Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Καθημερινότητα σε μία μεγαλούπολη.

Το κενό είναι δυσαναπλήρωτο κάτι τέτοιες Κυριακές. Κυριακάτικη μελαγχολία, σκέφτομαι,και κυλιέμαι στον καναπέ μέχρι  τις τρείς το μεσημέρι. Ύστερα νευριάζω με τον εαυτό μου. Δεν έχεις κανένα αντικειμενικό πρόβλημα,  σκέφτομαι. Απλά βαριέσαι. Δεν κάνεις τίποτα σήμερα και μελαγχολείς. Οπότε σηκώνομαι πάνω από τον καναπέ, να μαγειρέψω, να διαβάσω και να κάνω ένα σωρό δουλειές. Τελευταία βιώνω μία κατά κάποιον τρόπο εκούσια κοινωνική απομόνωση, 
η οποία  με καταβάλλει. Εκούσια είναι γιατί θέλω να βγω με τους ανθρώπους που εγώ θέλω, και όχι με όποιον τυχαίο προτείνει να πάμε μία βόλτα. οι άνθρωποι που αγαπώ, έχουν όμως υποχρεώσεις, όπως άλλωστε κι εγώ. 
Στριμώξαμε τις ζωές μας σε σαράντα οχτώ ώρες. Τις υπόλοιπες πέντε ημέρες δουλεύουμε μέχρι τ' απόγευμα και στη συνέχεια όλοι μορφωνόμαστε, για να πάρουμε σε δύο χρόνια το αξιοσέβαστο ποσό των 700 ευρώ εργαζόμενοι σε διάφορα γραφεία. Κι από κει και ύστερα, όποιος θέλει και έχει όρεξη, πρέπει να κυνηγήσει πελάτες, ώστε να τους πάρει την υπόθεση και να βγάλει και κάνα φράγκο έξτρα, για να πληρώσει το ενοίκιο του. Κατά τα άλλα είμαστε επιστήμονες. Η δική μας γενιά κάνει μεταπτυχιακά, εικονικές δίκες, σεμινάρια, αγορές επιστημονικών βιβλίων on line, μιλάει 2-3 γλώσσες σε άριστο επίπεδο και έχει την "τύχη" να ζει στην Ελλάδα του 2016, όπου τα όνειρα έχουν καταρρεύσει και το μόνο που πια κυνηγάει κανείς είναι η επιβίωση. Το ζην είναι η βασική επιδίωξη, αλλά το ευ ζην ξεχάστηκε. Ξεχαστήκαμε εδώ κάτω στα λασπόνερα και στις πέτρες. Στο μεταξύ οι γονείς τσοντάρουν στους τραπεζικούς μας λογαριασμούς, και εμείς πηγαίνουμε και τραβάμε με όση αξιοπρέπεια μας έχει μείνει 100-100 ευρώ, για να πληρώσουμε λογαριασμούς. Τα χρήματα που απομένουν για την πάρτυ μας ξοδεύονται είτε σε θέατρα είτε σε συναυλίες και σε κάποια τσίπουρα. Κάποιοι που είναι πιο κυριλέ γενιά δικηγόρων, πηγαίνουν και στο Κολωνάκι. ο κόσμος τους βλέπει και νομίζει ότι πληρώνονται με παχυλούς μισθούς, αλλά εμείς του συναφιού, ξέρουμε την πάσα αλήθεια. Άσχετο, αν κανείς δεν την ομολογεί: Την υπόλοιπη εβδομάδα θα είσαι πανί με πανί και θα μετράς τα ρέστα σου. Κάποιες φορές σκέφτεσαι ότι αυτός ο αγώνας κάποτε θα αποδώσει καρπούς. Είναι που η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Κι αν δεν υπήρχε η ελπίδα, θα νιώθαμε ότι μάταια παλεύουμε για όλα αυτά που μας ανήκουν και κυρίως για μια γνήσια αξιοπρέπεια. Βέβαια, ξεχνάμε όλοι ότι ελπίδα είναι υπεύθυνη για την έλλειψη κοινωνικής σύγκρουσης. Αλλά τι τα θες αυτά τώρα ; Ψιλά γράμματα. Ποιοί τα πιστεύουν αυτά ; Κάτι γραφικοί από το χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς ή για να το θέσω αντικειμενικότερα, όλοι όσοι ασπάζονται την κομμουνιστική θεώρηση της οικονομίας και της κοινωνίας. 
Στο μεταξύ, η κοινωνική απομόνωση είναι καθεστώς. Καθώς έχουμε στριμώξει την ζωή μας μέσα σ ένα Σαββατοκύριακο, αρχίζουμε να ζούμε από την Παρασκευή το βράδυ μέχρι το απόγευμα της Κυριακής. Ζούμε δηλαδή περίπου 70 ώρες την εβδομάδα. Σ αυτές τις 70 ώρες πρέπει να ανακτήσουμε την εργασιακή μας δύναμη, κοινώς να ξεκουραστούμε,  να διαβάσουμε είτε για τη δουλειά μας είτε άσχετα πράγματα που κατατείνουν στην τέρψη μας ή στην αναζήτηση του εαυτού μας, να πάμε στο σούπερ μάρκετ και να δούμε... τους φίλους μας είτε τους εραστές μας. Οπότε καλείται κανείς να κάνει μία επιλογή: ή θα δει τον εραστή του είτε θα δει τους φίλους του. το να δεις και τους δύο είναι συχνά δύσκολο, είτε γιατί τα προγράμματα των φίλων και των εραστών δεν συμπίπτουν είτε γιατί δεν το έχεις προγραμματίσει καλά είτε γιατί είναι θέμα επιλογής. Οι περισσότεροι επιλέγουμε να δούμε τους εραστές μας. Η αξία της φιλίας δεν ξέρω αν έχει παραγκωνιστεί, αλλά ο χρόνος που βρίσκουμε για τους φίλους μας είναι μηδαμινός, αν και όταν τον βρούμε. Στριμώχνουμε τους φίλους μας ανάμεσα στο "break " μας από συγγραφές εργασιών, από ερωτικά τετ α τετ, από δουλειές του σπιτιού. Χωράνε άραγε οι φίλοι μας σε δύο ώρες ; χωράνε οι φίλοι μας σε μία μπύρα ή σε ένα σινεμά ή σε ένα θέατρο ; Αναρωτιέμαι απλώς. 
Μύδρους δεν εξαπολύω κατά κανενός φίλου ή μη φίλου.Κατηγορώ μόνο το μυαλό μας και την θεώρηση του κόσμου μας. Και γίνομαι σαφέστερη: Η αποστέρηση της επικοινωνίας από τους φίλους μας, οδηγεί σχεδόν τους πάντες από εμάς στην ανάγκη για άλλου είδους επικοινωνία, την οποία αφελώς αναζητάμε στον έρωτα. Η κοινωνία μοιάζει να είναι διαμορφωμένη για δύο: Ενοικιάζουμε σπίτια με τους εραστές μας από μία ηλικία και μετά, βγαίνουμε τα σαββατόβραδα μαζί τους και μαζί με άλλα φιλικά ζευγάρια, πηγαίνουμε ρομαντικές εκδρομές με την εκάστοτε σχέση μας, ακούμε μουσικές που υμνούν τον έρωτα και το όργιο μέσα στο οποίο χωράνε μόνο δύο, δεν έχει τέλος. Μη παρεξηγηθώ, δεν στρέφομαι κατά του έρωτα. Στρέφομαι κατά αυτού που οι άνθρωποι ονόμασαν έρωτα: Απομακρυνόμαστε από τους φίλους μας, ιδιωτεύοντας σε στιγμές μαζί με το εκάστοτε αντικείμενο του πόθου μας, και νομίζουμε ότι έτσι επικοινωνούμε. Βαφτίζουμε την ανάγκη για σεξουαλική επαφή ως έρωτα, αναζητούμε την επικοινωνία που δεν έχουμε σε άλλες μορφές σχέσεων σε ερωτικές σχέσεις, και αυτεξαπατώμαστε νομίζοντας ότι όλη αυτή η ωραία ιστορία, δεν θα αποδειχθεί ένα μάταιο παραμύθι. Γιατί στο τέλος η εκάστοτε ερωτική ιστορία, θα αποδειχθεί μία φενάκη με ελάχιστες εξαιρέσεις. Βέβαια, κάθε φορά που ερωτεύεσαι, νομίζεις ότι αυτή τη φορά θα συμβεί η εξαίρεση. Αν δεν το πιστέψεις αυτό, δεν μπορείς να ερωτευτείς, οπότε φίλοι μου ερωτευμένοι και ρομαντικοί μη νομίσετε ότι σας ψέγω.. . - Εξάλλου, οι απόλυτα ορθολογιστές άνθρωποι, δεν μπορούν να ερωτευτούν ποτέ βαθιά και δυστυχώς δεν ανήκω σ αυτή τη κατηγορία ανθρώπων. Ασχετο, που θα ήθελα- Βέβαια στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο έρωτας θα φύγει, γιατί είτε το συναίσθημα το δικό μας θα τελέψει είτε το συναίσθημα του άλλου θα σταματήσει να είναι τόσο έντονο όσο ήταν και θα αρχίσει να μας βαριέται. Ναι, ναι, συμβαίνει κι αυτό, όσο απίστευτο και να μοιάζει αυτό στα μάτια ενός ερωτευμένου. Και ύστερα με το τέλος της μίας ιστορίας, ψάχνουμε όλοι την επόμενη ιστορία, τον επόμενο άνθρωπο που θα βαφτίσουμε στην καλύτερη των περιπτώσεων συνοδοιπόρο μας και στην χειρότερη αποκούμπι μας. Όμως, η αυλαία έχει πέσει και η σκηνή έχει αδειάσει, και έχουμε βρεθεί μόνοι πάνω σ ένα άδειο θέατρο να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς συνέβη. Πώς να χωρέσει τόση ερημιά μέσα σε μία καρδιά ; Και συνεχίζουμε να πιανόμαστε από τον πρώτο συναισθηματικά διαθέσιμο άνθρωπο, χτίζοντας παλάτια στην άμμο, κι αυτό το βαφτίζουμε αγάπη. Μα όταν θα φύγει κι αυτός, τότε θα συνεχίσουμε την μοναχική μας πορεία. Και κάπου εκεί επιστρέφουν οι φίλοι σαν να είναι παυσίπονα, σαν ασπιρίνες, μέχρι να τους ξαναξεχάσουμε. Πότε όμως θα καταλάβουμε ότι η αμνησία αυτή ουδέν νόημα έχει ; Μάλλον ποτέ, αφού ζούμε σ έναν κόσμο φτιαγμένο για δύο. Και κάθε φορά που ο άλλος θα φεύγει, θα μένουμε φοβισμένοι, απογοητευμένοι και αδύναμοι. Δεν μας λυπάμαι. Είμαστε άξιοι της μοίρας μας.  Αυτό μας αξίζει.  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου