Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

Ελα κοντά μου να σου πω κι εσένα όλα μου τα όνειρα. Ελα κοντά να μου δείξεις ΕΣΥ πώς αγαπάνε,  πώς νιώθουνε, πώς ξεχνάνε.... Ελα κοντά να σου πω όλα μου τα λάθη, όλα  μου τα πάθη...Ολα μου τα όχι και τα ναι... ολα όσα θέλω να ξορκίσω, κι όμως έρχονται κοντα μου. Ελα κοντά μου να σου δείξω την πανσέλληνο, έλα κοντά μου να γίνεις όσα θέλω... Και μετά να με απογοητεύσεις κι εσύ. να ένα άλλο προδομένο όνειρο, ένα άλλο προδομένο ιδανικό, ένας άλλος προδομένος έρωτας. Ελα κοντά μου να σου δείξω πώς είναι η αγάπη η μεγάλη, πώς είναι να σ αγαπήσουν και μετά να σε προδώσουν.

Και μετά αφού μπορει και να ερχόσουν, έμεινες μόνος στο κρεβάτι, χωρίς την ανάσα μου... Χωρίς να δοκιμάσεις  έστω την ανάσα μου ή το δέρμα μου, χωρίς να  δοκιμάσεις να νιώσεις κάτι πιο βαθύ....Εκεί μόνος και αποκρουστικός σχεδόν, προσπαθώντας κι εγώ εσένα να πλησιάσω, πες μου τι κέρδισα.

Ονειροπόλος, αλλά πού ταξιδεύεις; Ξέρεις τι ; είσαι κι εσύ όπως οι άλλοι που αγάπησα, που κανείς δεν ήταν τόσο αθώος... Είσαι άλλη μία παρένθεση ανολοκλήρωτη... Μία παρένθεση, ούτε καν τελεία. Αλλά βέβαια. Πού να ξέρεις εσύ από όλα τούτα?
Μακάρι να ερχόσουν να δεις κι εσύ...αλλά κι εσύ θα ανέβεις στο σύννεφο σου και θα ερωτευτείς πάλι από την αρχή τον εαυτό σου... Οπως έκανε κι ο άλλος...

Αχ αυτός ο άλλος.. Να ήξερες μόνο πόσος έρωτας υπήρχε και πώς σκοτώθηκε... Να ήξερες μόνο... το μέσα μου...

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Αυτό τα βάθος θα μας φαεί, αυτή η μανία να εμβαθύνουμε στους ανθρώπους... Για να βρούμε τι τελικα; Δεν είναι τα βράχια που υπάρχουν μέσα τους που μας πληγώνουνε-τούτα έστω είναι κάτι, είναι μια παρηγοριά. Κείνο που μας θλίβει είναι πως βρίσκουμε μέσα τους το απόλυτο τίποτα, το απόλυτο λευκό-tabula rasa-. Καμία ευαισθησία, κανένα βάθος, κανένα όραμα. Μόνο στόχοι κι όχι όνειρα για πράγματα πρόσκαιρα, για πράγμα της επιφάνειας, τι θα φας, τι θα πιείς, ποιό κορμί θα γλεντήσεις.
Κι εμείς μέσα μας είχαμε μια κρυφή ζωή, πολλές κρυφές ζωές, όνειρα, φαντασιώσεις, αγάπες βαθιές. Η γραμμή του ορίζοντα για μας σήμαινε τόσα πολλά, μα πάνω από όλα εκείνη τη μεγάλη αγάπη με εκείνον τον άνθρωπο που σε γεμίζει, γεμίζει το κενό της κρυφής θλίψης μας... Για τους άλλους ήταν απλά μία γραμμή του ορίζοντα, τίποτε άλλο, μόνο συμβατικά χρώματα που σημαίνουν το τέλος. Κι είχαμε πλέξει στο μυαλό μας τόσες ωραίες ιστορίες για το τέλος του ορίζοντα, που δεν είναι τέλος, μα έτσι μας φαντάζει.
κι αυτό το χτικιό, αυτή η κατάρα να θυμάσαι είναι που σε κάνει να οπισθοχωρείς, σε κάνει να βουλιάζεις όλο και πιο βαθιά. Μα χειρότερο είναι τούτο το ασυμβατο: Να νοσταλγείς κάτι που δεν το έχεις ζήσει, που δεν πέρασε ποτέ από τα ματια σου ή αν πέρασε ήταν αμυδρό θαμό, σαν ένα απαλό γαλάζιο, σχεδόν αδιόρατο στο τέλος του ουρανού-αν ποτέ τελειώνει ο ουρανός.
Για ποιό νόστο να μιλήσουμε; Σε ποιά πατρίδα να γυρίσουμε, αφού ποτέ δεν πήγαμε εκεί. Τι είναι δηλαδή; Μία νοστλαγία για την χώρα του πουθενά. Για μία χώρα που υπάρχει κάπου βαθιά μέσα μας, κι όλο την ψάχνουμε.... Μάλλον αυτή η χώρα έχει απροσδιόριστη μορφολογία, άστατο κλίμα, χρώματα μάλλον διάφανα που άλλοτε λάμπουν κι άλλοτε γίνονται θαμπά.
Ετούτη η νοσταλγία, λέμε, είναι σαράκι που σου προσφέρει την τραγική αίσθηση του ανικανοποίητου. Να έχεις τη μισή γη στα πόδια σου και να ζητάς και την άλλη μισή. Κι ακόμα περισσότερα. Να μη σου αρκεί κανένας πλανήτης. Κι όλο να ζεις με τη νοστλαγία, μ' αυτό που σε πνίγει... Και καταβάθος να πηγαίνεις ευθεία στον πνιγμό σου, αλλά να φοβάσαι. Κι ως άλλη Μαρία Νεφέληνα "φοβάσαι και να σ' αρέσει". Μα τι τροχοπέδη ο φόβος... κι όμως η ηδονή τον ξεπερνάει... Για το καλό μας.