Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Μεγάλη Παρασκευή.

Απόψε ο Αθηναϊκός ουρανός θα είναι όμορφος πολύ.
Στην Πλάκα θα έχει ήδη τελειώσει η περιφορά του επιταφίου.
Να γιορτάζουμε κι εμείς την περιφορά του θανάτου, που  πηγαινοέρχεται στις ζωές μας.
Μα τι παράδοξοι άνθρωποι.
Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλη θλίψη για τους Χριστιανούς,
μεγάλη η θλίψη για το Ναζωραίο Ιησού.
Ο δικός μου Ιησούς υπήρξε ο προδομένος μαραγκός: Ενας άνθρωπος που αψήφισε την καθεστηκυία τάξη της εποχής του, ένας άνθρωπος που έκτισε την θανατική ποινή ως τιμωρία για τις ιδέες του.

Το νησί μου είναι παγωμένο. Ερημος τόπος! Πάσχα στη μέση του χειμώνα σ ένα ορεινό χωριό. Αδεια η εκκλησία, πέντε- έξι άνθρωποι κι ο παπάς κι ο ψάλτης να ψάλουν τα εγκώμια με  τις παραφωνίες του, την ανοιχτή τους όμως καρδιά. Ο δρόμος προς το κοιμητήρι περνάει απ την άδεια πλατεία. Ο πλάτανος στέκει μόνος του, ερημωμένος, σχεδόν παραπονεμένος στην μέση της πλατείας. Το καφενείο νομίζεις ότι είναι κλειστό, έτσι όπως γρήγορα περνάς. Μα αν κοιτάξεις προσεχτικά θα δεις το τζάκι να καίει και μία ανοιχτή τηλεόραση. Εδώ δεν φτάνει ο πολιτισμός. Το ραδιόφωνο δεν πιάνει ελληνικούς σταθμούς. Λίγους τουρκικούς. Η γλώσσα των γειτόνων άγνωστη σε μας. Είσαι στο πουθενά, στον έρημο τόπο, στο νησί σύνορο με την Τουρκία. Βρίσκεσαι κάπου στο πουθενά.
 Εδώ δεν φτάνει ο πολιτισμός, όπως όλοι οι λοιποί τον εννοούν. Εδώ έχει κρασί, μικρή παρέα απλή, πολιτικά σχόλια βασισμένα σε γενικολογίες. Κατά βάση εδώ έχει κοινωνιοδικείο. Ολοι δικάζουν την υπαιτιότητα του διαζυγίου σου, την ηθική σου υπόσταση κυρίως, τους φίλους σου. ΔΙκάζεσαι κάθε μέρα για τις πρωτοπόρες απόψεις σου, που διαφέρουν από την κοινή λογική της επαρχίας, γιατί δεν είσαι όμοιος.τους, γιατί ίσως ξέρεις κάτι παραπάνω ή γιατί επιζητάς την ελευθερία σου.

Στην πόλη του Καρλοβασου αγριο βράδυ χειμωνιάτικο,επιτάφιοι όλων των εκκλησιών συναντιούνται κάπου στο κέντρο. Στολισμένοι με τα λίγα φώτα τους, ο κόσμος τους ακολουθεί, η φιλαρμονική του δήμου παίζει τα πένθιμα κομμάτια. Τελειώνει κι η λειτουργία. Το κενό τώρα. Η ώρα πήγε δώδεκα. Οι δρόμοι πρέπει να είναι άδειοι. Ο καιρός είναι άγριος κι η θάλασσα ξερνάει φίδια, καθώς λέμε.
Ερημος ο τόπος.

Παράξενος τόπος, συνεχώς με διώχνει, αλλά πάντα με τραβάει στην επιστροφή μου. Είναι η κατάρα μας: Να αγαπιόμαστε όταν είμαστε μακριά, και κάθε που συναντιόμαστε να μη με αγκαλιάζει το νησί, να μην είναι τρυφερό και φιλόξενο. Ισως φταίνε κι οι άνθρωποι του. Ισως πάλι φταίω κι εγώ.
Κι όμως, πολύ εσωτερική μοναξιά απόψε.
Το ξέρω αυτό το συναίσθημα. Καλύπτεται με ένα ποτό σ ένα μπαρ που σ εμπνέει, παρέα με κάποιον που εκεί γνωρίζεις. Και πού ξέρεις; Ισως να είναι στο μυαλό σου. Υπάρχει μία σπάνια περίπτωση.
ΤΟ σύνηθες είναι να πίνεις το ποτό σου και να επιστρέφεις βαριεστημένα σπίτι.
Σ αυτόν τον έρημο τόπο, το καράβι αργεί. Δεν θα έρθει. Εχει απαγορευτικό. Απαγορευτικό μάλλον έχει κι η σημερινή μου διάθεση. "Τα καφένεια όλα κλειστά", κλειστά για μένα μόνο, αφιλόξενα, χωρίς να προσφέρονται για τη νύχτα, όπως θα ήθελα να την περάσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου