηκαν με το πρώτο φως της αυγής.
έτσι σε παράλληλους χρόνους θα ξεφύγω μέσα στις μέθης μου την παραζάλη.

Στη Θεά της Λαγνείας λάφυρο θα προσφέρω τα μάτια μου,
ώστε να μου φέρει και πάλι την αυθάδικη ομορφιά του δέρματος σου και των χεριών σου.

Κι άλλο ένα κονιάκ παρακαλώ.
Για να ποθήσω πιότερο την ποίηση του κορμιού σου, μήπως και σωθώ,
καταφέρω επιτέλους να πάρω τα πόδια μου και να σηκωθώ,
να φύγω από εδώ κάτω, από αυτήν την κόλαση της πραγματικότητας.
Γιατί αν η ομορφιά δεν είναι σωτηρία,
τότε κανένα έλεος δεν υπάρχει στον ανελέητο αυτό κόσμο.
Στους μοναχικούς διαδρόμους της ύπαρξης μας παρηγοριά είναι τα κορμιά που αγκαλιάζουμε.

Παρ αυτά.
Ηδυπαθής και μόνη συνεχίζω την περιήγηση σε μία φθινοπωρινή πόλη.

Απάνθρωπη μνήμη


Στιγμές ευτυχίας παλιές γυρνούν στα σκοτεινά σοκάκια του μυαλού 
με την πρώτη σταγόνα της βροχής. 
- Πόσες ιστορίες με φόντο τη βροχή έχουμε ζήσει εδώ κάτω; - 
Φευ! Είναι πια πεθαμένες στιγμές ετούτες που αναπολώ
κι ούτε πρόκειται να αναστηθούν 
- αφού ποτέ πια δεν θα σε αγγίξω - 

Τι τις θέλουμε άραγε τις αναμνήσεις;
Για να μας κόβουν σαν γυαλιά μήπως 
ή για να συνειδητοποιούμε τη ματαιότητα; 
Ετσι κι αλλιώς στο τέλος μόνος θα μείνεις. 

Αυτός εδώ ο τόπος δε βοηθάει στην αμνησία, 
όπως και κανένας άλλος τόπος. 
Ταξιδεύω. 
Ίσως έτσι μπορέσω να ξεχάσω το δέρμα σου. 
Μάταια επιβιβάζομαι και αποβιβάζομαι στο τρένο της αγάπης. 
Χωρίς εσένα οι διαδρομές παραμένουν αδιάφορες :
Συνεχώς ερειπωμένα κάστρα συναντώ και στέπες άγονες.
 τοπία άνυδρα και γυμνά. 
Σου το είπα: 
Η απουσία Σου με εξοντώνει. 
Κι όμως.  
Συνεχίζω να ταξιδεύω.
Από παράλογο πείσμα. 

Απάνθρωπη μνήμη


Στιγμές ευτυχίας παλιές γυρνούν στα σκοτεινά σοκάκια του μυαλού 
με την πρώτη σταγόνα της βροχής. 
- Πόσες ιστορίες με φόντο τη βροχή έχουμε ζήσει εδώ κάτω; - 
Φευ! Είναι πια πεθαμένες στιγμές ετούτες που αναπολώ
κι ούτε πρόκειται να αναστηθούν 
- αφού ποτέ πια δεν θα σε αγγίξω - 

Τι τις θέλουμε άραγε τις αναμνήσεις;
Για να μας κόβουν σαν γυαλιά μήπως 
ή για να συνειδητοποιούμε τη ματαιότητα; 
Ετσι κι αλλιώς στο τέλος μόνος θα μείνεις. 

Αυτός εδώ ο τόπος δε βοηθάει στην αμνησία, 
όπως και κανένας άλλος τόπος. 
Ταξιδεύω. 
Ίσως έτσι μπορέσω να ξεχάσω το δέρμα Σου. 
Μάταια επιβιβάζομαι και αποβιβάζομαι στο τρένο της αγάπης. 
Χωρίς εσένα οι διαδρομές παραμένουν αδιάφορες :
Συνεχώς ερειπωμένα κάστρα συναντώ και στέπες άγονες.
 τοπία άνυδρα και γυμνά. 

Σου το είπα: 
Η απουσία Σου με εξοντώνει. 
Κι όμως.  
Συνεχίζω να ταξιδεύω.
Από υπερβάλλον πείσμα. 

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Αμοργός, 06/08/2016

 Απέραντο γαλάζιο
Απέραντος ο ορίζοντας
των ανθρώπων γύρω μας./
Θάλασσες είμαστε
που μοιραία συναντιόμαστε.
Κι ο ένας βυθός στοργικά
 το άλλο του κομμάτι αγκαλιάζει .

Αγρίεψες απ τις σκέψεις επί του αιώνιου ζητήματος
των ανθρώπων :
Η εξόντωση της μοναξιάς γεννά τον έρωτα-
ετούτη την παραφροσύνη.
Αυταπάτες καλοκαιριού τρέφουμε όλοι.

Μονάχοι περιηγούμαστε σε μεγάλα καλοκαίρια,
σε κορμιά υγρά
- άγονοι τόποι που επιθυμούμε να εξερευνήσουμε.
Κόπος που άλλοτε αξίζει
κι άλλοτε ματαίως πηγαίνουμε και συναντάμε την κόλαση. 

Παραμύθια

Μόνο παραμύθια ζούνε μες στο νου μου: 
Ας ήταν να υπήρχε ο ανθός της λησμονιάς
που να γίνεται αφέψημα γλυκό
στα χείλη να το φέρω κι ο,τι με πόνεσε να απαρνηθώ
Να φιλέψω κι εσένα, ώστε έτσι υποχθόνια να  σε πλανέψω. 

πώς καταντήσαμε έτσι ; 
Να ζούμε με τα ευχολόγια και τη μυθοπλασία, ενώ η άνοιξη στέκεται δέκα χειμώνες μακριά ;


Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Αναμνησις.

Κι ήταν το κορμί σου κάστρο απάτητο
και πολιτεία μακρινή, απολιόρκητη
κι εγώ η τρελή θέλησα να την αλώσω
λες κι ήταν η Πόλη.

Μονολόγησες μια μέρα " εάλω η πόλις"
Κι εγώ τότε γαλήνεψα.
Μα ψέματα ήταν οι λέξεις σου..
Καμία πόλη δεν κατακτήθηκε,
κανένας εγωισμός δεν δηλητηριαστηκε.
Μονάχα ερείπια  του κάστρου στέκουν τώρα όρθια.

Αγάπη παλιά,
Αγάπη αγνή,
Αγάπη μακρινή,
πού να σαι ;
Έπιασε κρύο, θαρρώ.
Βοριάς φυσομανάει,
από μακριά φέρνει τη φωνή Σου,

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Συναίνεσις

Ενα κορμί αχόρταγο στην ηδονή,
μία στάλα κολακείας,
ένα πέλαγος αβάσταχτης μοναξιάς,
ελπίδες για συνταίριασμα δύο κόσμων
ή έστω η ανάγκη για αυτοεξαπάτηση
η γοητεία του  απροσδόκητου γεγονότος
 αρκούν για να ενδώσει κανείς στο πάθος.

Ερώτημα

Μαγευτική η όψη σου, απόκοσμη, παρόμοια, θαρρώ, με των Αγγέλων...



Την τόση ομορφιά Σου,αγάπη μου,  πού  να την ξοδεύεις ;
 Και Που σκορπιέται άραγε τούτη η αέναη γοητεία ;
Εκείνα τα μακριά, τρυφερά δάχτυλα ποιο πρόσωπο ν΄ αγγίζουν ;
Κι εκείνα τα σπινθηροβόλα μάτια πού άραγε να καθρεφτίζονται ;
Κι εκείνο το ηλιοφώτιστο χαμόγελο σε ποιά μάτια το χαρίζεις ;

Πού την σκορπάς, αγάπη μου, την τόση εμορφιά σου ;


Απώλεια.

Η απώλεια πρέπει να ναι μέρα Κυριακή
και να ναι ώρα βραδυνή, 
με πηχτό σκοτάδι που καλύπτει τη γη,  
Ουρανός χωρίς φεγγάρι
κατάμεστος με σύννεφα που κρύβουν τ'  αστέρια. 
Κι ούτε οι σκιές δε φανέρωνονται τη νύχτα κείνη, 
μονάχα οι αναμνήσεις μεταμφιέζονται σε νύμφες 
που ξαφνικά φωτίζουν τα μεσάνυχτα, 
ώστε να ματώσουν την πληγή.

Η απώλεια πρέπει να χει γεύση του ποτού της μοναξιάς: 
Στιφή, βαριά, με έντονο αλκοολ. 
Γεύση πικρή σαν του τσιγάρου τον καπνό. 
Κι η απώλεια δεν αστειεύεται. 
Δεν βολεύεται με καμία θλιβερή μουσική, 
με κανένα εξευγενισμένο άσμα.
Θέλει σκυλάδικο η απώλεια, ή έστω ένα βαρύ λαικό
κι ένα καφενείο μικρό στην άκρη της πόλης, 
παρέα με τους περιθωριακούς θαμώνες, 
τους εξουθενωμένους απ΄ το μεθύσι. 

Εις ανάμνησην



Tα  στοιχεία της γης όλα επάνω σου έλαμπαν: 
Το μοιραίο πέλαγος που στη δίνη  του αδηφάγα με κατάπινε, 
η γη η εύκαρπη, διψασμένη, αλλά και ζωογόνα, με έθρεψε. 
Η φωτιά , που πυροδότησε τα σωθικά μου
Μελτέμι ένα απομεσήμερο τ'  Αυγούστου,
που  δρόσευε το κορμί μου στ' αποκορύφωμα του θέρους. 


 Κι ήσουν το Φως των οφθαλμών μου το λαμπρό,
 τ' απάτητο το περιγιάλι, το  δύσβατο κι ερημικό...


Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Εσύ πού είσαι ;

Ο χρόνος κυλάει με τους δικούς του ρυθμούς. οι μήνες φεύγουν, οι άνθρωποι φεύγουν.
 Μόναχα αποκαήδια μένουν  να σου θυμίζουν τα περασμένα χρόνια, τις παλιές φωτεινές ημέρες.
 κι οι άνθρωποι φαντάσματα είναι- τι νομίζεις ; - που σε εγκαταλείπουν.
Καθείς με τη σειρά του.

Κι ο έρωτας που ονειρεύτηκες μοιάζει να ζει σε ιδανικές μυθοπλασίες ή να εμφανίζεται σε άλλων ανθρώπων τις ζωές, ενώ εσύ ξεχασμένος εδώ κάτω αναμένειςσυντροφιά με άλλους ονειροπόλους, που σου μοιάζουν.

 Αλλά κανέναν όμοιο σου δεν μπορείς να συναντήσεις να σου δώσει το χέρι ν ανέβεις από τον βούρκο.
Και θα ήθελες στ' αλήθεια να ξεγελαστείς πάλι άλλη μία φορά, αλλά η αντίληψη είναι αυτή που σκοτώνει.
Γιατί είναι αδύνατον να πιστέψεις πως στον απέραντο ωκεανό των ανθρώπων, εσύ θα βρεις εκείνον που πράγματικά θα σου ταιριάζει. -Πόσες πιθανότητες έχεις ; Καμία, το ξέρεις.

Κι ο φάυλος κύκλος συνεχίζεται.
Αέναη μοναξιά.
Ατέλειωτο ξόδεμα.

Κι ύστερα τα τσιγάρα τελειώνουν,
το πακέτο αδειάζει.
Οι στίχοι πληθαίνουν.

Η έλλειψη διογκώνει πάντα την επιθυμία.
η έντονη επιθυμία οδηγεί σχεδόν πάντα σε μεγάλο έρωτας.
Ο μεγάλος έρωτας οδηγεί πάντα στην τρέλα.

Εξαυλώθηκα από την απουσία σου.
Σταγόνα έγινα στον ωκεανό των ανθρώπων.
Εσύ πού είσαι ;

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Κυκλάδες

Το τοπίο είναι απλό κι έρημο.
Βράχια άγρια υψώνονται μπροστά μας,
αγκαλιάζουν την ακρογιαλιά,
η θάλασσα πήρε από χθες εκείνο το χρώμα που με σκοτώνει:
Μπλέ βαθύ, σαν τα παράθυρα των κυκλαδιτικων σπιτιών.
Ενα μπλέ που μεις του Βορείου Αιγαίου δεν το συναντάμε.

Γυμνές πέτρες στέκονται περήφανες,
ρουφάνε καλοκαιρινό φως,
λαμπερό ήλιο,
και τον κρατούνε ως να πέσει το βράδυ.
Ερωτοτροπία το φωτός με τις πέτρες.

Αυγουστιάτικο καυτό μεσημέρι,
την ώρα που ξεσηκώνονται τα  μελτέμια ,
η θάλασσα αγριεύει.



Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Ιουλιος μήνας

Aκινητοποιημένα όνειρα στο ημίφως.
Ζεστός αέρας μπαζει απ τα παράθυρα.
(Άλλο τίποτα ζεστό δεν υπάρχει. Χλιαρές μόνο ζωές τριγύρω )
κι η μία σκέψη να διαδέχεται την άλλη:
Εικόνες όλες συγκεχυμένες και διαδοχικές:

Φωτιά στη μέση του δωματίου.

Λάσπη στην άλλη άκρη.
Και πέρα μακριά στις κρεβατοκάμαρες των ανθρώπων
σαν κεράκια λιώνουν τα κορμιά...

Κι έτσι πέρασε κι αυτός ο μήνας:
Σαν βήξιμο, 
σαν φτέρνισμα, 
σαν μία φευγαλέα μέρα,
επώδυνη κι ηδονική- 
μα τι στον κόσμο δεν έχει τίμημα; 
Κι η ηδονή έχει το πιο μεγάλο. -

Ακινητοποιημένα όνειρα στο σαλόνια των διαμερισμάτων, 
κάτω απ τα λευκά καλοκαιρινά σεντόνια, 
οι ανθρώποι αγαπιούνται, 
αγαπιούνται κι αυταπατώνται, 
νομίζοντας πως εξόρισαν μία για πάντα τη μοναξιά τους. 
Φεύ! Αυταπάτες! 
Αλλά γι αυτές θα μιλάμε τώρα ;

Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

Επειδή βαρέθηκα να σε περιμένω, λέω να φτιάξω ένα παραμύθι:
Να αρχίσω να πιστεύω πως είσαι εδώ και να αρχίσω να ζω λες κι  έχεις έρθει:
Θα καθαρίζω κάθε μέρα το σπίτι μου, όπως θα έκανα αν ήσουν εδώ, ώστε να το δεις καθαρό και περιποιημένο. Κάθε μέρα θα γεμίζω το βάζο λουλούδια που αγαπάς και θα στρώνω τραπεζομάντηλο στο τραπέζι. Να εκείνο το λευκό που θα αγαπούσες. Θα μαγειρεύω κάθε μέρα φαγητά που θα αγαπούσες και θα έχω κάθε μέρα καθαρή λευκή πετσέτα.
Και θα βάφω συχνά τα νύχια μου και θα σταματήσω να τα τρώω, όπως θα έκανα, αν ήσουν εδώ.
Και θα φοράω ελαφρύ μακιγιάζ και σιδερωμένο φόρεμα και κάθε βράδυ θα τηρώ ευλαβικά την διαδικασία του ντεμακιγιάζ.Θα κάνω αποτριχώνω συχνότερα τα πόδια, για να μην ενοχληθείς.
Θα γελάω συχνότερα, ενώ μέσα μου μπορεί να κλαίω. Θα σταματήσω να σε ψάχνω σε άγνωστα πρόσωπα, σε στιγμές πλήξης, σε φτηνιάρικα χάδια- εξάλλου αυτό το έχω κάνει από καιρό.
Θα προσπαθήσω να είμαι πλήρης με αυτό το παραμύθι που θα φτιάξω.
Αλλά κάτι μου λέω πώς δεν θα το καταφέρω....

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Το μάθημα.

Οι τελευταίοι μήνες κύλησαν με διάφορες εναλλαγές. Πέρασε μία περίοδος απίστευτης κούρασης, σωματικής, αλλά κυρίως ψυχικής. διάφορες εναλλαγές συναισθημάτων. μια κούραση απο την απώλεια σου. ο θρήνος των εννέα μηνών ενδεχομένως να έλαβε τέλος, καθώς σε θυμάμαι,αλλά πια δεν πονάει. συμβιβάστηκα με το τέλος το δικό μας. Αλλά κρατάς τα κομμάτια  μου κι εσύ, όπως κι εγώ. Αναπολώ στιγμές δικές μας, αναπολώ τα αστεία μας, με μια γλυκιά μελαγχολία, αλλά χωρίς πόνο. Ο πόνος που ένιωσα ήταν ένα μαχαίρι στα σωθικά μου. Αποτυπώθηκε στο κορμί μου με διάφορες εκρήξεις, με σπυριά, με νεύρα, με στομάχια που πονάνε, με τα μαλλιά μου να πέφτουν.
Διάλειμμα στον πόνο αυτόν δεν υπήρξε, κι ας ήρθαν κι άλλοι.
Γυναίκα  που έπεσε στο κρεβάτι για εκδίκηση ή για να ξεχάσει. Μα πώς ξεχνάς σ άλλο κορμί ;
Μόνο με τον χρόνο ξεχνάς, αν καταφέρει να είναι σύμμαχός σου. Αργεί η θεραπεία, αλλά μάλλον αυτήν την φορά έχει πιάσει.
Ησουν ένα μαθημα ζωής για μένα. Εμαθα πως παραχωρείς, τόσο όσο παραχωρεί κι ο άλλος άνθρωπος. Κι αν ο άλλος άνθρωπος δεν  δινει χώρο και χρόνο, τότε εσύ ή θα συμβιβαστείς ή θα φύγεις. Κι έμαθα ακόμα και το ιδιωτικό βάσανο της ζήλειας. Τι μικρόβιο, Θεε μου, αθεράπευτο,τι παρανοικό συναίσθημα, αλλά και πόσο δυνατό. Είναι μία τρέλα που σε τραβάει στην δίνη της κι εσύ προσπαθείς να μην σε καταπιεί και εσύ με την σειρά σου να μην καταπιείς το αντικείμενο του πόθου σου. Ησουν μακρινός κι άπιαστος. Κι η αίσθηση πως δεν σε είχα ποτέ μου, με τον τρόπο που ήθελα να σε έχω, δηλαδή ολόκληρο, με σώμα και ψυχή αφιερωμένα αποκλειστικά σ εμένα, μ έκανε να σε ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ. Κάθε μέρα που περνούσε, η φλόγα μου γινόταν πυρκαγιά. Μα τελικά φρόντισες βίαια αυτή να σβήσει. Ολα σβήνουν, και κάθε συναίσθημα που γεννιέται έχει προορισμό του τον θάνατο. Τώρα πια το έμαθα.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που δεν έμαθα: Ολα τούτα τα ξέρω, αλλά στην εφαρμογή τους υστερώ. Γιατί πάντα είμαι έτοιμη να δώσω το είναι μου σε κάποιον άλλον. Πάντα είμαι έτοιμη να ερωτευτώ με τέτοιο παραλογο τρόπο, αλλά έμαθα κιόλας πως άλλος τρόπος δεν υπάρχει. ή είμαι ερωτευμένη και παράλογη ή νιώθω κάτι ξεφτισμένα συναισθήματα και διατηρώ την λογική μου συγκρότηση και συνοχή. Ναι, αλλά την βαρέθηκα τόσο καιρό την λογική μου συγκρότηση.
Προχθές ένιωσα ευλογημένη και πάλι: Η καρδιά μου αποδείχθηκε ότι μπορεί πάλι να χτυπήσει, αρκετά δυνατά. Και το σώμα μου μπορεί πάλι να εκκρίνει διάφορες ορμόνες χαράς, αλλά και δύναμης να ξεπεράσω τον φόβο ότι θα πληγωθώ πάλι ανεπανόρθωτα. Πώς να ζήσεις μία ζωή φοβούμενος μήπως πληγωθείς  και προδοθείς ;
Η ιστορία πηγαίνει έτσι: Θα πληγωθείς και θα πληγώσεις. Πλήγωσα κι εγώ. Μεσα στην μεγάλη μου πληγή που αιμοραγούσε, είχα δύο ανθρώπους πλάι μου και τους απομάκρυνα, όχι από κακία, ούτε από εγωισμό, αλλά επειδή ήμουν αδιάφοροι γι αυτούς, ενώ εκείνοι όχι. Πληγώθηκα κι εγώ που τους πέταξα από την ζωή μου. Ομως, το παιχνίδι παίζεται έτσι. Φαύλος κύκλος είναι, σκέφτομαι. Είναι ένα παιχνιδι ο έρωτας που ποτέ δεν τελειώνει. Με επιθυμείς- δεν σε επιθυμώ-σε επιθυμώ-δεν με επιθυμείς. Κάτι σαν τον πύργο της Βαβέλ: Τον χτίζεις, αλλά γκρεμίζεται μόνος του. Αρα πρέπει να πορευτείς μ αυτήν την ιδέα κι ίσως και να την αποδεχτείς. Μια ζωή θα καίγεσαι για πουλιά διαβατάρικα, θα κολυμπάς σε ένα πέλαγος και όταν θα φτάνεις στην στεριά με την ελπίδα να βρείς ΕΚΕΙΝΟΝ, εκείνος θα έχει αποχωρήσει, γιατί δεν άντεξε να σε περιμένει. Δεν ήταν δυνατό το αίσθημα,ώστε να σε περιμένει. Κι εσύ θα λυγίζεις, αλλά πάλι θα σηκώνεσαι. Κι άλλοτε πάλι θα είσαι εσύ εκείνος ο άνθρωπος που δεν θα έχει αντοχές να περιμένει τον ναυγό του. Κάποιος θα ναυγεί για σένα κι εσύ θα κάνεις ηλιοθεραπεία με τα λάδια σου και τα γυαλιά ηλίου σου. Κι όταν θα κλέψεις τον απαραίτητο ήλιο, θα ξεχάσεις ακόμα και να κοιτάξεις στο πέλαγος μήπως εκείνος καταφτάνει. Απλώς θα μαζέψεις τα πράγματά σου και θα αποχωρήσεις ήσυχα και ειρηνικά.
Κι όμως, πρέπει να διαλέξεις πλευρά ή έστω ποιός ρόλος σ αρέσει περισσότερο. Να ναυαγείς ή να λιάζεσαι ; Εγώ προτιμώ το ναυάγιο κι ας διακινδυνέψω να πνιγώ. Τουλάχιστον θα πνιγώ ευτυχισμένη και με την καρδιά να χτυπάει.  Θα φεύγω ξέροντας ότι έζησα. Οτι άναψα τσιγάρα, ότι ήπια ποτά, ότι έκανα ατέλειωτα βράδια έρωτα με Εκείνον(τον οποιονδήποτε εκείνον που ανέβασα στο βάθρο του), ότι έγραψα άπειρα γράμματα κι ότι όσο πολύ χάρηκα,άλλο τόσο πόνεσα.