Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

αποχεραιτισμος-Jorge Luis Borges

Αποχαιρετισμός

Ανάμεσα σε μένα και την αγάπη μου πρέπει να υψωθούν
τριακόσιες νύχτες σαν τριακόσιοι τοίχοι
και η θάλασσα θα είναι μια μαγεία ανάμεσα μας
Δε θα υπάρχουν παρά μόνο αναμνήσεις.
Μόνο απογεύματα που θ'αγγίζουν τη λύπη
νύχτες με την ελπίδα να σε δω,
ύπαιθροι στο δρόμο μου, η σιγουριά
ότι είμαι ζωντανός και χαμένος...
Οριστικά, όπως ένα μάρμαρο
θα θλίβει η απουσία σου όλα τα απογεύματα.

jorge luis borges

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Οι σχέσεις των ανθρώπων είναι ένα δραματικό έργο,
που πάντα έχει το ίδιο τέλος.

Εγκατάλειψη.

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

σαν χαλικη- ριτσος

σαν ενα χαλίκι

Μιά λέξη ερωτική μένει πάντα κλεισμένη στο στόμα μας,
ανείπωτη, σαν ενα χαλίκι στο σανδάλι μας ή και καρφί βαριέσαι
να σταθείς,να το βγάλεις,να λύνεις τα κορδόνια σου, να αργοπορείς-
σ έχει κυριεύσει ο μυστικός ρυθμός της πορείας πιότερο
απ΄την ενόχληση του χαλικιού,
πιότερο απ΄την επίμονη υπενθύμιση της κουρασής σου της αναβλητικότητας σου,
κι είναι ακόμη κάποια μικρή ,αγκαθωτή αναγάλλια κι αναπόληση
που τούτο το χαλίκι το κρατάς από ακρογιάλι αγαπημένο,
από σεργιάνι ευχάριστο με ωραίους διαλογισμούς,
με υδάτινες εικόνες όταν ακούγονταν απ το παραθαλάσσιο καπηλειό οι κουβέντες
των καπνεμπόρων μαζί με το τραγούδι των θαλασσινών και το τραγούδι της θάλασσας μακριά,
μακριά,χαμένο,κοντινό, ξένο,δικό μας.

Ο ... καλος τύπος...

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας τύπος, καλό τυπάκι.
αυτος που λέτε ήταν λίγο τρελός και πολύ ασυμβίβαστος.
Εκανε ο,τι λάχει, ο,τι τράβαγε η ψυχούλα του.
Επραττέ πάντα με τους δικούς του όρους.

Ηταν χαμένος μέσα στονν κόσμο του.
αραγε να έζησε κανείς μέσα σ αυτόν τον ιδιάζοντα προσωπικο του χώρο ;
ηταν πολύ μοναχικός, χαρούμενα θλιμμένος.
ηταν ολόκληρος μια αντίφαση, επειδή οταν γελούσε, στο γέλιο του αμυδρά διέκρινες μια μελαγχολία.
και τα μάτια του, είχαν κάτι το σκοτεινό, μα και μια δύναμη,μια μαγική δύναμη, που σε παρέσυρε.
Φωτιά είχε το βλέμμα του, σε κοιτούσε και σε διαπερνούσε, σαν να σε ψυχογραφούσε, σαν να διάβαζε τι σκεφτόσουν, έτσι, χωρις να μιλήσεις.

Είχε μια λάμψη μαγική αυτός ο τύπος, που λέτε.
Πηγαινε στα θέατρα μόνος, πήγαινε μόνος στις συναυλίες.
τις Κυριακές έπαιρνε τα βουνά.
Κοιτούσε μακριά, προς την θάλασσα, μέσα σε σκέψεις μαγικές μπερδεμένος.
Μέσα στο πλήθος, οι περισσότεροι δεν τον παρατηρούσαν, σαν τους σκυφτούς ανθρώπους.
μα.. είχε μια λάμψη μαγική.

Ακουγε ροκ και λικνιζόταν το κορμί του.
Ισως και ν αγαπούσε το κόκκινο...ποιός ξέρει;


τα μακριά του μαλλιά ανέμιζαν στ αγέρι.
ηταν μαύρα, σγουρά και λαμπερά.
συμβολο ελευθερίας.
ηταν ντυμένος σχεδόν πάντα στα μαύρα, απλός υπερβολικά χωρίς ίχνος επιτήδευσης.

Πρέπει να προσγειώνεται σ ονειροδρόμια, αυτό ο καλός τύπος, που λέμε.
Αν προσγειώνεται, φυσικά.

Κανείς δεν τον πίστευε.
εκείνος τα κατάφερε.

λόγια πολλά δεν είχε.
Τα απαραίτητα μόνο κι αυτά στους απαραίτητους.
Ηξερε να μην σκορπιέται και να μην κάνει εκπτώσεις.
και τον κοσμάκι δεν τον μπορούσε, πνιγόταν.
Κάθε που γυρνούσε στους παλιούς του φίλους, έπληττε.
Μα φυσικά, δεν είχε κάτι να πει μ όλους αυτούς τους τσαρλατάνουσ.
η πλήξη και το ταξίδι ήταν διακριτά στα μάτια του.

Αναξαρτησία, αυτό ήταν το ναρκωτικό του.
Κατα τ΄άλλα δεν έπινε ούτε αλκοόλ, μπύρες μοναχά, τα καλοκαίρια για να δροσιστεί.
Κι ούτε κάπνιζε.. ηταν δυνατος, βλέπετε, εξαίσια δυνατός, εξουσιαστής και λάτρης του ευατού του, αν και λίγο ανασφαλής.

παράξενο σχήμα. το χε παραδεχτεί άλλωστε, πως ήταν παράξενος.

Ειχε μια λάμψη μαγική, το βλέμμα του μια φωτιά, το ύφος του μια ελευθερία, μια γλυκιά θλίψη, φτιαγμένη απο μετάξι...
ηταν καλός τύπος, μακρινός, ταξιδευτής, ασυμβιβαστος, ουσιαστικός...

Υπέροχα μονάχος μέσα στον κόσμο, που του τρυπούσε το μυαλό.

θεμελης

Μάταια πράγματα

Γιατί, Θεέ μου, να μην μπορούμε
Να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη,
Να πρέπει να γίνουμε όνειρα
Ενανθρωπισμένα μες σ' έναν άλλο ύπνο,
Όνειρα, διάφανα φαντάσματα γυμνά.

Ως να μην είμαστε άνθρωποι,
Έμψυχα όντα, κρύβοντας την ωραιότητα
Από ζηλότυπα βλέμματα αγγελικά.

Ως νάμαστε πράγματα κλειστά κι ωραία, μάταια,
Καρτερικά, υπερήφανα, σαν τα βουνά.

Κοχύλια σκληρά, αλαβάστρινα, όστρακα άθραυστα,
Βράχοι αρράγιστοι, κύκνοι σιωπηλοί.

Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου.

Κανείς

Κανείς.


Από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη

εμιλυ ντικινσον, η τρελα η πολλη

Η τρέλα η πολλή είναι η πιο θεάρεστη λογική
Στο μάτι του ειδήμονα·
Πολλή λογική ίσον σκέτη παραφροσύνη.
Σε αυτό, όπως και σ’ όλα
Η πλειοψηφία επικρατεί.
Συναίνεσε, κ’ είσαι συνετός·
Αρνήσου – γίνεσαι αμέσως επικίνδυνος,
Και χαλκά θα σου περάσουν με βιασύνη.

καρναβάλια.

αθλίο όλο αυτό το τρελό καρναβάλι.

α, β.
ασπρο-μαύρο.

χαρά-πόνος.

σκέψη-απερισκεψια

προβληματισμοί-οχαδελφισμός.

σκληρότητα-τρυφερότητα.

τίποτα.

καρναβάλια!

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Πολιτικά..

"έλα και πάρε με απο δω.

τα χέρια μου τρέμουν

σπάω συνέχεια πράγματα

ελα και πάρε με απο δω. "


Φυσικά και δεν μπορει κανένας.
καλωσήρθατε στην πραγματικότητα!
Μέσα σ αυτή τη σαπίλα, θα ζήσουμε! τόσο απλά!
λίγο να ξεχαστούμε γίνεται, αλλά να μην δίνουμε δεκάρα δεν γίνεται.

εχω αηδιάσει μ όλους και μ όλα.
σιχαμένοι άνθρωποι που δημιουργουν σιχαμένες καταστασεις.
κι εμείς οι πιο σιχαμένοι τους ψηφίζουμε, τους εκλέγουμε τους επιστευόμαστε.

καλά να πάθουμε τότε! είμαστε μαλάκες! τα συγχαρητηρια μου!



Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Tύπος-P.Neruda

Τύπος

Ατένισα την Εποχή του Χάρτου
με φύλλα κίτρινα ντυμένη
που λίγο λίγο ανεβάσαν
την επιφάνεια της γης:

μια λοχμηρή δημοσιογραφία
άναψε πυρκαγιές προδοτικές,
ή σκότωσε με μια ψευτιά,
ή αποσμητικά διαφήμισε,
ή γλύκανε την τυραννία,
ή διάδωσε σκοταδισμό.

Πρότεινε η κάθε εφημερίδα
τους νόμους του αφεντικού της,
και πουληθήκαν οι ειδήσεις
υγρές από φαρμάκι κι αίμα.

Πρόσμενε καθιστός ο θάνατος
διαβάζοντας
του κόσμου τις εφημερίδες
από τις τροχιές του τις αόμματες.
Κι εγώ άκουσα το πώς γελούσε
μες τις σιαγόνες τις πικρές του
διαβάζοντας πως οι εκδότες
του φέρονταν με τρυφεράδα.

Ο λίθινος άλλαξε άνθρωπος
σε χάρτινον. Κι είναι ντυμένος
έξω και μέσα
πάθη προκατασκευασμένα
ή ένα χαλί εντερικό.

Αίμα και σεξ έχουν γεμίσει
του κόσμου όλου τις σελίδες
και θά 'ταν δύσκολο να βρεις
μια γυμνωμένη πιτσιρίκα
απλώς να τρώει ένα μήλο
πλάι στο γαλάζιο το ποτάμι,
μιας και γεμίσαν τα ποτάμια
με θλιβερό μελάνι τύπου, και
μ' εφημερίδα σκέπασ' ο άνεμος
ηφαίστεια και πολιτείες.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Χρόνος ανυπόστατος;

χρόνος ανύποστατος



καθείς χωρίζει την ζωή του σε περιόδους, ανεξαρτήτως των χρόνων που περνάνε.

ο χρόνος της ευτυχίας.

ο χρόνος της ξεγνοιασιάς.

ο χρόνος της σκέψης.

ο χρόνος...


και τι είναι ο χρόνος;

κάτι που μας κόβει στα δυο, κάτι που μας βιάζει, κάτι που μας κάνει να τρέχουμε.

Υπαρκτός, κι όμως θα πρεπε να ναι ανύπαρκτος.


Ο Χρόνος, ΕΜείς, οι Αλλοι, Ο Κόσμος, η ΓΝώση,

περιπτώσεις όλες πολύ προσωπικές.


Υπάρχει λοιπόν Χρόνος;

Περνάνε οι μέρες, ίδιες κι απαράλαχτες, μα στο περασμα τους πολλά σκοτώνονται και πολλά γεννιούνται.

Κάθε στιγμή κυοφορείς κι ένα ψέμα ή μια αλήθεια, ένα θάνατο ή μια ζωή.

αλλάζεις παλεύοντας ή παλευοντας αλλάζεις; Ιδού το ερώτημα.

Δεν προλαβαίνουμε τελικά να ζήσουμε... ;

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

ΈΤΣΙ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΠΕΡΝΟΥΝ OFFICIAL VIDEO HD

Μιχάλης Κατσαρός - Αντισταθείτε (Η Διαθήκη μου)



Ἀντισταθεῖτε, σ᾿ αὐτὸν ποὺ χτίζει ἕνα μικρὸ σπιτάκι
καὶ λέει καλὰ εἶμ᾿ ἐδῶ.
Ἀντισταθεῖτε, σ᾿ αὐτὸν ποὺ πάλι γύριζε στὸ σπίτι
καὶ λέει Δόξα σοι ὁ Θεός.
Στὸν περσικὸ τάπητα τῶν πολυκατοικιῶν
τὸν κοντὸ ἄνθρωπο τοῦ γραφείου
στὴν ἑταιρεία εἰσαγωγαὶ-ἐξαγωγαί
στὴν κρατικὴ ἐκπαίδευση καὶ τὸ φόρο
ἀντισταθεῖτε σὲ μένα ἀκόμα ποὺ ἱστορῶ.

Ἀντισταθεῖτε, σ᾿ αὐτὸν ποὺ χαιρετᾶ ἀπ᾿ τὴν ἐξέδρα
ὧρες ἀτέλειωτες τὶς παρελάσεις.
Στὸν Πρόεδρο τοῦ Ἐφετείου ἀντισταθεῖτε,
στὶς μουσικές, τὰ τούμπανα καὶ τὶς παράτες,
σ᾿ ὅλα τὰ ἀνώτερα συνέδρια ποὺ φλυαροῦνε,
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι,
σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄγονη κυρία ποὺ μοιράζει ἔντυπα ἁγίων,
λίβανον καὶ σμύρναν.

Ἀντισταθεῖτε, σ᾿ ὅλους αὐτοὺς ποὺ λέγονται μεγάλοι
καὶ γράφουν λόγους πλάι στὴ θερμάστρα.
Στὶς φοβερὲς σημαῖες τῶν κρατῶν καὶ τὴ διπλωματία,
στὰ ἐργοστάσια πολεμικῶν ὑλῶν,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ λένε λυρισμὸ τὰ ὡραῖα λόγια,
στὰ γλυκερὰ τραγούδια μὲ τοὺς θρήνους,
στοὺς θεατές, στὸν ἄνεμο...
Ἀντισταθεῖτε.

Μανώλης Ηλιάκης-Καλοκαίρι(1994)

Πώς να ξεχάσω τα καλοκαίρια
με τα πληγωμένα μαστιχόδεντρα
και τα χλωμά φεγγάρια
που κρέμονταν στον ουρανό;
τον αυγερινό που κρύφτηκε στη στέρνα
και δεν ξημέρωσε.
τον πόνο που ένιωσα για τ' αστέρια στα δίχτυα
και την ευχή που έκανα σαν έπεφτε:
να μην βρω ποτέ το τέλος του γιαλού.

Πώς να ξεχάσω τα άλογα
που έτρεχαν στο πράσινο πέλαγος
και το ξεριζωμένο απ' το κοχύλι του μαργαριτάρι,
την κάμαρα με τον βελούδινο ήχο του τσέλου
και τα κρίνα που έκλαιγαν στις χαραμάδες.

Τα καλοκαίρια που θα 'ρθουν
το ίδιο πικρά θα μένουν
Οι στίχοι θα εξατμίζονται
και οι ηδονές μας θα στερεύουν.

Τα πεύκα θ' ανασαίνουν το ρετσίνι τους
δίπλα στα σκαριά που αφήσαμε στην άμμο.
Τα κύματα θα μας φτάνουν
όπου και αν πάμε...

Τα καλοκαίρια που θα 'ρθουν
φωνούλες παιδιών σε ακρογιάλια να 'ναι
και ακτίνες από κεχριμπάρι
και τα φτερά μας να 'ναι κέρινα
για να λιώνουν εύκολα
στο κάθε πέταγμά μας.