Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Το ραντεβού

Αν θέλεις να με βρεις, να έρθεις στη γειτονιά μου.
Δε κάνω βήμα για σένα πια.
Κάθομαι ήσυχα ήσυχα στο κρεβάτι μου
και δεν σηκώνομαι για κανέναν.
Ούτε το τηλέφωνο έχω σκοπό να σηκώσω.
αλλά επειδή φοβάμαι τον αυθορμητισμό που με διακατέχει,
φρόντισα και γι αυτό.
Είναι κλειστό το τηλέφωνο.
Επικαλούμαι δήθεν βλάβες, ώστε να γλυτώνω από τη φωνή σου.

Αν θέλεις να με βρεις, να πάρεις τ' αμάξι και να κατέβεις στις γειτονιές της θάλασσας.
Δεν κάνω κανέναν βήμα για σένα.
Αρκετά βήματα έκανα και για σένα και για όλους.
Όμως, τώρα τα πόδια μου είναι κουρασμένα,
το κορμί μου μουδιασμένο,
το μυαλό μου θολωμένο.

Κι αν θέλεις να με ξεθάψεις από εδώ κάτω,
να έρθεις αθόρυβα, να χτυπήσεις την πόρτα του δωματίου,
να σου ανοίξω με ανακατωμένα μαλλιά και φαρδιά αντρικά ρούχα,
να σκουπίσεις τρυφερά με τα χέρια σου τα δάκρυα από τα μάτια μου
κι ύστερα να με φιλήσεις τρυφερά, μήπως και τινάξεις τη σκόνη από πάνω μου.
Γιατί είναι τοσο μεγάλο το στρώμα της σκόνης που με σκεπάζει,
που πρέπει να σκάψεις βαθιά, ώστε να βρεις αυτό το κουφάρι που με περιέχει.
Κι όταν θα το βρεις να προσέξεις πως θα το αγγίζεις,
πονάει παντού, είναι διάτρυτο, πάνω του έχει πληγές από κάψιμο τσιγάρων, από περασμένες ένδοξες στιγμές.
- γιατί η αγάπη ποτέ δεν είναι ανώδυνη-
ξέθαψε με, αγκάλιασέ με σφιχτά, τόσο ώστε να ενωθούν τα σπασμένα κομμάτια,
φίλα με, αποπλάνησε με.
Ισως έτσι καταφέρεις να με σώσεις. Κι ίσως έτσι καταφέρεις να σωθείς κι εσύ.

Μα αν θες να με βρεις, πάρε τ' αμάξι και  έλα εδώ κάτω, στο άδειο αυτό δώμα.
Γιατί για σένα πια, εγώ κανένα βήμα δεν κάνω.
Κουράστηκα να βαδίζω στις διαδρομές σου και στις βόρειες χώρες σου.
Επέστρεψα τώρα.

Αν θέλεις, έλα να με βρεις.
Αλλιώς δεν έχει άλλο φιλί,
μήτε άλλη σάρκα.
Τέλεψε κι αυτή πια.
Εγινε ομίχλη πυκνή.
Δεν είναι  πια εφικτό να την αγγίξεις.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου