Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Απολογία

Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να απολογηθώ εκ των προτέρων, που παρουσιάζω των εαυτό μου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να τον νομίζετε μελαγχολικά ανικανοποίητο. Επειδή διαβάζοντας κανείς τα κείμενα μου, αναρωτιέται αν έχω ίχνος δύναμης μέσα μου ή έστω ένα ίχνος αυτοσεβασμού ή εάν έχω νιώσει ποτέ χαρά στη ζωή μου.  Από χαρά έχω χορτάσει θα έπρεπε να πω. Κι όμως τη χαρά δεν τη χορταίνεις. Ούτε τη λύπη. Ούτε τον έρωτα. Δεν τα χορταίνεις από τα είκοσι.
Γράφω γιατί αλλιώς θα τρελαινόμουν. Θα είχα πάει στο ψυχιατρείο ή θα είχα πέσει από την ταράτσα ή θα κρατούσα όλα τούτα μέσα μου και θα έκανα μία μέρα μία τεράστια έκρηξη, σαν ηφαίστειο. Και τότε όποιον πάρει ο χάρος. Να και τώρα, φυσιολογικά έπρεπε να μελετάω ή να είμαι έστω έξω. Όμως, κάτι μέσα μου με έσπρωξε στο πληκτρολόγιο. Τόσες σκέψεις που πρέπει να αποτυπωθούν. Ψυχοθεραπεύομαι. Για να γράψεις, φίλε καλέ και παλιέ, πρέπει να έχεις μέσα σου κάτι που μένει μισό, κάτι που δεν σε ικανοποιεί. Να έχεις μέσα σου κάτι, το οποίο θέλεις να το μοιραστείς με κάποιον άλλον ή έστω θέλεις να το εξωτερικεύσεις. Φυσικά και δεν θα γίνουμε όλοι ποιητές, γιατί δεν είμαστε όλοι ποιητές. Θέλω να πω ότι όλοι μας δεν έχουμε ταλέντο. Κι αυτά που γράφω τώρα εδώ, αυτές τις γραμμές, πάλι τις γράφω σε παραλήπτη. Δεν ξέρω ποιόν, αλήθεια. Με σπρώχνει πάλι η μοναξιά μου στη γραφή.
Ήθελα λοιπόν να πω ότι  με τρομάζουν τα γραπτά μου  πολλές φορές, γιατί όταν τα ξαναδιαβάζω με καθαρό νου κι όχι συναισθηματισμούς, ανακαλύπτω ότι το κύριο θέμα μου είναι ο έρωτας. Του λόγου το αληθές: ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Μοιάζει κάθε κείμενο σαν να πενθώ μόνιμα κάποιον που έχασα ή κάποιον που δεν είχα ποτέ. Βέβαια αυτό εξηγείται, γιατί τα χαρμόσυνα κείμενα τα έχουν οι παραλήπτες τους . Ισως το γράψιμο είναι μία από τις πιο φτηνές στιγμές μου τελικά. Δηλαδή, για να σας λέω την αλήθεια, είμαι σαν μεθυσμένη. Δεν σκέφτομαι τις συνέπειες όσων γράφω, γιατί ξέρω ότι δεν θα υπάρξουν. Κι είμαι τόσο πολύ ο εαυτός μου. Ναι, αλλά ποιός απ’ όλους; δηλαδή αρχίζω να πιστεύω ότι είμαι ένας ρόλος. Όχι μόνο ένας, πολλοί. Κάθε φορά αναλαμβάνω να γράψω ένα σενάριο είτε στο ημερολόγιο μου είτε στη ζωή μου.
Στα κείμενα μου είμαι ένα κορίτσι( το ορφανό κορίτσι) που συνεχώς αποζητά τον έρωτα ενός ερωτικού υποκειμένου. Στο σημείο αυτό θέλω να πω ότι έχω γράψει τόσα για τόσους, που πιστεύω ότι το υποκείμενο πια δεν έχει καμία σημασία. Δηλαδή, για να πω την αλήθεια, κάποια κείμενα δεν ξέρω για ποιόν έχουν γραφεί. Ανάγω τον άντρα και τον έρωτα σε  ποιητικά υποκείμενα. Ετσι, ό άλλος εξυψώνεται, γίνεται για κάποιον άλλον έμπνευση. Αυτό από μόνο του τον κρατάει αιώνια ζωντανό μέσα μου. Γιατί όλοι οι άντρες φύγανε ή κάποιοι δεν ήρθανε ποτέ, αλλά υπάρχουν τα ποιήματα γι’ αυτούς, τα οποία διαβάζω, αλλά πλέον δεν με πονάνε.
Ναι, στα γραπτά μου είμαι η βασίλισσα του δράματος. Το εννοώ. Ολο απογοητευμένη ή με έναν ιδιάζοντα σνομπισμό για τα πάντα και τους πάντες, που «ηδονικά μάταια ζητάει». Αν δεν ζητούσαμε όμως κάτι είτε από τους άλλους είτε από εμάς, τότε πώς και γιατί θα δημιουργούσαμε;. Θέλω να πω, ότι αν πάντα ήμασταν ικανοποιημένοι με τη ζωή μας, τότε η τέχνη τη ρόλο θα είχε ; η τέχνη από την άλλη εξυμνεί την ομορφιά. Υπάρχει κι η ομορφιά του δράματος: το δράμα με τρέφει. Δηλαδή τον αγαπάω τον πόνο μου και τα καρφιά μου. Εξάλλου δράμα θα πει δρω, πράττω. Μέσα στο δράμα σου ζεις τόσο μεγάλα ταξίδια. Ενοχές, φωνές, παρεξηγήσεις, έρωτες, χαστούκια και στο τέλος… « ενθουσιώδους παρακμής χειροκροτήματα» . Ετσι είναι. Στο τέλος παίρνεις απόσταση και καταλαβαίνεις ότι ναι, είσαι μαζόχα.
Άλλες φορές στα γραπτά μου, μοιάζω με γυναίκα σωστή, διεκδικητική και κτητική, που ερωτεύεται παθιασμένα και διεκδικεί τον αντικείμενο του πόθου της. Αυτός ο ρόλος μ’ αρέσει πολύ. Είναι ρόλος για ανθρώπους που ζουν την ζωή τους, όπως επιθυμούν. Δεν έχει τίποτα το αξιολύπητο, τίποτε το  μελαγχολικό. Βέβαια μόνο ς ένα κείμενο μπορώ να θυμηθώ ότι έπαιζα αυτόν τον ρόλο τουλάχιστον πρόσφατα.
Συχνότατα πάλι αναλαμβάνω τον ρόλο μητέρας προς τους άντρες. Εκεί τα λόγια γίνονται στοργικά υπερ το δέον. Εκεί είμαι κάποια που τους λατρεύει, που θέλει να τους προσέχει και που δεν θα αφήσει κανέναν να τους πειράξει. Αυτός ο ρόλος μου δεν μου αρέσει. Ούτε στη ζωή μου, αλλά τον αναλαμβάνω χωρίς να το καταλαβαίνω.
 βέβαια είναι αλήθεια ότι με το γράψιμο δημιουργείς  εαυτούς και ήρωες. Ετσι, δημιουργείς ακόμα και τον δικό σου εαυτό, σαν κάποιον που θα ήθελες να είναι.  Είναι μία ευκαιρία να εξετάσεις τον εαυτό σου από μακριά, να αποστασιοποιηθείς από αυτόν κάποιες φορές κι άλλες να τον πλησιάσεις πολύ βαθιά. η γραφή είναι ένας τρόπος να σε πάρεις αγκαλιά ή να αυτοχαστουκιστείς. Είναι παρηγοριά η γραφή, είναι φίλη, είναι νοσοκόμα. Η τέχνη είναι γιατρός. Ο χρόνος πάλι έχει αποτύχει.
Θυμάμαι, κάποτε για έναν από τους έρωτες μου, είχα γράψει ένα μεγάλο παραμύθι. Το είχα γράψει στην Βουδαπέστη. Ταξιδεύαμε μαζί με τους φίλους μου κι εγώ έγραφα, έγραφα, δεν μπορούσα να βάλω τελεία. Τα έπινα σ’ ένα μπαρ κοντά στο ξενοδοχείο. Ταξίδευα, τόσο πολύ στην πόλη, τόσο πολύ μέσα μου, που δημιούργησα έναν κόσμο μόνο με τις λέξεις.. Δηλαδή για μένα εκείνο το ταξίδι νοηματοδοτείται από εκείνο το παραμύθι. Αν ο έρωτας μου ήταν μαζί μου τότε, δεν θα είχα ζήσει ποτέ την πόλη με αυτόν τον μαγικό τρόπο. Δημιούργησα έναν κόσμο δικό μου, τον έκανα ήρωα, τον έβαλα μέσα. Δεν μου έλειπε.
Γι αυτό γράφω: για να μη μου λείπει κανένας.


Κομοτηνή, 20-5-14

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου