Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Κομοτηνή~μια άλλη όψη.

H πόλη το χειμώνα συννεφιάζει,
είναι σαν να τη λησμόνησαν όλοι
και μόνο η βροχή τη θυμάται.
Ξυπνάει, ανοίγει τα μάτια της,
αλλά τα βλέπει υγρά,
την σκεπάζουν τα βαριά σύννεφα,
το κρύο είναι τσουχτερό,
κοιτάζει εμάς απο απόσταση,
με κείνο το φθονερό ύφος της,
γιατί να ζούνε;
Κι έτσι μας εκδικείται,
ανάβει τα κίτρινα φώτα της στην Βενίζελου,
αυτή που τόσες φορές μας μέθυσε με τα καμωματα της,
ζηλεύει που εμείς εκεί ζούμε και δεν το βάζουμε κάτω.
Κι ετούτη την πόλη την αγαπήσαμε κάποτε κι εμείς.
Ομως, μας ξέχασε, κι εμείς πάλι ξεχαστήκαμε στην αγκαλιά της,
λες κι είναι έρωτας ζωής.
Την βρίσαμε, την αποπήραμε,
μα εκεί καταλήξαμε πάλι,
εκεί στην απαίσια ασφαλεια της,
στα ίδια μέρα, στα ίδια θλιμμένα κι απελπισμένα μπαρς,
που μας καλούν να ακουμπήσουμε όλο μας το πόνο
και να τον μετατρέψουμε σε αλκοόλ.
Είναι τα ίδια μπαρς, που πριν κανα χρόνο και βάλε,
γνωρίσαμε τους φίλους μας, τους ανθρώπους μας,
αυτούς που μας πικράνανε και μας κανάνε να κλάψουμε
για εκείνο που δεν ελπίζαμε ποτέ,
οτι δηλαδή καμιά φορά στη ζωή,
υπάρχουν κι άνθρωποι που σ΄ αγαπάνε έτσι, χωρίς όρους.
Είναι τα χρόνια μας αυτά, τα φοιτητικα μας,
που νιώθω πως κοντεύουν να περάσουν,
και στη σκέψη αυτή δακρύζω.
Είναι τα χρόνια μας, τα πιο καλά μας χρόνια,
τα εικοσι μας χρόνια, που θυσία τα κάνουμε σ'αυτή τη πόλη.
Πόσο μελαγχολική αυτή η πόλη,
ολόκληρη είναι ένας χωρισμός,
ένα τελευταίο φιλί,
κι ύστερα, μια νοσταλγία.
Σαν να σε ειρωνεύεται αυτή η πόλη,
το κάθε της σοκάκι σου σκάει ένα σαρδόνιο γέλιο,
ένα "καλά να πάθεις", σαν να σε εκδικείται,
σαν εραστής που τον απάτησες.
Αυτή η πόλη, σαν ανέραστη γυναίκα,
σου ρουφάει το αίμα,
όσα κι αν της δώσεις πάντα θέλει κάτι παραπάνω,
γυρεύει να σε εξουθενώσει,
στιγμή δεν σ' αφήνει να χαλαρώσεις,
να ευχαριστηθείς,
πάντα σου πετάει και μια θλίψη στο πιάτο,
"πάρε να χεις σου λέει",
κι ύστερα σου ανάβει τα κίτρινα φώτα στη Βενιζέλου,
κι εσύ περπατάς μεθυσμένος,
απο το κρασί ή απο τα φώτα ή απο την ατμόσφαιρα,
δεν ξέρεις.
Αφορμές πάντα έχει για σε κάνει να νιώσεις τον ρυθμό της,
τον δικό της γριζο ρυθμό,
αυτόν που σου βάζει το μαχαίρι στο λαιμό,
κι ο,τι κι αν κάνεις δεν θα γλυτώσεις ποτέ.
Οσο μακριά κι αν πας, την αναζητάς,
τι κι αν κάθε πρωί με το ζόρι ανοίγεις το παράθυρο ;

Είναι αυτή η πόλη που δεν σ'αγκάλιασε ποτέ,
δεν ήταν ποτέ φιλόξενη στη χαρά,
μόνο σε μεγάλες θλίψεις,
άνοιξε τις ποδάρες της,
χωρίς αιδώ και φειδώ.
Ναι, είναι καριόλα,
σε καταδυναστεύει,
δε σ'αφήνει να χαμογελάσεις,
μόλις σε δει,
έρχεται εκεί,
στέλνει τους γνωστούς συνομώτες της,
τα φώτα της,
να σου θυμίζουν πως ο,τι ζεις
είναι ψέμα,
είναι προσωρινό,
είναι σαν να κάνεις έρωτα μ'έναν άγνωστο για ένα βράδυ,
και ξέρεις, οτι το πρωί, όλα θα ναι τελειωμένα,
και θα φροντίσεις να έχεις φύγει νωρίς νωρίς,
μη ξημερώσει και χρειάζονται εξηγήσεις.
Ετσι κι η πόλη αυτή,
σαν μια γυναίκα της βραδιάς,
ξελογιάστρα, με τα κραγιόνια της και τα χρυσαφικά της,
σαν άντρας μελαγχολικός στέκεται και σε κοιτάζει,
και ληγόνεται,
και θέλει κι άλλο,
κι άλλη ζωή, κι άλλο κορμί,
αχόρταγη στέκει,
έτοιμη να μας κατασπαράξει,
να μας χώσει βαθιά στα σκέλια της,
να μη ξεφύγουμε απο αυτή.
Εχει το τρόπο της η καριόλα,
μας βουλιάζει,
μας λησμονεί,
μας φτύνει,
αλλά στο κάθε βλέμμα που μας ρίχνει,
θέλουμε να γυρίσουμε πίσω,
σαν άντρα που ερωτευτήκαμε πολύ.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου