Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Ντουζ.

Δεκέμβρης. Ο μήνας των καταθλιψεων. Εμένα διόλου δε μ επηρέασε αυτή η εορταστική ατμόσφαιρα. Είμαι πάντα θλιμμένη. Δε χρειάζομαι τα φώτα. 

Απόγευμα της Τρίτης,κάθομαι στον καναπέ με κλειστά φώτα, έξω ρίχνει ψιλόβροχο. Ο ουρανός είναι κόκκινος. Αναψα θερμοσίφωνα για μία ώρα. Ηθελα να έχω καυτό νερό, ώστε να γεμίσω τη μπανιέρα. είναι κάτι που το έχω κάνει άλλη μία φορά στη ζωή μου. Τελικά δε γέμισα τη μπανιέρα μέχρι πάνω.Μόνο το ένα τέταρτο της γέμισε. Ακούω το νερό να πέφτει πάνω μου. Ωραίος ήχος. Μετά αποφασίζω να ξαπλώσω μέσα στη μπανιέρα. Τα στρογγυλά σημεία του σώματος μου είναι εκτός του νερού. Προσπαθώ να ακούσω. Το νερό στα αυτιά μου δίνει την αίσθηση μίας μονότονης βουής, σαν να αφουγκράζεσαι ένα κοχύλι- μία μπουρού. Νομίζω ότι το σώμα μου βαραίνει όσο κάθομαι εδώ. Σχεδόν δεν το νιώθω ; Είμαι εικοσιτέσσερα. νιώθω πενήντα τέσσερα. Κουρασμένη, σχεδόν δίχως κουράγιο να πάω παραπέρα. Αλλά πρέπει να πάω και θα πάω.Τις τελευταίες μέρες βουρκώνω συχνά εξ αιτίας κάποιων συνειρμών. - Γαμημένοι συνειρμοί.- πώς είναι άραγε να κόβει κάποιος τις βλέβες του ; Πρέπει να πονάει, σκέφτομαι. Οχι, μην ανησυχείς, δεν έχω αυτοκτονικές τάσεις, απλά το σκέφτηκα  προς στιγμήν.Κοιτάζω τους υδρατμούς που κυλάνε στο μπλέ πλακάκι. Κάποτε σαν υδρατμός έτρεχε ο ιδρώτας πάνω μου. Κάποτε υπήρχαν ένοχα μυστικά μόνο για δύο. τώρα πια  δεν έχω ένοχα μυστικά, ούτε με απασχολεί να έχω. Τώρα πια δεν καίγομαι. Είμαι πάγος. 
- Χτυπάει το τηλέφωνο. Ποιός τολμάει να διακόπτει την καταγραφή των τραυμάτων μου ; Μα επιτέλους. Δυστυχώς υπάρχει η πραγματική ζωή. Ενα σωρό πεζές υποχρεώσεις. Πρέπει να επιβιώσουμε με κάποιον τρόπο. -Κοιτάζω πάνω στο ταβάνι. Αγγίζω το δέρμα μου. Κοίτα. Εχω το σημάδι στο γόνατο από εκείνη την ημέρα που πέσαμε μαζί με το ποδήλατο. Ισως αυτός είναι ένας τρόπος να έχω κάτι από σένα. Αφού  είναι πολύ δύσκολο να εχουεμε στο σώμα μας ορατά σημάδια  ανθρώπων . Μόνο στην καρδιά υπάρχουν τα σημάδια.Μα είναι αθέατα. Στον κανονικό κόσμο ζω φυσιολογικά. Κάποιες μέρες γελάω.Πίνω. Βγαίνω με άλλους. 

"Χωρίζουμε για να μοιραστούμε τη ζωή μας  με άλλους. Που καίνε λιγότερο,που είναι λιγότερο επικινδυνοι...
Κανείς δε με καίει πια. 
Θάλασσα έγινα. 

Σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι. Δεν θα είναι κανένας φίλος, μήτε γνωστός, μήτε εραστής. Θα κάνουν επισκευές στο σπίτι μου. Στην καρδιά μου μπορεί κανείς να κάνει επισκευές; Ε; Σας ρωτάω. Εγώ πάντως δε μπορώ. Ισως πρέπει να παραιτηθώ της προσπάθειας, αλλά δεν μπορώ. Δεν έχω παραιτηθεί σχεδόν από καμία προσπάθεια στη ζωή μου. Μου λες να πάω σε ψυχολόγο. Φούμαρα. Δε θέλω ψυχολόγους. Μάλλον η γιατρειά είναι η ποίηση. Κι ίσως κι η ΑΓΆΠΗ. Αλλά το είδος αυτό είναι σπάνιο. Κι οι άνθρωποι γύρω σχεδόν απαίσιοι: επικεντρωμένοι μόνο στον εαυτό μας, πώς θα αγαπήσουμε ; Ερμαια του εγωτισμού μας, είμαστε όλοι μας. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου