Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

ατιτλο

Μου θύμιζαν κάτι τραγικά ζευγάρια.
Αυτά που κάθε τι σεξουαλικό έχει πάψει αναμεσα τους
και πρσπαθούν να περισυλλέξουν τις στάχτες τους,
αυτό το τίποτα που απέμεινε,
πιέζοντας ο ένας τον άλλον,
απαιτώντας χρόνο ο ένας απο τον άλλον,
ενώ ο καημένος που έπαψε να θέλει,
υποφέρει,
αλλά υποκύπτει στους ψυχολογικούς εκβιασμούς.

Δεν ξέρω αν μοιάζει με κωμωδία ή με τραγωδία
ετούτη η σκήνη,
πάντως βρωμάει "αγάπη" καταπιεστικη,
σχεδόν γίνεται τυραννία βαθιά που με χαρακώνει,
μπόχα προστασίας τάχα μου και δήθεν έγνοια.
Κανείς δεν έμαθε ότι η αγάπη δεν καταπιέζει για χάριν της αγάπης,
κανείς δεν προστατεύει ασφυκτικά, επειδή δήθεν τάχα αγαπάει
και θέλει να σε δει.
Τράβα ζήσε, σου λέει όποιος σ' αγαπάει.

Είναι αυτή η σκηνή που παίζει με τα νεύρα μου,
μα μένω γαλήνια,
ένα καζάνι που μέσα του βράζει το νερό καυτό,
έτοιμο να αφρίσει και ν αρχίσει να καίει ο,τι βρει στο περασμά του,
μα περιμένει.
Περιμένει.
Ο τόνος της φωνής μου παραδόξως σταθερός και ήμερος,
μα τα μάτια μου αγρίεψαν σαν θάλασσα που σεκαταυροχθίζει,
εκείνη την εκδικητική θάλασσα του χειμωνιάτικου βορειά.

Αφορισμοί, κραυγές,
ματά ηλίθιες αγκαλιές,
που είναι σαν ταπείνωση.
Δεν δοκίμασες την ελευθερία ακόμα.
Ακόμα;
Κοιτα να δεις.
ΠΟτέ δεν θα την ανακαλύψεις.

Γίνομαι εγώ η ασυμβίβαστη,
η αχώνευτη,
η δύσκολη,
η αλήτρα,
η πουτάνα,
η α-δέσποτη.
Ευχαριστώ.


2
Πετέχτηκα απο τη μήτρα σου,
σαν ένας σπόρος που άνθισε.
Κι ήμουν καταδικασμένη.
Ημουν ελεύθερη.
Ημουν ασυγχώρητη,
διψασμένη για το νέκταρ,
αχόρταγη στην αμαρτία,
Με γέννησες ξανά.
Με γέννησες εκ νέου,
εσύ γλυκιά μητέρα,
και με μεγαλώνεις
αργά, σταθερά, ελεύθερα,
κι η αγωνία σου;
Να σκωτώσεις την θλίψη μου,
τους φόβους μου να τους συντρίψεις,
κι εγώ εκεί μαζί σου μ΄έναν δεσμ΄'ο πνευματικό.
Και τα βράδια που έμενα πειθήνια συο κρεβάτι μου πίνοντας
και παλεύοντας να με εξηγήσω,
ερχόσουν και ψυθίριζες
"Μην εξηγείς. Απλά εσύ ζεις.
Κι είναι αλλιώτικο.
Εσύ δεν θα γίνεις ανθρωπάκι,
κατάλαβες;
Μέσα σου, μέσα σου είναι ο ΘΕΟΣ.
Και με χαϊδευες, με χτύπαγες κι αλύπητα,
με ελευθέρωνεις όμως,
γιατί χωρίς εσένα εγώ,
τι θα γινόμουν ;
Είσαι η ενθαρυνση μου.
-Προχώρα.Προλαβαίνεις.
κι εγώ σώπασα,
αλλά κοίταγα τον ήλιο,
παλεύοντας να ανασηκωθώ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου