Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Ιδια.

θα είναι όλα τα ίδια ξανά. 
Τι περίμενες, ηλίθια ; 
Οι ίδιοι βαρετοί άνθρωποι, 
τα ίδια, τα θλιβερά ίδια μέρη,
οι ίδιες κουβέντες, 
η γκρίνια πάντα ίδια,
η μιζερια πάλι ίδια, 
τα λεφτά δεν θα φτάνουν, 
τα ποτά επίσης δεν θα φτάνουν,
κάποιοι θα πηδιούνται παραπέρα, 
αφού μεθύσουν, 
κάποιοι θα στρίβουν χόρτο
και θα χάνονται στα ροζ σύννεφα,
ενώ εκείνος θα μου λέει οτι θέλει να πάει στο 
Αμστερνταμ με αντροπαρέα
και θα ονειρεύεται ξεσαλώματα,
που δήθεν τάχα μου δεν μπορεί να ζήσει εδώ. 
κι εγώ θα γελάω, 
λες και το ξεσάλωμα έχει τόπο. 
Εφευρίσκουμε πάντα έναν τόπο ως ιδανικό για όργια,
για μεθύσια και δεν μαζεύεται. 
Τελικά πάμε και δεν γίνεται τίποτα απ 'όλα αυτά,
για τον απλό λόγο οτι αν δεν τα ζεις στο τόπο που είσαι,
δεν τα ζεις ποτέ. 
Μ' εκνευρίζει που οι άνθρωποι συγχέουν τις περιοχές με την ελευθερία
και κακώς όλοι πέφτουμε στη λούμπα. 

Ολα τα θα ναι τα ίδια, 
τι περιμένεις ηλίθια; 
Αυτός θα κάθεται στον καναπέ
και θα καπνίζει στριφτά, 
απ αυτά που εγώ τον έμαθα να στρίβει, 
θα λιώνει το ήδη άχρηστο μυαλό του στην τηλεόραση, 
και θα βλέπει την Χ τηλεπερσόνα, 
ενώ ονειρεύεται να τη γαμήσει. 
Μετά θα τυλιχτεί στο ροζ του σύννεφο περί ιδανικής γυναίκας,
κι άλλες τέτοιες πίπες εμπριμέ. 
Μετά σου λέει οτι οι άντρες δεν είναι ρομαντικοί.
Αντε γεια κι εσύ. 

Ολα θα ναι τα ίδια, 
οι γκόμενες θα γκρινιάζουν πάντα για τα νύχια τους, 
θα βλέπουν πάντα TV και θα θέλουν να γίνουν όλες Μενεγάκη
ή Παπουτσάκη. 
Για τους γκόμενους πάντα αυτό θα είναι ευκταίο 
και πάντα θα ψάχνουν μια γκόμενα-βιτρίνα για τους φίλους τους. 
Οι γκόμενοι πάντα θα λένε οτι γαμήσανε παραπάνω γκόμενες
και θα τις βγάζουν και θεές, για να κάνουν φιγούρα. 
Κι οι γυναίκες πάντα θα 'ναι καημένες, ζητώντας ασφάλεια, 
αναζητώντας το υποτιθέμενο ισχυρότετο αρσενικό,
για να αναπαραχθούν. 
οι άντρες πάντα θα ναι κάφροι  και συντηρητικοί, 
πάντα θα θέλουν να λένε "μαλάκα, η γκομενα μου το ένα, το άλλο" 
και να χαίρονται. 
ΟΙ άνθρωποι πάντα θα είναι μαλάκες,
τι περίμενες ηλίθια ; 

Ολα θα ναι τα ίδια. 
Θα κατεβαίνει ο κόσμος στο κεντρό στην Αθήνα
και θα ζητάει τα κεκτημένα του. 
Απ αυτούς οι πιο πολλοί θα ναι και καλά επαναστάτες,
απ αυτούς με το μαλλί και το μούσι, 
που ρίχνουν γκομενάκια στις πορείες. 
Οι άλλοι μισοί θα ναι εργάτες, 
ανθρωποι του μόχθου. 
Οι μπάτσοι θα πετάνε χημικά,
για να σπάνε τις αντιδράσεις. 
Θα εκδίδονται νόμοι-μαντώματος-εκφοβισμού
του λαού. 
Το ΚΚΕ πάντα θα βρίζει την ΕΕ, 
ο Τσίπρας πάντα θα μας τα μασάει
και θα λέει οτι τον βολεύει, σαν καλός σπεκουλάτορας που είναι. 
Οι διανοούμενοι θα μιλάνε πάντα αφού έχουν κυρωθεί τα Μνημόνια
και θα λένε για την Αντισυνταγματικότητα τους. 
Ο  πρώην πλέον φίλος μου ο στρατόκαυλος θα συνεχίσει να είναι μαλάκας και χσυσαυγίτης,
αφού έμπλεξε με τους χακήδες-αγράμματους. 
Ολα είναι ίδια, 
τι νόμιζες ηλίθια ; 

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Κομοτηνή~μια άλλη όψη.

H πόλη το χειμώνα συννεφιάζει,
είναι σαν να τη λησμόνησαν όλοι
και μόνο η βροχή τη θυμάται.
Ξυπνάει, ανοίγει τα μάτια της,
αλλά τα βλέπει υγρά,
την σκεπάζουν τα βαριά σύννεφα,
το κρύο είναι τσουχτερό,
κοιτάζει εμάς απο απόσταση,
με κείνο το φθονερό ύφος της,
γιατί να ζούνε;
Κι έτσι μας εκδικείται,
ανάβει τα κίτρινα φώτα της στην Βενίζελου,
αυτή που τόσες φορές μας μέθυσε με τα καμωματα της,
ζηλεύει που εμείς εκεί ζούμε και δεν το βάζουμε κάτω.
Κι ετούτη την πόλη την αγαπήσαμε κάποτε κι εμείς.
Ομως, μας ξέχασε, κι εμείς πάλι ξεχαστήκαμε στην αγκαλιά της,
λες κι είναι έρωτας ζωής.
Την βρίσαμε, την αποπήραμε,
μα εκεί καταλήξαμε πάλι,
εκεί στην απαίσια ασφαλεια της,
στα ίδια μέρα, στα ίδια θλιμμένα κι απελπισμένα μπαρς,
που μας καλούν να ακουμπήσουμε όλο μας το πόνο
και να τον μετατρέψουμε σε αλκοόλ.
Είναι τα ίδια μπαρς, που πριν κανα χρόνο και βάλε,
γνωρίσαμε τους φίλους μας, τους ανθρώπους μας,
αυτούς που μας πικράνανε και μας κανάνε να κλάψουμε
για εκείνο που δεν ελπίζαμε ποτέ,
οτι δηλαδή καμιά φορά στη ζωή,
υπάρχουν κι άνθρωποι που σ΄ αγαπάνε έτσι, χωρίς όρους.
Είναι τα χρόνια μας αυτά, τα φοιτητικα μας,
που νιώθω πως κοντεύουν να περάσουν,
και στη σκέψη αυτή δακρύζω.
Είναι τα χρόνια μας, τα πιο καλά μας χρόνια,
τα εικοσι μας χρόνια, που θυσία τα κάνουμε σ'αυτή τη πόλη.
Πόσο μελαγχολική αυτή η πόλη,
ολόκληρη είναι ένας χωρισμός,
ένα τελευταίο φιλί,
κι ύστερα, μια νοσταλγία.
Σαν να σε ειρωνεύεται αυτή η πόλη,
το κάθε της σοκάκι σου σκάει ένα σαρδόνιο γέλιο,
ένα "καλά να πάθεις", σαν να σε εκδικείται,
σαν εραστής που τον απάτησες.
Αυτή η πόλη, σαν ανέραστη γυναίκα,
σου ρουφάει το αίμα,
όσα κι αν της δώσεις πάντα θέλει κάτι παραπάνω,
γυρεύει να σε εξουθενώσει,
στιγμή δεν σ' αφήνει να χαλαρώσεις,
να ευχαριστηθείς,
πάντα σου πετάει και μια θλίψη στο πιάτο,
"πάρε να χεις σου λέει",
κι ύστερα σου ανάβει τα κίτρινα φώτα στη Βενιζέλου,
κι εσύ περπατάς μεθυσμένος,
απο το κρασί ή απο τα φώτα ή απο την ατμόσφαιρα,
δεν ξέρεις.
Αφορμές πάντα έχει για σε κάνει να νιώσεις τον ρυθμό της,
τον δικό της γριζο ρυθμό,
αυτόν που σου βάζει το μαχαίρι στο λαιμό,
κι ο,τι κι αν κάνεις δεν θα γλυτώσεις ποτέ.
Οσο μακριά κι αν πας, την αναζητάς,
τι κι αν κάθε πρωί με το ζόρι ανοίγεις το παράθυρο ;

Είναι αυτή η πόλη που δεν σ'αγκάλιασε ποτέ,
δεν ήταν ποτέ φιλόξενη στη χαρά,
μόνο σε μεγάλες θλίψεις,
άνοιξε τις ποδάρες της,
χωρίς αιδώ και φειδώ.
Ναι, είναι καριόλα,
σε καταδυναστεύει,
δε σ'αφήνει να χαμογελάσεις,
μόλις σε δει,
έρχεται εκεί,
στέλνει τους γνωστούς συνομώτες της,
τα φώτα της,
να σου θυμίζουν πως ο,τι ζεις
είναι ψέμα,
είναι προσωρινό,
είναι σαν να κάνεις έρωτα μ'έναν άγνωστο για ένα βράδυ,
και ξέρεις, οτι το πρωί, όλα θα ναι τελειωμένα,
και θα φροντίσεις να έχεις φύγει νωρίς νωρίς,
μη ξημερώσει και χρειάζονται εξηγήσεις.
Ετσι κι η πόλη αυτή,
σαν μια γυναίκα της βραδιάς,
ξελογιάστρα, με τα κραγιόνια της και τα χρυσαφικά της,
σαν άντρας μελαγχολικός στέκεται και σε κοιτάζει,
και ληγόνεται,
και θέλει κι άλλο,
κι άλλη ζωή, κι άλλο κορμί,
αχόρταγη στέκει,
έτοιμη να μας κατασπαράξει,
να μας χώσει βαθιά στα σκέλια της,
να μη ξεφύγουμε απο αυτή.
Εχει το τρόπο της η καριόλα,
μας βουλιάζει,
μας λησμονεί,
μας φτύνει,
αλλά στο κάθε βλέμμα που μας ρίχνει,
θέλουμε να γυρίσουμε πίσω,
σαν άντρα που ερωτευτήκαμε πολύ.




Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

ανάπηρη ελληνική κοινωνία.

Αντί να πεις τα σύκα, σύκα ,
και τη σκάφη, σκάφη, 
κρύβεσαι, για να έχουν οι άλλοι καλή γνώμη για σενα.
Γιατί σ' αυτό το χωριό,
μη νομίζετε, 
όλα συμβαίνουν, 
χασίσια σε στενά,
γαμήσια σε παραλίες, 
οικογενειακοί τσακωμοί, 
εκτρώσεις,
παιδιά γεννημένα εκτος γάμου,
όλα αυτά που η κοινωνική ηθική 
αποδοκιμάζει. 
Κι έτσι οι καημένοι, 
προτιμούν να κρύβονται πίσω απ το δαχτυλο τους, 
ενώ όλοι οι υπόλοιποι ξέρουν. 
Και μοιάζει γελοίο και προσποιητό,
ανάπηρη ελληνική κοινωνία. 
Ανάπηρος κόσμος, ηλίθιος.
Πόσο τους σιχαίνομαι, 
πόσο τους βαριέμαι. 
Και το χειρότερο,
όλα αυτά δεν συμβαίνουν μόνο σ αυτό το αποκομμένο νησί, 
αλλά παντού συναντώ κόσμο να ζει για τον κόσμο. 
Και τελικά, τι σε νοιάζει η κοινή γνώμη ; 
Αντε να γαμηθούν οι κοινοί,
μας ενδιαφέρει η γνώμη ανθρώπων που εκτιμάμε,
και προσωπικά δεν εκτιμώ και πολλούς,
ούτε 10 απ' όσους έχω γνωρίσει ως τώρα στη μικρή ζωή μου. 

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

ατιτλο

Μου θύμιζαν κάτι τραγικά ζευγάρια.
Αυτά που κάθε τι σεξουαλικό έχει πάψει αναμεσα τους
και πρσπαθούν να περισυλλέξουν τις στάχτες τους,
αυτό το τίποτα που απέμεινε,
πιέζοντας ο ένας τον άλλον,
απαιτώντας χρόνο ο ένας απο τον άλλον,
ενώ ο καημένος που έπαψε να θέλει,
υποφέρει,
αλλά υποκύπτει στους ψυχολογικούς εκβιασμούς.

Δεν ξέρω αν μοιάζει με κωμωδία ή με τραγωδία
ετούτη η σκήνη,
πάντως βρωμάει "αγάπη" καταπιεστικη,
σχεδόν γίνεται τυραννία βαθιά που με χαρακώνει,
μπόχα προστασίας τάχα μου και δήθεν έγνοια.
Κανείς δεν έμαθε ότι η αγάπη δεν καταπιέζει για χάριν της αγάπης,
κανείς δεν προστατεύει ασφυκτικά, επειδή δήθεν τάχα αγαπάει
και θέλει να σε δει.
Τράβα ζήσε, σου λέει όποιος σ' αγαπάει.

Είναι αυτή η σκηνή που παίζει με τα νεύρα μου,
μα μένω γαλήνια,
ένα καζάνι που μέσα του βράζει το νερό καυτό,
έτοιμο να αφρίσει και ν αρχίσει να καίει ο,τι βρει στο περασμά του,
μα περιμένει.
Περιμένει.
Ο τόνος της φωνής μου παραδόξως σταθερός και ήμερος,
μα τα μάτια μου αγρίεψαν σαν θάλασσα που σεκαταυροχθίζει,
εκείνη την εκδικητική θάλασσα του χειμωνιάτικου βορειά.

Αφορισμοί, κραυγές,
ματά ηλίθιες αγκαλιές,
που είναι σαν ταπείνωση.
Δεν δοκίμασες την ελευθερία ακόμα.
Ακόμα;
Κοιτα να δεις.
ΠΟτέ δεν θα την ανακαλύψεις.

Γίνομαι εγώ η ασυμβίβαστη,
η αχώνευτη,
η δύσκολη,
η αλήτρα,
η πουτάνα,
η α-δέσποτη.
Ευχαριστώ.


2
Πετέχτηκα απο τη μήτρα σου,
σαν ένας σπόρος που άνθισε.
Κι ήμουν καταδικασμένη.
Ημουν ελεύθερη.
Ημουν ασυγχώρητη,
διψασμένη για το νέκταρ,
αχόρταγη στην αμαρτία,
Με γέννησες ξανά.
Με γέννησες εκ νέου,
εσύ γλυκιά μητέρα,
και με μεγαλώνεις
αργά, σταθερά, ελεύθερα,
κι η αγωνία σου;
Να σκωτώσεις την θλίψη μου,
τους φόβους μου να τους συντρίψεις,
κι εγώ εκεί μαζί σου μ΄έναν δεσμ΄'ο πνευματικό.
Και τα βράδια που έμενα πειθήνια συο κρεβάτι μου πίνοντας
και παλεύοντας να με εξηγήσω,
ερχόσουν και ψυθίριζες
"Μην εξηγείς. Απλά εσύ ζεις.
Κι είναι αλλιώτικο.
Εσύ δεν θα γίνεις ανθρωπάκι,
κατάλαβες;
Μέσα σου, μέσα σου είναι ο ΘΕΟΣ.
Και με χαϊδευες, με χτύπαγες κι αλύπητα,
με ελευθέρωνεις όμως,
γιατί χωρίς εσένα εγώ,
τι θα γινόμουν ;
Είσαι η ενθαρυνση μου.
-Προχώρα.Προλαβαίνεις.
κι εγώ σώπασα,
αλλά κοίταγα τον ήλιο,
παλεύοντας να ανασηκωθώ.


Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Επέστρεψε λοιπόν στην οικογενειακή στέγη κι ο άσωτος υιός,
στην περίπτωσή μας η άσωτη. 
Και της στήσανε γιορτή, για την επιστροφη της,
μόνο που δεν επέστρεψε μετανοιωμένη και δεν επέστρεψε για πάντα. 
Είναι περαστική απο το σπίτι της. 
Εδωσε μια στο τραπέζι, το κλώτσησε
κι ήθελε να τους φυτύσει στα μούτρα.
Δεν άξιζε ούτε τον κόπο. 
αυτή θα ζήσει.