Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Μικρή ιστορία.

"Τελικά η εξυπνάδα είναι να αναγνωρίζεις καταστάσεις, να ξεχωρίζεις ποιες είναι εκείνες που σε γεμίζουν γαλήνη κι ευτυχία και ποιες είναι αυτές που σου γεννούν αναστάτωση και πόνο", σκεφτόταν ο ήρωας του παραμυθιού.
Σηκώθηκε ένα πρωί με το κεφάλι καζάνι από την  ασυδοσία της προηγούμενης βραδιάς. Κοίταξε δίπλα του και είδε μία γυναίκα. "Εντάξει", σκέφτηκε "Αλλο ένα πρωινό θα περάσουμε καλά".
Την ξύπνησε. Χαμένοι και οι δύο. Πληγωμένοι αρκετά. Δεν νοιώθουν τίποτα. Βαθιά θωρακισμένοι από εκείνον τον έρωτα, που κανείς από τους δύο δεν έζησε. Μόνο τον ονειρεύτηκαν.
Υπάρχει κάτι που λέγεται "απόλυτο κενό". Αυτό ένιωθαν κι οι δύο. Χαμένοι, κάνοντας βεβιασμένες κινήσεις, βεβιασμένες εκμυστηρεύσεις, όλα βεβιασμένα, όλα μαγικά και ψεύτικα.
  Η γυναίκα είχε την ικανότητα να φτιάχνει ψέματα, να τοποθετεί τους πάντες μέσα στο ψέμα της μαγείας. Γιατί η πραγματικότητα είναι κυνική, άχαρη, δεν έχει καμία ψευδαίσθηση ευτυχίας και ρομαντισμού. Αν ζεις στην ψευδαίσθηση για λίγο, αλλά το ξέρεις, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Είναι μία συνειδητή επιλογή. Κάποιες φορές πρέπει να ζούμε στη μαγεία, γιατί κινδυνεύουμε από την τεράστια εκλογίκευση των πάντων.
 Εκείνος συμφωνούσε μαζί της και ίσως να γοητεύτηκε από την λίγη μαγεία, λίγη χρυσόσκονη. Ομως, ήταν πληγωμένος και μόνος, σχεδόν αβοήθητος, μ' ένα τεράστιο κενό μέσα του.
Ξέρει, ίσως, ότι παραφέρεται και δεν τον νοιάζει. Δεν θα μπορούσε να τον νοιάζει, όπως κι εκείνη. Εξάλλου, έτσι οι πληγές δεν γιατρεύονται, δύο πληγωμένοι άνθρωποι, δύο μισοί άνθρωποι, δεν μπορούν να αγαπήθουν ποτέ. Γιατί για να αγαπηθείς, πρέπει να είσαι ολόκληρος, με κουράγιο, με χαρά, με αποθέματα. Προς το παρόν κι οι δύο είναι άδειοι συναισθηματικά. Περιφέρουν μόνο τον χαρούμενο υποτιθέμενο εαυτό τους στην αγορά της αγάπης. Μα κανείς δεν αγαπάει, κανείς δεν ξεχνάει.
Κι αφού πρέπει να μάθουν να ξεχωρίζουν τις καταστάσεις, καλύτερα μακριά αυτοί οι δύο. Χρειάζονται δύο άλλους, γεμάτους. Οι δύο τους πάλι βαίνουν προς αυτοκαταστροφή, αφού κανείς δεν μπορεί ν΄αγαπήσει τον άλλον, ούτε καν να αλληλοποθηθούν.