Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Περπατώ-Κ.Γώγου,

Περπατώ
Περπατώ
Περπατώ
Με ραμμένες τις τσέπες μου στο ξύλινο παλτό μου

Περπατώ επαναληπτικά. Επαναληπτικά περπατάω.

Περπατώ με τα χέρια στη βροχή
πάνω σ'ένα μεταξένιο σκοινί -λώρο ομφάλιο-
που ενώνει τον ουρανό με τη γη τα πάνω με τα κάτω.

Προχωρώ
με βραχυκλωμένους προβολείς
χωρίς δίχτυ ασφαλείας απο κάτω.

Περπατάω παράλογη σ'αντιστραμμένη λογική
δίκαιη μόνο κι αποφασιστική
να κάνω πράξη όλα όσα έχω σκεφτεί
να κάνω πράξη όσα έχω γράψει.
Τραβάω το σκοινί ακόμα πιο κει
προχωρώ ένα βήμα πιο πέρα.

Το κεφάλι μου πλησιάζουνε άγνωστοι μυστήριοι πλανήτες.
Γλάροι και καταδιωκτικά αστρικά
μ'ακολουθούν σαν υπέρηχο πλοίο.

Βρέχει κάτω στις γειτονιές της γης...
Στη μαύρικη Ορλεάνη.
Βρέχει βροχή ραβδωτή Στουρνάρα Ζαΐμη Αραχώβης Μπενάκη.
Πέφτει λοξά στη μούρη που φιγουράρει
στις βρώμικες βιτρίνες
. Με κοιτώ.

Οι ατζέντηδες μου 'χουν τραβήξει δυό χαρακιές
με δείχνουν πως γελάω.
Περπατώ κυκλωμένη από μπουνιές απ' αγριεμένες φωτιές
από γιούχα και ζήτω.
Οι λυπημένες κερκίδες με παροτρύνουνε
να καρφώσω στα δίχτυα τα γκολ να γράψω 3-1.
Μ' έχουν μαρκάρει οι διακεκριμένες στενά βρώμικα
τώρα πρέπει να μπω μαζί με την μπάλα στα δίχτυα τους μέσα.

Περπατώ χριστιανή στους αντίχριστους
μαύρη κι άθεη στων Κου-Κλουξ-Κλαν το γκέτο...
Είμαι βαθιά λυπημένη. Μια λύπη που δεν έχει όνομα.
Μια λύπη που δεν έχει ξανά ποτέ γραφτεί.
Ο σκορπιός όταν κυκλώνεται
καρφώνει την ουρά με τη δαγκάνα του απάνω του.
Την καρφώνει στο σώμα.

Γλιστράω... παρεστιγμένη... σ' αιώνες σιωπής
σ' αιώνες παγετώνων.
Κολυμπάω σε χιονισμένες πλατείες της γης.
Κολυμπάω σε δέντρα ψηλά όπου πλέουνε
κουνώντας το κεφάλι τους κατατονικοί κρεμασμένοι.
Κολυμπάω μ' απλωτές. Αν σταθώ μια στιγμή
το χιόνι αθόρυβα ύπουλα ανεβαίνει στην καρδιά μου.
Περπατάω ανάσκελα μ' απλωτές
η σιδερένια μπάλα της κακόφημης φήμης μου
μου'χει πληγιάσει το πόδι
τα χρωματιστά γυαλάκια των εκδόσεων πλέουν στο αίμα μου
σιωπηλά στρατιές στοχεύουν στο μυαλό μου
ανασαίνω... αργά... ασθαματικά...

Μυρίζει ο αέρας παντού καμένους κροτάφους.
Λόφοι από παράταιρα παπούτσια λιντζαρισμένων πούστηδων
κλείνουν για πάντα το τοπίο. Σπάω.
Κανένας πια δεν θα τα ξαναφορέσει.

Τώρα είμαι ανίκανη. Φ ο β ά μ α ι. Είμαι και γω
σαν κι αυτούς. Είμαι και γω ρημαγμένη.
... Τα ρουθούνια μου πεταρίζουν ανήσυχα...
Μυρίζει ο αέρας παντού γενετήσια αστυνομική οσμή.
Ο αέρας φέρνει γαυγίσματα γερμανικής αστυνομίας...
Τώρα πρέπει να κατεβάσω το γενικό να σωθώ.
Τώρα πρέπει να κάψω
τον ψεύτικο δισταγμό της αυτοσυντήρησης να ζήσω.
Να καταστείλω την καταστολή. Να προχωρήσω...
Προχωρώ.

Το δάχτυλο μου βουτάω στο ΘΑΝΑΤΟΣ
στον αέρα γράφω με κίτρινο
Θέλω-Μπορώ-Είμαι.
Προχωρώ. Εδώ. Κάτω στη γη.
Μπάσταρδο παιδί των γήινων.
Αυτής της απάνθρωπης αισχρής σκευωρίας
όπου κανείς δεν πεθαίνει από γηρατειά.
Απ'τον επίδεσμο στο κεφάλι μου πάλι τα ίδια
πάλι μου τρέχουν αίματα.
Γυρνάω σπάω τα δάχτυλα μου ανάποδα. Τα σπάω.
Ξανά. Ξανά αυτοακρωτηριασμός.
Ποτέ πια δε θα ξαναγράψω. Τα χέρια μου γίνονται γάντζοι.
Μαρκαδόροι μεταλλικοί. ΑΠΕΒΙΩΣΕ γράφω.
Χτυπάω με ήχο τόξου μεταλλικού τα κουδούνια.
ΚΑΜΙΑ ΑΛΙΚΗ ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ ΕΔΩ χτυπάω.

Ανοίγω. Ανοίγω το βήμα πιο γρήγορα. Πιο γρήγορα.
Τα δάχτυλα σηκώνονται μόνα τους από τα κρεματόρια της γης.
Αρχίζω να βρέχω να βρέχω να βρέχω αλλάζω βρέχω
μετουσιώνομαι βρέχω γίνομαι βροχή βροχή βροχή
ραβδωτή μεταλλική βροχή σιδερένια
ΣΠΑΣΤΗΣ ΛΟΣΤΟΣ ΛΟΣΤΟΣ ΛΟΣΤΟΣ ΣΠΑΣΤΗΣ
Κεντράρω τη μήτρα της φάτσας μου στις αλεξίσφαιρες βιτρίνες.
Τις σπάω.
Λόφοι από παράταιρα παπούτσια /άδειες κερκίδες/
πλακάκια παγωμένα/
άχρηστα διαβατήρια /σύριγγες για πουθενά/
Θα ζήσω.

Είμαι βροχή είμαι απάντηση είμαι απόδειξη θέλω όλα
τα θέλω όλα πίσω
δεν πιάνομαι αόρατος κλοιός με προστατεύει
είμαι χρυσόσκονη είμαι τα χρώματα είμαι γλαράκι του Μισισιπή
είμαι τα νέγρικα τα μπλουζ είμαι η Νέα Ορλεάνη
είμαι αγόρι πολεμιστής γυναίκα είμαι γυναίκα και παιδί
είμαι αέρας ανασφαλής στη νέκρα της γης
είμαι εγώ τα ποιήματα βαθιά κάτω απ'τη γη που κουνιέται.
Μπορώ. Μπορώ. Γράφω ξανά.
Δε θα ακρωτηριαστώ
τα δάχτυλα μου πήρανε της κάθαρσης τη φωτιά.
Περπατώ. Μ' ένα παλιοπαντέλονο.
Με τις αισθήσεις μου αναμμένες.
Είμαι θέλω μπορώ
Γιατί μπορώ μπορώ μπορώ
επαναληπτικά ν΄αγαπάω...







Το ξύλινο παλτό,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου