Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Καθημερινότητα σε μία μεγαλούπολη.

Το κενό είναι δυσαναπλήρωτο κάτι τέτοιες Κυριακές. Κυριακάτικη μελαγχολία, σκέφτομαι,και κυλιέμαι στον καναπέ μέχρι  τις τρείς το μεσημέρι. Ύστερα νευριάζω με τον εαυτό μου. Δεν έχεις κανένα αντικειμενικό πρόβλημα,  σκέφτομαι. Απλά βαριέσαι. Δεν κάνεις τίποτα σήμερα και μελαγχολείς. Οπότε σηκώνομαι πάνω από τον καναπέ, να μαγειρέψω, να διαβάσω και να κάνω ένα σωρό δουλειές. Τελευταία βιώνω μία κατά κάποιον τρόπο εκούσια κοινωνική απομόνωση, 
η οποία  με καταβάλλει. Εκούσια είναι γιατί θέλω να βγω με τους ανθρώπους που εγώ θέλω, και όχι με όποιον τυχαίο προτείνει να πάμε μία βόλτα. οι άνθρωποι που αγαπώ, έχουν όμως υποχρεώσεις, όπως άλλωστε κι εγώ. 
Στριμώξαμε τις ζωές μας σε σαράντα οχτώ ώρες. Τις υπόλοιπες πέντε ημέρες δουλεύουμε μέχρι τ' απόγευμα και στη συνέχεια όλοι μορφωνόμαστε, για να πάρουμε σε δύο χρόνια το αξιοσέβαστο ποσό των 700 ευρώ εργαζόμενοι σε διάφορα γραφεία. Κι από κει και ύστερα, όποιος θέλει και έχει όρεξη, πρέπει να κυνηγήσει πελάτες, ώστε να τους πάρει την υπόθεση και να βγάλει και κάνα φράγκο έξτρα, για να πληρώσει το ενοίκιο του. Κατά τα άλλα είμαστε επιστήμονες. Η δική μας γενιά κάνει μεταπτυχιακά, εικονικές δίκες, σεμινάρια, αγορές επιστημονικών βιβλίων on line, μιλάει 2-3 γλώσσες σε άριστο επίπεδο και έχει την "τύχη" να ζει στην Ελλάδα του 2016, όπου τα όνειρα έχουν καταρρεύσει και το μόνο που πια κυνηγάει κανείς είναι η επιβίωση. Το ζην είναι η βασική επιδίωξη, αλλά το ευ ζην ξεχάστηκε. Ξεχαστήκαμε εδώ κάτω στα λασπόνερα και στις πέτρες. Στο μεταξύ οι γονείς τσοντάρουν στους τραπεζικούς μας λογαριασμούς, και εμείς πηγαίνουμε και τραβάμε με όση αξιοπρέπεια μας έχει μείνει 100-100 ευρώ, για να πληρώσουμε λογαριασμούς. Τα χρήματα που απομένουν για την πάρτυ μας ξοδεύονται είτε σε θέατρα είτε σε συναυλίες και σε κάποια τσίπουρα. Κάποιοι που είναι πιο κυριλέ γενιά δικηγόρων, πηγαίνουν και στο Κολωνάκι. ο κόσμος τους βλέπει και νομίζει ότι πληρώνονται με παχυλούς μισθούς, αλλά εμείς του συναφιού, ξέρουμε την πάσα αλήθεια. Άσχετο, αν κανείς δεν την ομολογεί: Την υπόλοιπη εβδομάδα θα είσαι πανί με πανί και θα μετράς τα ρέστα σου. Κάποιες φορές σκέφτεσαι ότι αυτός ο αγώνας κάποτε θα αποδώσει καρπούς. Είναι που η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Κι αν δεν υπήρχε η ελπίδα, θα νιώθαμε ότι μάταια παλεύουμε για όλα αυτά που μας ανήκουν και κυρίως για μια γνήσια αξιοπρέπεια. Βέβαια, ξεχνάμε όλοι ότι ελπίδα είναι υπεύθυνη για την έλλειψη κοινωνικής σύγκρουσης. Αλλά τι τα θες αυτά τώρα ; Ψιλά γράμματα. Ποιοί τα πιστεύουν αυτά ; Κάτι γραφικοί από το χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς ή για να το θέσω αντικειμενικότερα, όλοι όσοι ασπάζονται την κομμουνιστική θεώρηση της οικονομίας και της κοινωνίας. 
Στο μεταξύ, η κοινωνική απομόνωση είναι καθεστώς. Καθώς έχουμε στριμώξει την ζωή μας μέσα σ ένα Σαββατοκύριακο, αρχίζουμε να ζούμε από την Παρασκευή το βράδυ μέχρι το απόγευμα της Κυριακής. Ζούμε δηλαδή περίπου 70 ώρες την εβδομάδα. Σ αυτές τις 70 ώρες πρέπει να ανακτήσουμε την εργασιακή μας δύναμη, κοινώς να ξεκουραστούμε,  να διαβάσουμε είτε για τη δουλειά μας είτε άσχετα πράγματα που κατατείνουν στην τέρψη μας ή στην αναζήτηση του εαυτού μας, να πάμε στο σούπερ μάρκετ και να δούμε... τους φίλους μας είτε τους εραστές μας. Οπότε καλείται κανείς να κάνει μία επιλογή: ή θα δει τον εραστή του είτε θα δει τους φίλους του. το να δεις και τους δύο είναι συχνά δύσκολο, είτε γιατί τα προγράμματα των φίλων και των εραστών δεν συμπίπτουν είτε γιατί δεν το έχεις προγραμματίσει καλά είτε γιατί είναι θέμα επιλογής. Οι περισσότεροι επιλέγουμε να δούμε τους εραστές μας. Η αξία της φιλίας δεν ξέρω αν έχει παραγκωνιστεί, αλλά ο χρόνος που βρίσκουμε για τους φίλους μας είναι μηδαμινός, αν και όταν τον βρούμε. Στριμώχνουμε τους φίλους μας ανάμεσα στο "break " μας από συγγραφές εργασιών, από ερωτικά τετ α τετ, από δουλειές του σπιτιού. Χωράνε άραγε οι φίλοι μας σε δύο ώρες ; χωράνε οι φίλοι μας σε μία μπύρα ή σε ένα σινεμά ή σε ένα θέατρο ; Αναρωτιέμαι απλώς. 
Μύδρους δεν εξαπολύω κατά κανενός φίλου ή μη φίλου.Κατηγορώ μόνο το μυαλό μας και την θεώρηση του κόσμου μας. Και γίνομαι σαφέστερη: Η αποστέρηση της επικοινωνίας από τους φίλους μας, οδηγεί σχεδόν τους πάντες από εμάς στην ανάγκη για άλλου είδους επικοινωνία, την οποία αφελώς αναζητάμε στον έρωτα. Η κοινωνία μοιάζει να είναι διαμορφωμένη για δύο: Ενοικιάζουμε σπίτια με τους εραστές μας από μία ηλικία και μετά, βγαίνουμε τα σαββατόβραδα μαζί τους και μαζί με άλλα φιλικά ζευγάρια, πηγαίνουμε ρομαντικές εκδρομές με την εκάστοτε σχέση μας, ακούμε μουσικές που υμνούν τον έρωτα και το όργιο μέσα στο οποίο χωράνε μόνο δύο, δεν έχει τέλος. Μη παρεξηγηθώ, δεν στρέφομαι κατά του έρωτα. Στρέφομαι κατά αυτού που οι άνθρωποι ονόμασαν έρωτα: Απομακρυνόμαστε από τους φίλους μας, ιδιωτεύοντας σε στιγμές μαζί με το εκάστοτε αντικείμενο του πόθου μας, και νομίζουμε ότι έτσι επικοινωνούμε. Βαφτίζουμε την ανάγκη για σεξουαλική επαφή ως έρωτα, αναζητούμε την επικοινωνία που δεν έχουμε σε άλλες μορφές σχέσεων σε ερωτικές σχέσεις, και αυτεξαπατώμαστε νομίζοντας ότι όλη αυτή η ωραία ιστορία, δεν θα αποδειχθεί ένα μάταιο παραμύθι. Γιατί στο τέλος η εκάστοτε ερωτική ιστορία, θα αποδειχθεί μία φενάκη με ελάχιστες εξαιρέσεις. Βέβαια, κάθε φορά που ερωτεύεσαι, νομίζεις ότι αυτή τη φορά θα συμβεί η εξαίρεση. Αν δεν το πιστέψεις αυτό, δεν μπορείς να ερωτευτείς, οπότε φίλοι μου ερωτευμένοι και ρομαντικοί μη νομίσετε ότι σας ψέγω.. . - Εξάλλου, οι απόλυτα ορθολογιστές άνθρωποι, δεν μπορούν να ερωτευτούν ποτέ βαθιά και δυστυχώς δεν ανήκω σ αυτή τη κατηγορία ανθρώπων. Ασχετο, που θα ήθελα- Βέβαια στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο έρωτας θα φύγει, γιατί είτε το συναίσθημα το δικό μας θα τελέψει είτε το συναίσθημα του άλλου θα σταματήσει να είναι τόσο έντονο όσο ήταν και θα αρχίσει να μας βαριέται. Ναι, ναι, συμβαίνει κι αυτό, όσο απίστευτο και να μοιάζει αυτό στα μάτια ενός ερωτευμένου. Και ύστερα με το τέλος της μίας ιστορίας, ψάχνουμε όλοι την επόμενη ιστορία, τον επόμενο άνθρωπο που θα βαφτίσουμε στην καλύτερη των περιπτώσεων συνοδοιπόρο μας και στην χειρότερη αποκούμπι μας. Όμως, η αυλαία έχει πέσει και η σκηνή έχει αδειάσει, και έχουμε βρεθεί μόνοι πάνω σ ένα άδειο θέατρο να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς συνέβη. Πώς να χωρέσει τόση ερημιά μέσα σε μία καρδιά ; Και συνεχίζουμε να πιανόμαστε από τον πρώτο συναισθηματικά διαθέσιμο άνθρωπο, χτίζοντας παλάτια στην άμμο, κι αυτό το βαφτίζουμε αγάπη. Μα όταν θα φύγει κι αυτός, τότε θα συνεχίσουμε την μοναχική μας πορεία. Και κάπου εκεί επιστρέφουν οι φίλοι σαν να είναι παυσίπονα, σαν ασπιρίνες, μέχρι να τους ξαναξεχάσουμε. Πότε όμως θα καταλάβουμε ότι η αμνησία αυτή ουδέν νόημα έχει ; Μάλλον ποτέ, αφού ζούμε σ έναν κόσμο φτιαγμένο για δύο. Και κάθε φορά που ο άλλος θα φεύγει, θα μένουμε φοβισμένοι, απογοητευμένοι και αδύναμοι. Δεν μας λυπάμαι. Είμαστε άξιοι της μοίρας μας.  Αυτό μας αξίζει.  


Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Το αγγιγμα σου λείπει.
Εξω όλα μοιάζουν παγωμένα. 
Κοιτάζω γύρω. 
Δεν είσαι πουθενά.
Αντικαθιστώ την παρουσία σου 
με τη φλόγα του τζακιού.
Πλησιάζει τόσο κοντά η πλάτη μου, 
τη νιώθω να καίει. 
Σκέφτομαι ότι είσαι ξανά εσύ που με καίς. 
Μα πια δε με καίει τίποτα. 
πέτρα έγινα.

Κανείς δεν αγγίζει τη ψυχή μου.
Τα μάτια μου ξέβαψαν και γίναν πια λευκά
απ τα δάκρυα. 
και το κορμί μου γέρασε
κι ούτε πια αίσθηση έχει χαδιού, 
θαρρείς και ξεχάστηκε εδώ κάτω στην άβυσσο. 
Επιτήδια χυδαία αγγίγματα περαστικών, 
αυτό θα ναι πια η ζωή μου. 
Και μη λογαριάζεις άλλην άνοιξη, 
μήτε άλλο καλοκαίρι, 
μήτε διόλου φως.

Απο δω και μπρος σκοτάδι βαθύ, 
πόνος ανείπωτος, ανιαροί εραστές, 
λικνίσματα δίχως αύριο, 
ποτήρια γεμάτα με αλκοόλ,
 αλλά ίχνος αγάπης δεν έμεινε.

καληνύχτα. 

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Στην Ομορφιά.

 Ξυπνάς τον πόθο.
Στέκεις στο κέντρο του σύμπαντος . 
Αιτία γέλιου γίνεσαι, 
αλλά και πίκρες και βάσανα φέρεις.  
Λικνίζεσαι εκεί στο φως, 
 όπως η πυγολαμπίδα στο μισοσκόταδο. 
Με άλικο χρώμα ντύνεσαι,  
σαν ηθοποιός σε μία σκηνή για δύο, 
θαμπώνεις τους θαμώνες του θεάτρου. 
Πειστικός μοιάζει ο μύθος σου
 ακόμα και στους πιο άπιστους.  
Αρχέγονη ερωτική παρουσία, 
για χάρη σου λαοί σφαγιάστηκαν. 

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Ντουζ.

Δεκέμβρης. Ο μήνας των καταθλιψεων. Εμένα διόλου δε μ επηρέασε αυτή η εορταστική ατμόσφαιρα. Είμαι πάντα θλιμμένη. Δε χρειάζομαι τα φώτα. 

Απόγευμα της Τρίτης,κάθομαι στον καναπέ με κλειστά φώτα, έξω ρίχνει ψιλόβροχο. Ο ουρανός είναι κόκκινος. Αναψα θερμοσίφωνα για μία ώρα. Ηθελα να έχω καυτό νερό, ώστε να γεμίσω τη μπανιέρα. είναι κάτι που το έχω κάνει άλλη μία φορά στη ζωή μου. Τελικά δε γέμισα τη μπανιέρα μέχρι πάνω.Μόνο το ένα τέταρτο της γέμισε. Ακούω το νερό να πέφτει πάνω μου. Ωραίος ήχος. Μετά αποφασίζω να ξαπλώσω μέσα στη μπανιέρα. Τα στρογγυλά σημεία του σώματος μου είναι εκτός του νερού. Προσπαθώ να ακούσω. Το νερό στα αυτιά μου δίνει την αίσθηση μίας μονότονης βουής, σαν να αφουγκράζεσαι ένα κοχύλι- μία μπουρού. Νομίζω ότι το σώμα μου βαραίνει όσο κάθομαι εδώ. Σχεδόν δεν το νιώθω ; Είμαι εικοσιτέσσερα. νιώθω πενήντα τέσσερα. Κουρασμένη, σχεδόν δίχως κουράγιο να πάω παραπέρα. Αλλά πρέπει να πάω και θα πάω.Τις τελευταίες μέρες βουρκώνω συχνά εξ αιτίας κάποιων συνειρμών. - Γαμημένοι συνειρμοί.- πώς είναι άραγε να κόβει κάποιος τις βλέβες του ; Πρέπει να πονάει, σκέφτομαι. Οχι, μην ανησυχείς, δεν έχω αυτοκτονικές τάσεις, απλά το σκέφτηκα  προς στιγμήν.Κοιτάζω τους υδρατμούς που κυλάνε στο μπλέ πλακάκι. Κάποτε σαν υδρατμός έτρεχε ο ιδρώτας πάνω μου. Κάποτε υπήρχαν ένοχα μυστικά μόνο για δύο. τώρα πια  δεν έχω ένοχα μυστικά, ούτε με απασχολεί να έχω. Τώρα πια δεν καίγομαι. Είμαι πάγος. 
- Χτυπάει το τηλέφωνο. Ποιός τολμάει να διακόπτει την καταγραφή των τραυμάτων μου ; Μα επιτέλους. Δυστυχώς υπάρχει η πραγματική ζωή. Ενα σωρό πεζές υποχρεώσεις. Πρέπει να επιβιώσουμε με κάποιον τρόπο. -Κοιτάζω πάνω στο ταβάνι. Αγγίζω το δέρμα μου. Κοίτα. Εχω το σημάδι στο γόνατο από εκείνη την ημέρα που πέσαμε μαζί με το ποδήλατο. Ισως αυτός είναι ένας τρόπος να έχω κάτι από σένα. Αφού  είναι πολύ δύσκολο να εχουεμε στο σώμα μας ορατά σημάδια  ανθρώπων . Μόνο στην καρδιά υπάρχουν τα σημάδια.Μα είναι αθέατα. Στον κανονικό κόσμο ζω φυσιολογικά. Κάποιες μέρες γελάω.Πίνω. Βγαίνω με άλλους. 

"Χωρίζουμε για να μοιραστούμε τη ζωή μας  με άλλους. Που καίνε λιγότερο,που είναι λιγότερο επικινδυνοι...
Κανείς δε με καίει πια. 
Θάλασσα έγινα. 

Σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι. Δεν θα είναι κανένας φίλος, μήτε γνωστός, μήτε εραστής. Θα κάνουν επισκευές στο σπίτι μου. Στην καρδιά μου μπορεί κανείς να κάνει επισκευές; Ε; Σας ρωτάω. Εγώ πάντως δε μπορώ. Ισως πρέπει να παραιτηθώ της προσπάθειας, αλλά δεν μπορώ. Δεν έχω παραιτηθεί σχεδόν από καμία προσπάθεια στη ζωή μου. Μου λες να πάω σε ψυχολόγο. Φούμαρα. Δε θέλω ψυχολόγους. Μάλλον η γιατρειά είναι η ποίηση. Κι ίσως κι η ΑΓΆΠΗ. Αλλά το είδος αυτό είναι σπάνιο. Κι οι άνθρωποι γύρω σχεδόν απαίσιοι: επικεντρωμένοι μόνο στον εαυτό μας, πώς θα αγαπήσουμε ; Ερμαια του εγωτισμού μας, είμαστε όλοι μας. 


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Παρένθεση.

Σάββατο βράδυ ο κόσμος βγαίνει έξω να διασκεδάσει. Εγώ αφενός δεν έχω παρέα που να βγει σήμερα, αφετέρου δεν έχω όρεξη. Εξάλλου,αυτά τα δύο φαινόμενα είναι συχνά πια. Είμαι σ αυτή τη κατάσταση πάνω από ένα χρόνο. Η θλίψη σκέφτομαι πρέπει να μοιάζει με δίνη που σε ρουφάει   κάτω στον θαλασσινό βυθό. 
Δεκέμβρης έφτασε κιόλας-γρήγορα περνά ο καιρός. Άναψα το φωτάκια της βιβλιοθήκης μου, αυτά τα Χριστουγεννιάτικα,τα μικροσκοπικά και τη σόμπα μου. Απότομο κρύο στη πόλη. Σήμερα μόλις κατέβηκα από το αεροπλάνο αντίκρισα πυκνά και μαύρα σύννεφα. Ίσως αυτά έδωσαν κάποιες αφορμές προκειμένου να με πιάσει ένα πνίξιμο. Έφτασα στη πόλη. Έκανα μία βόλτα στα μαγαζιά. Είδα ένα φόρεμα. Σκέφτηκα να μπω μέσα να το αγοράσω. Δεν το έκανα. Εχει πιάσει το κόλπο: Να μη κυκλοφορώ με πολλά λεφτά, για να μη καταναλώνω. Σκέφτομαι, ότι πρέπει να αγοράσω κανένα φόρεμα. Φτάνει πια με τα παντελόνια και σακάκια. Βαρέθηκα να ξυπνάω, να βιάζομαι να φύγω από το σπίτι, στο τέλος να φεύγω σχεδόν αχτένιστη. Κάθε πρωί φοράω το ελάχιστο απαιτούμενο σακάκι. Δεν νιώθω γυναίκα πια. Δεν έχω όρεξη για τίποτα. Ούτε για τους ελάχιστους καλλωπισμούς που έκανα πάντα. Γενικά τον τελευταίο καιρό βαριέμαι τα πάντα. Σκέφτομαι από πότε έχω να κάνω έρωτα ή έστω να κάνω σεξ. Πρέπει να ήταν μία Κυριακή κάπου δύο μήνες πριν. Σκέφτομαι ότι αυτό δεν είναι υγιές στα 25, αλλά δεν έχω όρεξη καμιά. Οι σεξουαλικές μου ανάγκες μου περνάνε παγερά αδιάφορες αυτή τη στιγμή.

Οι συναισθηματικές μου ανάγκες από την άλλη πρέπει κάπως να καλυφθούν. Αλλά πώς ? Τον τελευταίο καιρό με με κουράζουν οι άνθρωποι, το σπίτι είναι καταφύγιο καταλαγιάζει ο θόρυβος, μπορώ να λέω ό,τι θέλω χωρίς να με κατακρίνει κανείς, χωρίς να  πρέπει να κάνω δεύτερες σκέψεις, χωρίς τελοσπάντων κανέναν ενοχλητικό και αναίσθητο άνθρωπο πάνω από το κεφάλι μου. Νομίζω ότι έχω βιώσει το χειρότερο χρόνο της ζωής μου.Νομίζω ότι αυτή η απουσία μου στοιχίζει πολύ. Μέρες μέρες θέλω μόνο να κοιμάμαι. πριν έναν μήνα δεν ήθελα να σηκώνομαι από το κρεβάτι. Κι όταν σηκωνόμουν αναγκαστικά η μέρα ήταν ένα μαρτύριο. Ενα συνεχόμενο αίσθημα μελαγχολίας, θλίψης και κενού και μοναξιάς. Στην αρχή μάλλον ήταν ανυπόφορα όλα αυτά. Εξού κι οι  άνθρωποι- αντιβιώσεις...Πλέον χρειάζομαι χρόνο για μένα.Δεν έχω χρόνο για τους άλλους.
Νιώθω ότι η ζωή κυλάει γρήγορα. Τρέχω συνεχώς. Κάνω αρκετά πράγματα εφέτος, αλλά και πάλι δεν μου είναι αρκετά. Πάλι νιώθω ανεπαρκης κι ενοχική. Παγίδα του συστήματος θα μου πεις, κι άλλα θα μου πεις, τα ξέρω.


Δεν έχω ωραία λόγια να εκφράσω τον πόνο μου και την απογοήτευση μου.
Είμαι παγωμένη.

Εχει έρθει δέμα από το νησί.
Με τσίπουρο.
Τ ανοίγω.
Βάζω στο ποτήρι.
Στρίβω τσιγάρο.
" Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά... είσαι μικρός και δεν χωράς τον αναστε- τον ανεστεναγμό μου... "
Είσαι ωραίος Μπιθικώτση.

Λαικός πόνος.
Λαική μουσική.
Εργατιά, φτώχεια, βιοπάλη,
κι ας με μεγάλωσε η μάνα μου στα πούπουλα,
εγώ αυτούς αγαπάω,
τους ανθρώπους του μόχθου,
με το φιλότιμο, το γέλιο, τη μπέσα.

Ολα αυτά που δεν είχες εσύ δηλαδή.
Και τότε γιατί σ΄αγάπησα;
ή για να θέσω σωστά το ερώτημα.
Σ' αγάπησα;

Μάλλον όχι. το έχω ρίξει στην ψυχολογία τελευταία. μήπως και βρω έναν τρόπο να σπάσω τη θλίψη. Κάπως πρέπει να σπάσει αυτή η πόρτα και να υπάρξει και πάλι χαρά και πληρότητα στα εσωτερικά μου. Ζω μία συνεχή δυικότητα. Από τη μία φαίνομαι χαρούμενη, κάνω χιούμορ στους άλλους, φαίνομαι δυναμική κι από την άλλη εσωτερικά μάλλον νιώθω διαλυμένη, ευάλωτη και μόνη. Ομως, είναι ίσως η μοναδική φορά που η μοναξιά αυτή μου αρέσει και για κάποιο λόγο δεν θέλω να βγω από αυτήν. Μιλάω για μοναξιά σχεδόν σε όλα τα πεδία της ζωής μου. Αλλά κάποιες φορές φαντάζομαι ότι συναντάω κάποιον άντρα που με συγκλονίζει. Κι αυτό άλλοτε μοιάζει σανίδα σωτηρίας κι άλλοτε μοιάζει σαν μαρτύριο, αφού θα φοβάμαι και πάλι μήπως προδοθώ. Κι είμαι σίγουρη ότι θα προδοθώ.  Κάποιοι είμαστε γεννημένοι για να ταιζουμε τους άλλους: Ερωτες, τρυφερότητα ,  στήριξη... Οταν αυτοί νιώσουν πάλι δυνατοί, θα μας αφήσουν και τότε εμάς ποιός θα μας ταίσει ; Κανείς! Μέσα στον χρόνο που μαστε χώρια τάισα πολλούς ανθρώπους, τάισα την καύλα τους για να ακριβολογώ. Χόρτασαν αυτοί. Εγώ βέβαια δεν τους πόθησα ποτέ. Κι έναν που τον πόθησα αρκετά, δεν μου χόρτασε τίποτα, ούτε καν τη καύλα μου. Γι αυτό έφυγα. Μη μας δημιουργήσει κι απωθημένα.

Εξάλλου, νιώθω ότι δεν μπορώ να εκφραστώ στους άντρες. Αυτοί πάντα τρομάζουν με εμένα. Ετσι που πηγαίνω και πέφτω πάνω τους σαν καταιγίδα, οι πιο πολλοί ψάχνουν να δουν που θα κρυφτούν. Εσύ δεν έφυγες βέβαια. Κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα και τη σχέση μας. Μα σ αυτή τη φάση της ζωής μου δεν πέφτω σαν καταιγίδα. Είμαι μόνο ψιλόβροχο. Μόνο μια θαμπή φλόγα, που δεν μπουρλοτιάζει και δεν καίει κανέναν. Είναι αδύναμη. Είμαι αδύναμη. Αλλά δεν το παραδέχομαι μπροστά σε κάποιον που μόλις γνώρισα. Ούτε καν σε εκείνον που γνωρίζω καιρό, στον συγκεκριμένο που έχει όνομα, επώνυμο, φάτσα και ηλικία. Και είναι το ίδιο αδύναμος με εμένα.
Δεν κατηγορώ κανέναν ούτε καν αυτόν που είναι η πηγή της μελαγχολίας μου. Μόνο ο νους μου φταίει, κι η καρδιά μου.


Καθόμουν σ εκείνο το καφενείο που καθόμασταν μαζί κάποτε. Φορούσα ένα μπεζ φόρεμα και μπεζ μπότες. Ηπιαμε κρασί κι είχε μαζευτεί η παρέα ολάκερη, γιατί κάποιος αναχωρούσε για την Ιταλία για ένα εξάμηνο. Εκείνο το βράδυ, θυμάμαι, ότι ήταν η πρώτη βραδιά της επίσκεψεως σου. Είχα μαγειρέψει από νωρίς. Σε περίμενα. Κι ήρθες νωρίτερα. Με βρήκες απροετοίμαστη. Γέλαγες. Εδιωξα τον Β. από το σπίτι, φάγαμε, ντύθηκα και πήγαμε στο καφενείο. Αφού καθόσουν δίπλα μου, είχα βαρεθεί τους πάντες. Εσύ μιλούσες με τον αγαπημένο μου Α. και ζήλευεις τον Π. που θα έφευγε. Διασκέδαζα που ζήλευες κι εσύ μία φορά εμφανώς. φύγαμε κι ύστερα πέσαμε ξεροί και μεθυσμένοι στο κρεβάτι για ύπνο. Οσον καιρό είμαστε χώρια, μ έχουν αγκαλιάσει κατά καιρούς διάφοροι. Αλλά δεν μπορώ να κοιμηθώ. Επειδή με πνίγουν. Ενώ μαζί σου μπορούσα να κοιμηθώ. Ακόμα κι αν μου έπιανες όλο το κρεβάτι.


Αλλά τι θα γίνει τέλοσπάντων με αυτές τις αναμνήσεις; Βαρέθηκα να ξεπροβάλλουν οι εικόνες μπροστά μου. Πάντα προσωρινά γίνομαι καλά. Συνήθως είμαι καλά για 2 βδομάδες. Μετά ένα σαββατοκύριακο σε θρηνώ. Μετά θυμώνω και λέω δεν αξίζεις. Ναι, αλλά δεν έχει σημασία. Ο πόνος είναι πόνος.

Θυμώνει η μάνα μου. Δε ξέρει τι βιώνω. Η φίλη της η Μ. μιλούσε μαζί μου και είδε πέρα απ τη μύτη της. Πέρα από τα όσα έλεγα. Είπα ότι είχα σκεφτεί στιγμιαία και παρορμητικά κάποτε όταν με έγραφες ότι η μόνη λύση είναι είτε να σε σκοτώσω είτε να σκοτώσω όλο το γυναικείο πληθυσμό πλην εμού, ώστε να μείνεις για πάντα μαζί  μου. Γούρλωσε τα μάτια της η μάνα μου. Η φίλη επενέβη. "Εϊναι λογικό της, είπε, στα  πάθη συμβαίνουν αυτά". Υστερα γύρισε σε εμένα και μου είπε. Αυτό δεν είναι έρωτας. Εϊναι πάθος. Χωρίς το πάθος της λεω, δεν μπορώ να βιώσω τον έρωτα. Ο έρωτας μόνο βία είναι.

και το σεξ, για τις γυναίκες είναι βία. Επιτρέπεις στον άλλον να "παραβιάσει" τον προσωπικό σου χώρο. Γι αυτό οι γυναίκες δεν κάνουμε τόσο εύκολα σεξ όσο οι άντρες. Αυτοί δεν ριψοκινδυνεύουν τίποτα. Αδειάζουν το σπέρμα τους μόνο, για να τους φύγει ο πονοκέφαλος. Τελοσπάντων.

Εχω χάσει τη ροή της σκέψης μου. Είμαι ξαπλωμένη σχεδόν στον καναπέ. Λέω να μη πιώ πολύ τσίπουρο. Ηθελα να πάω σε μία θεατρική παράσταση του συλλόγου. Δεν πήγα. Βαρέθηκα. Εφαγα και άραξα. Σκέφτηκα όλα αυτά και άλλα χειρότερα. Τα έγραψα μήπως και βγει μία άκρη. Είμαι παγωμένη όμως. Και τώρα βούρκωσα. Οπότε καληνύχτα.