Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

απο βιβλίο του Βασιλικού-το τελευταιο Αντιο-1995

Τρέμοντας μη ζήσει μόνος του ως τα 80,
μελαγχολούσε στο παράθυρο σαν ναχε μείνει πάνω σένα τρένο,
μία στάση πέρα απο τον προορισμό του.
Η νύχτα είναι δικιά μου και δικιά σου μακρυνή αγάπη,
ολέθρια,
πού τώρα δε ζω παρά για να σαναστήσω.
Mα να πού τα λόγια δεν φτάνουν πια, και η αλήθεια εσύ εσύ,
μένεις να με οδηγείς με τη σκοτεινή φωτοβολίδα σου στο χαός αυτό,
το χάος μου,
πού φρόντισες να το γεμίσεις με τη φωνή σου.
Τί ήρθα; Πού πάω; Τί ζητώ;
Γιατί χωρίς εσένα λιγόστεψε το φώς μου;
Μακρυνή, μακρυνή πού μού φαίνεσαι αγάπη μου,
μακρυνή,
μακρυνή πού είσαι τώρα.
Μ άφησες τα σημάδια σου ανεξίτηλα, τόσα ρούχα,
τόσες γραφές στον αέρα, τόσα αποτυπώματα στη σκιά,
πώς να πώ ότι όλα αυτά ηταν ενέργεια και σύ ξαναγύρισες στη πηγή σου.
Θέλω ναρθω να σε βρώ.
Είσαι γλυκιά και σαγαπάω,
μονάχα όταν έρχεσαι να σε δώ να φοράς τα ρούχα πού μαυτά σε γνώρισα.
Έτσι σαγάπησα, έτσι σε πίστεψα.

Σαισθάνθηκα λίγο μακρυνή όταν γύρισες απο την Αμερική,
μετά απόκτησες μία κρούστα ασάφειας, απ το να τα πνίγεις όλα μέσα σου κόντευες να πνιγείς η ίδια.
Σαυτό το πολύ βιαστικό πέρασμά μας απο τη γή καθένας μας αφήνει μιαν ανάσα, μιά πνοή κι όλα μετά τα σβήνει.

Μή ζητάς να μάθεις πιο βαθιά τα μυστικά, δεν υπάρχουνε,
μα κι αν υπήρχαν δεν τα ξέρουμε κι αυτά δεν τα ξέρουμε.

Δεν έχω άλλα δάκρυα, μισώ το γράψιμο πούναι εκτόνωση,
πού μού δίνει την αίσθηση ότι κάνω το χρέος μου απέναντί σου.
Το μόνο χρέος μου γλυκιά μου αγάπη,
για πάντα χαμένη, είναι να κλαίω για σένα, να κλαίω, να κλαίω.
Κι όταν δεν το μπορώ, αρρωσταίνω

Έπειτα από τόσα αστέρια μπλεγμένα στα μαλλιά μου,
ύστερα απο τόσους χειμώνες ξεχασμένους στο προσκεφάλι μου,
ξέρω πώς τίποτα πια δεν καρτερώ απο ένα καλοκαίρι.
Είναι τούτες οι στιγμές σκληρές σαν την αφή της μέρας ,
σαν τη δορά του αχινού σε δάχτυλα αμόλευτων καιρών ,
αδούλευτων πάνω στόργωμα του ήλιου.

Πάλι θα πεις πώς ξαποσταίνω στις γραμμές φυγοριγώντας ,
και θαχεις δίκιο.
Ναναι πού πια δεν βρίσκω άλλη λησμονιά σε τούτες δα τις ώρες,
μονάχα το κέντημα στις λέξεις πού τάχα προτιμώ απο τόσες αλήθειες,
ή πάλι οι λέξες οι νεκρές να ράγισαν τόσο τη σιωπή μου.
Ποιός ξέρει;

Μα τούτα τα λόγια κείνες τις μέρες του 95 δεν σκέφτηκα πώς μια ολάκερη ζωή θ αφήναν το αχνάρι τους στα χείλη μου.
Τόσο μακρυά απο τις μνήμες μου το α- σήμαντο,
τόσο κοντά στην ανάσα τους η ψυχή μου.

Κι εσύ ν αποκοιμιέσαι πλάι μου ακόμη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου